Ένσταση ακυρότητας της προδικασίας κατέθεσε ο δικηγόρος του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρη Λιγνάδη, που κατηγορείται για βιασμό κατά συρροή.

 

Η υπεράσπιση του Λιγνάδη αιτήθηκε της απόλυτης ακυρότητας καθώς όπως ισχυρίζεται υπήρξε άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του χωρίς προηγούμενη κλήση του με την ιδιότητα του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων.

 

Παράλληλα, η ένσταση ακυρότητας βασίζεται ακόμη στο γεγονός της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης χωρίς να συντρέχουν οι απαραίτητες προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις.

 

Με το αίτημα αυτό, ο δικηγόρος του Δημήτρη Λιγνάδη βάλλει κατά της δίωξης που ασκήθηκε στον εντολέα του αλλά και κατά του εντάλματος, βάσει του οποίου συνελήφθη.

 

«Ο δικός μου αντίλογος» δεν ακούστηκε λέει ο κατηγορούμενος σκηνοθέτης για να υποστηρίξει πως «η αβασάνιστη αποδοχή εκ μέρους της ανακρίτριας των περιστάσεων δήθεν τέλεσης των διωκόμενων αδικημάτων δεν οφείλεται σε ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων» αλλά «σε προκατάληψη, στο δυσμενές για εμένα κοινωνικό και πολιτικό κλίμα και στη μεροληπτική και μονόπλευρη υπερ - προβολή φημών από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης».

 

Ο Δημήτρης Λιγνάδης μέσω του συνηγόρου του, παραθέτει βήμα-βήμα πώς διενεργήθηκε η εισαγγελική έρευνα, προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση. Η ένταση αναμένεται να εισαχθεί σύντομα στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο προς εξέταση.

 

Ωστόσο, σύμφωνα με νομικούς κύκλους αυτή η κίνηση δεν εμποδίζει την διαδικασία της απολογίας από τον κατηγορούμενο, που έχει προγραμματιστεί για αύριο στις 14.30 το μεσημέρι.

 

 

Αναλυτικότερα, στην ένσταση ακύρωσης αναφέρεται πως σχετικά με την πρώτη μήνυση που υπεβλήθη σε βάρος του:

 

«Την 5/2/2021 υπεβλήθη από τον Βασίλειο Κ(...) μηνυτήρια αναφορά στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στην οποία ουσιαστικά δεν περιέγραψε κάποια αξιόποινη συμπεριφορά, αφού κατά τους ισχυρισμούς του, και αληθείς υποτιθέμενους, οι δήθεν σεξουαλικές επαφές μαζί του, έγιναν με τη συναίνεσή του ενώ ήταν ήδη 15 ετών και χωρίς να έχω την ιδιότητα του παιδαγωγού του.

 

»Σε κάθε δε περίπτωση το χρονικό διάστημα, στο οποίο αναφέρεται είναι μεγαλύτερο της εικοσαετίας από την ενηλικίωσή του και εν όψει των περί παραγραφής διατάξεων το περιεχόμενο της αναφοράς του ήταν ποινικά αδιάφορο.

 

Ακόμη, στο αίτημά αναφέρεται πως στην δεύτερη μήνυση που κατατέθηκε στην εισαγγελία κατά του Δημήτρη Λιγνάδη στις 19/2 υποστηρίζεται «ότι δήθεν τον Αύγουστο του έτους 2010 τέλεσα σε βάρος του το αδίκημα του βιασμού ενώ ο μηνυτής ήταν ηλικίας 14 ή 15 ετών, χωρίς αυτό να προκύπτει με ακρίβεια αφού αναφέρει μόνο το έτος της γεννήσεως του, το 1995».

 

Σύμφωνα με το αίτημα, ο μηνυτής πρότεινε και έναν μάρτυρα, ο οποίος εξετάστηκε από τον εισαγγελέα. Ωστόσο, ο μάρτυρας αυτός «επιβεβαίωσε τη γνωριμία μου με το μηνυτή, αλλά δεν αντελήφθη καμία σεξουαλική επαφή μου με η χωρίς συναίνεση είτε με το μηνυτή είτε με οποιαδήποτε άλλο πρόσωπο, περιέγραψε εντελώς διαφορετικά τις περιστάσεις, υπό τις οποίες με είχαν δήθεν συναντήσει είτε εντός είτε εκτός της οικίας μου και το κορυφαίο δεν γνώριζε έστω εκ διηγήσεως οποιαδήποτε περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης του μηνυτή, μολονότι προφανώς γνώριζε ότι έχει υποβληθεί μήνυση εναντίον μου και μάλιστα δεν ήταν και σίγουρος εάν ο μηνυτής με είχε συναντήσει ξανά μετά την τελευταία φορά που ο μάρτυρας και ο μηνυτής δήθεν με επισκέφθηκαν στο σπίτι μου».

 

Σε ό,τι αφορά στους μάρτυρες που κατέθεσαν στον εισαγγελέα κατά του Δημήτρη Λιγνάδη ο κατηγορούμενος, δια του δικηγόρου του αναφέρει πως «Ο εισαγγελέας έλαβε ένορκη κατάθεση από μάρτυρα που πρότεινε ο κ. Κυπαρισσόπουλος. Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε πως «κατά το χρονικό διάστημα 2014 έως 2016, δηλαδή σε ηλικία 16 προς 17 ετών, δήθεν είχε σεξουαλική σχέση μαζί μου με τη θέλησή του και ότι μια φορά εντός αυτού του χρονικού διαστήματος ανάμεσα σε πολλές άλλες σεξουαλικές επαφές μας υπήρξε και μια που κατά τους ισχυρισμούς του «δεν ήθελε».

 

»Την ίδια ημέρα κατέθεσαν και δυο ακόμη μάρτυρες, ένας άνδρας και μια γυναίκα. Από τους μάρτυρες αυτούς ο ένας «δεν κατέθεσε τίποτα απολύτως σε βάρος μου, αφού δεν υπέπεσε στην αντίληψή του οποιαδήποτε μεμπτή συμπεριφορά μου προς οποιοδήποτε ανήλικο πρόσωπο».

 

Η δε γυναίκα μάρτυρας, σύμφωνα με την πλευρά Λιγνάδη: «Απλώς και μόνο εξιστόρησε την ατυχή και εμμονική προσπάθειά της ήδη από τα φοιτητικά της χρόνια και συγκεκριμένα από το έτος 2000 να συνάψει ερωτική σχέση μαζί μου, χωρίς ωστόσο να αντιληφθεί έστω και μια σεξουαλική επαφή μου με ή χωρίς συναίνεση με έστω και ένα ανήλικο πρόσωπο».

 

Στο αίτημα ακύρωσης δε, που κατέθεσε η πλευρά Λιγνάδη, αναφέρεται πως ο κατηγορούμενος σήμερα σκηνοθέτης πληροφορήθηκε από τις 11/2 από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ότι έχει κατατεθεί σε βάρος μου μήνυση.

 

Τότε αμέσως, όπως σημειώνει, υπέβαλλε στην προϊστάμενη της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών αίτηση ώστε να κληθεί προκειμένου να παράσχει εξηγήσεις και να λάβει αντίγραφα οποιασδήποτε δικογραφίας είχε σχηματιστεί σε βάρος του.

 

Αναφέρει χαρακτηριστικά πως  είναι «γνωστή και μόνιμη διεύθυνση της κατοικίας του τα τελευταία δώδεκα χρόνια» Σκοπός ήταν να «υπερασπισθώ τον εαυτό μου τόσο έναντι της εγκλήσεως όσο και έναντι της ακραίας δυσφήμισης μου από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εξ' αιτίας της οποίας μάλιστα ήδη από τις 6/2 παραιτήθηκα από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, προκειμένου να μην βάλλεται δια του προσώπου μου ο σημαντικός αυτός θεσμός για τη χώρα και τον πολιτισμό της».

 

Συνεχίζει δε, λέγοντας πως «Δυστυχώς ο εισαγγελέας απέρριψε το αίτημά μου και περάτωσε την ανάκριση χωρίς να με καλέσει σε εξηγήσεις «και χωρίς μια απλή έρευνα στο internet να διασταυρώσει αν αντιστοιχούν στην αλήθεια οι ημερομηνίες διαφόρων γεγονότων και εκδηλώσεων που αναφέρονται στις μαρτυρικές καταθέσεις των δυο δήθεν παθόντων (όλες είναι λάθος) άσκησε ποινική δίωξη σε βάρος μου για βιασμό κατά συρροή..... Με τον τρόπο αυτό όμως προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά την άσκηση δίωξης εναντίον μου....».

 

Η υπεράσπιση του Δημήτρη Λιγνάδη αναφέρεται επίσης και στα όσα αναφέρονται στο ένταλμα, ότι δηλαδή ο σκηνοθέτης είναι ύποπτος να είχε σχεδιάσει την τέλεση νέων αδικημάτων. Όπως αναφέρει:

 

Πρόκειται για επιχείρημα «παντελώς αβάσιμο, αφού οι δυο πράξεις που μου αποδίδονται έχουν παλαιό χρόνο τέλεσης, ήτοι Αύγουστο 2010 και Αύγουστο 2015, οι δε μάρτυρες κατηγορίας δεν βρίσκονται σε πρόσφατη συναναστροφή μαζί μου, αλλά έχουν να με δουν πάρα πολλά χρόνια, βάσει των καταθέσεων τους από 5 έως 23 χρόνια, πολλοί εξ αυτών ζουν στο εξωτερικό και κατά συνέπεια δεν ήταν εις θέση να εισφέρουν είτε από προσωπική αντίληψη είτε παραπέμποντας σε κάποιο τρίτο πρόσωπο του περιβάλλοντος μου έστω και ένα πρόσφατο περιστατικό, εκ του οποίου να προκύπτει ότι «έχω σχεδιάσει» νέα εγκλήματα είτε ομοειδή με αυτά που μου αποδίδονται είτε διαφορετικά».

 

Η υπεράσπιση Λιγνάδη στην αίτηση ακυρότητας υποστηρίζει ακόμα πως «Δεν υπάρχουν στη δικογραφία φωτογραφίες ιατροδικαστικές εκθέσεις και μηνύματα είτε μέσω κινητού τηλεφώνου είτε από κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, εκ των οποίων θα καθίσταται δυνατή η επιβεβαίωση των καταγγελλομένων».

 

 

Επιπλέον αναφέρει πως στο ένταλμα δεν αναφέρεται κίνδυνος φυγής αλλά αναφέρεται ότι «δήθεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις «ότι έχω σχεδιάσει» την τέλεση και άλλων ομοειδών σοβαρών αδικημάτων σε βάρος ανηλίκων παθόντων, πλην όμως η ως άνω αιτιολογία δεν έχει καμία σχέση με την αιτιολογία που απαιτεί το άρθρο 276 παρ. 2 Κ.Π.Δ.» Και αυτό διότι οι δυο πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο «έχουν παλαιό χρόνο τέλεσης, ήτοι Αύγουστο 2010 και Αύγουστο 2015, οι δε μάρτυρες κατηγορίας έχουν να με δουν πολλά χρόνια και πολλοί εξ αυτών ζουν στο εξωτερικό και κατά συνέπεια δεν ήταν σε θέση να εισφέρουν «ένα πρόσφατο περιστατικό εκ του οποίου να προκύπτει ότι «έχω σχεδιάσει» να τελέσω νέα εγκλήματα.

 

 

Με πληροφόιρες από το Πρώτο Θέμα

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr