ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ

 

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015, 12:37 π.μ.

Το πλοίο λέγεται Αριάδνη. Βγαίνω στο κατάστρωμα για να καπνίσω. Ο κόσμος κοιμάται στα καθίσματα, στη μοκέτα, δυο παιδιά τυλιγμένα στο ίδιο σλίπινγκ μπαγκ. Η τηλεόραση παίζει σκηνές από το Debate των αρχηγών δίχως ήχο. Η χώρα ξαναβλέπει το ίδιο όνειρο.


Οι εραστές των ταξιδιών προτιμάνε τα πλοία. Το νερό φτιάχνει στέρεο πέρασμα, αλλά μόνο για τους ευνοημένους της ζωής. Προσπαθώ ν' αδειάσω το μυαλό μου. Δεν ξέρω ακόμα πού θα μείνω και ποιους θα συναντήσω. Δεν αναρωτιέμαι γιατί πάω στη Μυτιλήνη. Πάντως όχι για να δω τις φωτογραφίες με τους πρόσφυγες να ζωντανεύουν.


Το καλοκαίρι που πέρασε και που κρατάει ακόμα, οι λέξεις έγιναν οι σκιές τους. Δεν έχει τίποτε δραματικό όλο αυτό, μοιάζει περισσότερο με κράμπες σε πόδια χορευτών. Μετά η επίμονη αναρώτηση γιατί δεν είμαι στη Μυτιλήνη. Τότε με βρήκε μια φράση από ένα κείμενο της Όλιας στο φέισμπουκ. Η Όλια έχει έρθει στη ζωή για να ξεκλειδώνει τα κλειδωμένα. Από τη σκέψη στην απόφαση χρειάστηκε μόνο μια στιγμή.


Ήταν η μέρα που το διαδίκτυο γέμισε με φωτογραφίες του Αϊλάν. Τις κοίταζα ενοχικά, λες και κάποιος μ' έβλεπε που τις κοιτούσα. Έφευγα βιαστικά και ξαναγύριζα σ' αυτές. Ντρεπόμουνα: για την ασφάλεια του σπιτιού μου, τον βολικό καναπέ, τον εθισμό του θεατή, τη λαιμαργία του βλέμματος.


Τηλέφωνο στον Χρηστάκο, «θα πάω στο νησί σου.» Τα υπόλοιπα τα ξέρει αυτός. Η ίδια στήριξη από τον Γιώργο, τη Νάνα, την Κεβή και την Αργυρώ στο inbox: δεν άνθισαν ματαίως, δεν συναντηθήκαμε τυχαία.


Ξαναγυρίζω στην καμπίνα. Ένα ζευγάρι φιλιέται στο διάδρομο, έτοιμοι να πηδηχτούν επιτόπου. Η τηλεόραση παίζει Λαφαζάνη.

 

08:30 π.μ.

Λιγοστές σκηνές στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Τα φερμουάρ τραβιούνται από μέσα και κανείς δεν βγαίνει στον πρωινό ήλιο. Έντονη μυρωδιά υπαίθριου αποχωρητήριου· ξέχειλοι κάδοι σκουπιδιών. Ο ταξιτζής παίρνει 5 ευρώ χωρίς ταξίμετρο: «στάνταρ» λέει, «η διαδρομή».


Δυο τρεις ντόπιοι, αραχτοί στο καφενείο, αρχίζουν να φωνάζουν «βούλιαξε το καράβι, βούλιαξε το καράβι»· ο τρελός της προκυμαίας που κόβει βόλτες στα μαγαζιά αλαφιάζεται και ρίχνει βρισιές στο πουθενά: θα μπορούσε να είναι μια σκληρή παρωδία των επικείμενων εκλογών.


Στη Vodafone, ο πορτιέρης βάζει δυο δυο τους μετανάστες στο κατάστημα. Εντυπωσιάζομαι από τα κινητά τους. Όλα τους τελευταίας τεχνολογίας. Τα i-phone υπερτερούν αριθμητικά. Η αντίθεση με τα ρούχα και τα παπούτσια, που τους δώσανε σε κάποιο κέντρο υποδοχής, δείχνει κραυγαλέα. Όλοι τους ζητάνε κάρτες ίντερνετ και sim. Σ' αυτά τα κινητά βρίσκεται η σχέση τους με την πατρίδα. Με ό,τι απέμεινε σ' αυτήν.


Η Κ. μου λέει πως στη δική τους Μ.Κ.Ο. έφτασε ένα βίντεο. Ο Σύριος που το τράβηξε είχε τοποθήσει το κινητό σε αδιάβροχη θήκη. Το είχε στερεώσει στο στήθος του. Το φουσκωτό βούλιαξε. Το κινητό τραβούσε τη στάθμη του νερού που ανέβαινε και κατέβαινε. Ο πρόσφυγας βυθίστηκε και η εικόνα γέμισε νερό. Βρήκαν το κινητό μαζί με το πτώμα του. Το δώσανε στον διερμηνέα για να μεταφράσει τα τελευταία του λόγια.


