ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΑΓΓΕΛΑΚΟ

 

Μέρες Σεπτεμβρίου 2015 –Ημερολόγιο Μυτιλήνης 3

 

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015, 10:00 π.μ.

Η Καλλονή έχει ένα από το ομορφότερα Δημοτικά Σχολεία που έχω δει. Χτισμένο με τις εισφορές των μεταναστών της από την Αμερική. Ο διευθυντής του δημοτικού, Χριστόδουλος Χατζηιωάννου, ζητάει να με δει. Είναι νέος και δραστήριος, από τους εκπαιδευτικούς που ανοίγουν το σχολείο στην κοινωνία. Με φέρνει σ' επαφή με την Ομάδα Εθελοντικής Δράσης Καλλονής. Τα μέλη της δραστηριοποιούνται στην πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, τη συλλογή ρούχων και τροφίμων για τους οικονομικά ασθενείς, το κοινωνικό φροντιστήριο, το περιβάλλον και τη μέριμνα για το κολατσιό όλων των μαθητών. Στο ζήτημα των προσφύγων λειτουργούν ανεξάρτητα από την Αγκαλιά: έρχονται σε συνεννόηση με τους οδηγούς των πούλμαν, τα γεμίζουν με πρόσφυγες από το πάρκο και τους στέλνουν κατευθείαν στη Μυτιλήνη.


Όταν βγαίνω από τη συνάντηση σκέφτομαι τον τίτλο από το πρώτο μυθιστόρημα της Μήτσορα: Σκόρπια δύναμη. Περισσότερο επίκαιρος από ποτέ.

 

1:00 μ.μ.

Οι Μυτιληνιοί είναι ευγενείς και πολιτισμένοι. Οι προσφυγικές μνήμες κρατάνε ακόμα. Αλλά η κοινωνία δοκιμάζεται καθημερινά: από την παντελή έλλειψη κρατικής ή ευρωπαϊκής βοήθειας. Οι ανάγκες πολλές. Καθένας αναφέρει κι άλλη. Ρωτάω τον Γιώργο Τυρίγο-Εργά. «Χρειάζονται μικρά νοσηλευτικά κέντρα σε Πέτρα, Μόλυβο και Καλλονή» λέει.
Οι φήμες φτάνουν από παντού. Δημιουργούν μια Βαβέλ και δεν υπάρχει χρόνος να τις εξακριβώσεις. Οι περισσότεροι μιλάνε ωστόσο για το κλειστό στρατόπεδο της Πέτρας που άνοιξε με νόμο για να φιλοξενεί τους πρόσφυγες. Οι ντόπιοι το κρατάνε κλειστό. Καθένας κάνει ό,τι γουστάρει, παραμονές εκλογών, σ' αυτή τη χώρα που είναι χωρίς Βουλή, χωρίς Θεό.

 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015, 4:00 μ.μ.

Στην Αγκαλιά. Παρήγορη επανάληψη. Ανακουφιστική. Δίνουμε παπούτσια, νερό, σάντουιτς ή κονσέρβες, φρούτα, γάλα, χυμούς, σαπούνια, κουβέρτες. Αυτοί που ξέρουν περιποιούνται τα πληγιασμένα πόδια. Πετάμε σκουπίδια. Καθαρίζουμε. Μοιράζουμε παιχνίδια και μπογιές στα παιδιά. Οι πρόσφυγες πλένουν τα ρούχα τους στη βρύση. Λούζονται. Οι νεαροί ζητάνε bic για να ξυριστούν. Tα πολύμπριζα είναι γεμάτα με κινητά που φορτίζουν.


Ο Κυριάκος στο τηλέφωνο. Μου λέει «γράφε ιστορίες». Καθημερινά περνάνε εκατοντάδες πρόσφυγες από την Αγκαλιά. Καθένας και η ιστορία του. Οι ιστορίες μπαίνουν στα πούλμαν ή το κόβουν με τα πόδια. Χάνονται στο βάθος του δρόμου. Όλες μαζί μια αμίλητη ιστορία.


Είναι κοντά στα 80. Τον ξεχωρίζω από την πρώτη στιγμή. Φοράει ένα takee, το παραδοσιακό φεσάκι των θρησκευόμενων μουσουλμάνων. Αν η ευγένεια έψαχνε έναν τόπο να κατοικήσει, τον βρήκε στο πρόσωπό του. Μας πλησιάζει με τον θρησκευτικό του χαιρετισμό. Δεν μιλάει αγγλικά. Μας ζητάει με νοήματα κάτι για να κάνει εισπνοές. Δεν έχουμε. Χαιρετάει το ίδιο ευγενικά και φεύγει. Ξανάρχεται με τη γυναίκα του ύστερα από δυο ώρες. Ζητάει γάλα και για τους δυο τους. Μοιάζουν δεμένοι από πάντα. Δεν ξέρω σε ποια σύνορα θα τους σταματήσουν. Σε ποιες τέντες θα κοιμηθούν. Σε ποια άσφαλτο. Δε μιλάω τη γλώσσα του ούτε αυτός τη δική μου. Δε μιλάει ούτε αγγλικά. Αν μιλούσε, θα του έλεγα πως κάποτε θα ξανασυναντηθούμε. Σ' έναν κήπο μάλλον. Τότε θα μάθω από πού πηγάζει όλη αυτή η ευγένεια. Θα μου πει για τον Θεό του, κι εγώ για τον δικό μου. Δίπλα μας θα υπάρχει ένα συντριβάνι. Ένα μαρμάρινο συντριβάνι για να τρέχει το νερό.


Η Πέπη παίζει μ' ένα δίχρονο. Το γέλιο του μας ζωντανεύει. Ο πατέρας του φοράει κόκκινες γυναικείες παντόφλες κάτω από το μακρύ του παντελόνι. Το παίρνει αγκαλιά και πάνε στην αγορά. Τους συναντάω αργότερα εκεί. Οι ίδιες κόκκινες παντόφλες. Το παιδί με βλέπει και ξαναγελάει. Μια ησυχία απλώνεται μέσα μου. Ό,τι κι αν συμβεί, ο πατέρας του θα το προστατέψει.


Τα μαλλιά της έχουν ένα ξεπλυμένο μωβ χρώμα. Είναι εύθραυστη, θαρρείς θα καταρρεύσει την επόμενη στιγμή. Ο γιος της έχει πάρει την ομορφιά της. Η Βάνια μου λέει πως ο άντρας της την εγκατέλειψε. Πήρε το γιο της και πέρασε τα σύνορα. Περπάτησε όλη την Τουρκία κι έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Δούλεψε εφτά μήνες για να βγάλει τα χρήματα που ζητούσαν οι διακινητές. Φοβάμαι γι' αυτήν. Φοβάμαι για όλες τις όμορρφες γυναίκες που ταξιδεύουν μόνες τους. Οι σπείρες του trafficking απλώνονται παντού.

 

Μέρες Σεπτεμβρίου 2015 –Ημερολόγιο Μυτιλήνης 3


Δίνω στον Φίλιπ ένα γυναικείο γαλάζιο καπέλο να το στείλει στην αποθήκη. Το παίρνει και το φοράει. Ο Φίλιπ ήρθε από το Λονδίνο. Είναι από μόνος του μια παιδική χαρά. Γίνεται φίλος με όλους τους πρόσφυγες, κυρίως με τα παιδιά και τους νέους. Αρπάζει έναν από τους ώμους και τους βγάζω φωτογραφία. Γελάμε.


Ο Πάτρικ βρίσκει ένα αραβικό κέντημα που το ξέχασε κάποια οικογένεια. Ζει στο Μόναχο και είναι σεφ: ένα είδος Άντονι Μπουρνταίν, στο πιο γυμνασμένο. Ο Πάτρικ είναι ο «σκληρός» της ιστορίας. Ένα σώμα γεμάτο φλέβες και μια φωνή που έχει τη δύναμη να κάνει τους πάντες να τον ακούνε. Μου δείχνει το κέντημα. Λέει πως θα το κρεμάσει στον τοίχο της Αγκαλιάς σαν καλωσόρισμα στους πρόσφυγες. Να βλέπουν κάτι από την πατρίδα τους και να γλυκαίνονται.


Είναι δεν είναι πέντε μηνών. Του φιλάω την παλάμη κι αυτό σηκώνει το χέρι του και μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Δεν έχω ξαναδεί τόσο έντονα μάτια καρφωμένα στα δικά μου. Καταλαβαίνω τι μου λένε. Μιλάω με τον πατέρα του. Σπασμένες λέξεις και χειρονομίες. Το μωρό με ξαναχαϊδεύει. Η Ουγγαρία έχει κλείσει τα σύνορα. Η Μέρκελ απειλεί να αναστείλει τη συνθήκη του Σέγκεν. Οι Γάλλοι σοκαριστικά αδιάφοροι. Η Ευρώπη κι εγώ δεν αγαπάμε τα ίδια παιδιά.


Μιλάω με τη Βάνια. Μια παρέα 20άρηδες μαζεύονται γύρω μας. Με κερνάνε ένα τούρκικο τσιγάρο. Μας απαριθμούν τις στάσεις του ταξιδιού τους. Περάσανε μέσα από τον συριακό στρατό. Τους ρωτάμε αν είναι καλός. Μας απαντάνε όλοι μαζί: «Κανένας δεν είναι καλός. Όλοι τους μας σκοτώνουν.»


Για μια μέρα γίνεται η ψυχή της Αγκαλιάς. Είναι 19 χρονών, τρία χρόνια μικρότερος από το γιο μου. Μιλάει αγγλικά, μας μεταφράζει ό,τι του ζητάμε. Αναλαμβάνει να ενημερώνει τους υπόλοιπους. Ξεκίνησε από τη Δαμασκό. Θέλει να πάει στη Γερμανία, τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του ζουν στο Μόναχο. Με ρωτάει αν θα τον αφήσουν να περάσει τα σύνορα. Του λέω πως θα τα καταφέρει. Ήταν το μόνο που μπορούσα να του πω εκείνη τη στιγμή. Θέλει να βγάλουμε selfie: μια με το δικό μου κινητό και μια με το δικό του. Στις 11 τη νύχτα φτάνουν τα δυο τελευταία πούλμαν. Τον βλέπω πίσω από το τζάμι. Τον χαιρετάμε και του φωνάζουμε «καλή τύχη». Φέρνει το χέρι του στην καρδιά. Τα δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια του δεν τα σκουπίζει. Ορμάω και παίρνω μια πλαστική σακούλα. Τη γεμίζω με άδεια πλαστικά μπουκάλια. Καθαρίζουμε όλοι μαζί κάνα τέταρτο. Όταν τελειώνουμε είμαι σίγουρος πια. Κανείς δε με είδε να βουρκώνω.