Η Μυτιλήνη είναι ήσυχη σήμερα. Χτες βράδυ φύγανε 10.000 μετανάστες. Ο ταξιτζής μιλάει για 6.500 προχτές και 3.500 χτες. Όλοι μιλάνε με νούμερα. Στα καφέ της παραλιακής οι πρόσφυγες παραγγέλνουν καφέ τουρκ. Κάποιος από το δήμο τούς μίλησε για τα σκουπίδια που αφήνουν. Αγοράσανε μαύρες σακούλες από τα σούπερ μάρκετ και τα μαζέψανε μόνοι τους. Ψάχνουν μια σκιά και κάθονται κατάχαμα. Στη σκιά ο χρόνος σταματάει.


Μια γυναίκα κάθεται στο πεζοδρόμιο, ακουμπώντας στην πόρτα ενός αυτοκινήτου. Φοράει μπούργκα. Έχει μαζέψει γύρω της τα τέσσερα παιδιά της σαν κλώσσα. Τα αγκαλιάζει. Την τραβάω με το κινητό. Το παίρνει χαμπάρι και κρύβει το πρόσωπο με τα χέρια της. Ο μεγαλύτερος γιος της φωνάζει «no, no, no.» Πλησιάζω και σκύβω. Ζητάω συγνώμη. Δείχνω στον γιο τη φωτογραφία στο κινητό. Τη διαγράφω μπροστά του. Θέλω να του πω ότι οι περισσότεροι Δυτικοί κρύβουμε ένα κτήνος μέσα μας. Δεν το λέω.

 

6:15 μ.μ.

Τα ξενοδοχεία έχουν πληρότητα 100%. Το φτηνότερο μονόκλινο σε πανσιόν κοστίζει 35 ευρώ τη βραδιά. Ακριβό σπορ ο εθελοντισμός.


Τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα από μέλη των Μ.Κ.Ο., Έλληνες και Ευρωπαίους γιατρούς, πλούσιους Σύριους. Οι υπόλοιποι κοιμούνται στα πάρκα. Η πόλη διαθέτει μία δημόσια τουαλέτα, η ουρά ξεπερνούσε το χιλιόμετρο. Στα καφέ της πλατείας Σαπφώς χρεώνανε την επίσκεψη στην τουαλέτα 1 ευρώ· στα Τζαμάκια, τη φόρτιση του κινητού. Τα ψητοπωλεία και οι πιτσαρίες προσλάβανε πορτιέρηδες για να ρεγουλάρουν τις ουρές που φτάνανε μέχρι την προκυμαία. Τα ράφια στα σούπερ μάρκετ άδειασαν. Τα καταστήματα κινητής τηλεφωνίας ξεστοκάρισαν. Τα ταξί χρεώνανε ανεξέλγκτα. Ένας δεκαεφτάχρονος ανέβασε τρικάβαλο στη μηχανή του ένα νεαρό ζευγάρι Σύριων, να τους πάει στο λιμάνι. Του δώσανε ό,τι ζήτησε. Η μηχανή ανατράπηκε, ο άντρας με τα χέρια σπασμένα, η γυναίκα με σπασμένη λεκάνη, και οι δυο στο νοσοκομείο. Ο οδηγός με λίγες γρατσουνιές και όλα τους τα λεφτά.


Οι ιστορίες είναι πολλές και σκοτεινές: οι ντόπιοι διαδίδουν πώς οι μετανάστες τρώνε τα σκυλιά και φέρνουν κρότωνες από την Αφρική. Οι ιστορίες είναι πολλές και φωτεινές: οι γυναίκες της πόλης παίρνουν στα σπίτια τους τα μωρά για να τα πλύνουν. Άνθρωποι γεμίζουν τα αυτοκίνητά τους με πρόσφυγες για να τους μεταφέρουν δωρεάν. Άλλοι μαζεύουν ρούχα, φάρμακα, τρόφιμα. Κι από κοντά, εκείνοι που μαγειρεύουν. Είμαστε ρατσιστές και δεν είμαστε. Είμαστε απάνθρωποι και ελεήμονες. Απέναντι τους αδιάφορους εκείνοι που συνδράμουν. Έτσι ήταν πάντα, έτσι θα είναι: απέναντι στα σκοτάδια της ψυχής, ο παρήγορος λόγος, η παρήγορη κίνηση.

 

 

ΥΓ.: Τα παραπάνω γράφτηκαν με συντροφιά τον Μπόμπο.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr