Στην πρώτη αίθουσα δεν σε περιμένει ένας πίνακας. Σε περιμένουν κόκαλα.
Λευκά, σωριασμένα, σχεδόν τελετουργικά. Δίπλα τους, βοηθοί με λευκές ποδιές καθοδηγούν τους επισκέπτες προς κρυστάλλους, πέτρινες επιφάνειες, αντικείμενα που δεν ζητούν απλώς να τα κοιτάξεις. Ζητούν να τα πλησιάσεις με το σώμα σου.
Έτσι αρχίζει το Transforming Energy, η νέα μεγάλη έκθεση της Μαρίνα Αμπράμοβιτς στις Gallerie dell'Accademia της Βενετίας, που ανοίγει στις 6 Μαΐου και θα διαρκέσει έως τις 19 Οκτωβρίου. Το γεγονός έχει ήδη ιστορικό βάρος: η Αμπράμοβιτς γίνεται η πρώτη εν ζωή γυναίκα καλλιτέχνιδα που παρουσιάζει μεγάλη ατομική έκθεση στο μουσείο, έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της βενετσιάνικης ζωγραφικής.
Αλλά το πραγματικό ρήγμα της έκθεσης δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι σωματικό.
Η Αμπράμοβιτς, που κλείνει τα 80 φέτος, δεν μπαίνει στην Accademia για να σταθεί ευλαβικά απέναντι στους παλιούς δασκάλους. Μπαίνει για να αναμετρηθεί μαζί τους με το υλικό που χρησιμοποίησε πάντα: το σώμα, την αντοχή, τον χρόνο, την έκθεση του εαυτού, την παρουσία του άλλου.
Το Transforming Energy απλώνεται τόσο στους χώρους των περιοδικών εκθέσεων όσο και μέσα στις αίθουσες της μόνιμης συλλογής. Εκεί όπου το μουσείο φυλάσσει τη βαριά κληρονομιά της Αναγέννησης, η Αμπράμοβιτς τοποθετεί έργα που ζητούν κάτι σχεδόν ανάρμοστο για ένα μεγάλο μουσείο: συμμετοχή. Ο θεατής δεν περνά απλώς μπροστά από τα έργα. Ξαπλώνει, κάθεται, στέκεται, περιμένει, ακούει, αποσυνδέεται.
Τα κινητά δεν επιτρέπονται μέσα στην έκθεση. Προσφέρονται ακουστικά για να κόβεται ο εξωτερικός ήχος. Η ίδια η καλλιτέχνιδα θέλει οι επισκέπτες να μείνουν αρκετή ώρα, όχι να περάσουν βιαστικά μπροστά από ένα ακόμη πολιτιστικό γεγονός που θα γίνει φωτογραφία, στόρι, απόδειξη παρουσίας.Αυτό είναι ίσως το πιο ακραίο της έργο σήμερα. Όχι τα κόκαλα. Όχι οι κρύσταλλοι. Όχι η μνήμη του πόνου. Αλλά η απαίτηση να βγεις για λίγο από την τεχνολογική σου νευρικότητα και να γίνεις διαθέσιμος.
Τα Transitory Objects, μια σειρά αντικειμένων που η Αμπράμοβιτς δουλεύει εδώ και δεκαετίες, βρίσκονται στον πυρήνα της έκθεσης. Πέτρινα κρεβάτια, δομές με κρυστάλλους, επιφάνειες που καλούν το σώμα να πάρει θέση: ξαπλωμένο, καθισμένο ή όρθιο. Οι τρεις αυτές στάσεις επιστρέφουν ξανά και ξανά στο έργο της σαν τρόποι μετάδοσης ενέργειας, αλλά και σαν ασκήσεις παρουσίας.
Δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς μυστικιστικά στην ενέργεια των ορυκτών για να καταλάβει τι επιχειρεί η Αμπράμοβιτς. Η έκθεση δεν ζητά πίστη. Ζητά επιβράδυνση. Ζητά μια άλλη σχέση με την τέχνη, λιγότερο καταναλωτική, λιγότερο αποδεικτική, λιγότερο σκηνοθετημένη για την οθόνη.
Αυτό που κάποτε έκανε η ίδια με το σώμα της, τώρα το μεταφέρει στο σώμα του κοινού. Η Αμπράμοβιτς υπήρξε η καλλιτέχνιδα που κάθισε ακίνητη, που άντεξε πόνο, που εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο, που έκανε τη διάρκεια υλικό τέχνης. Τώρα, αντί να ζητά από το κοινό να τη βλέπει να αντέχει, ζητά από το κοινό να αντέξει τη δική του παρουσία.
Στην αρχή της διαδρομής, τα κόκαλα θυμίζουν αναπόφευκτα το Balkan Baroque, την ιστορική performance με την οποία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1997. Τότε, καθισμένη πάνω σε έναν σωρό από ματωμένα κόκαλα αγελάδας, τα έτριβε επί ώρες, σε μια αδύνατη πράξη καθαρμού για τη βία στα Βαλκάνια. Δεν μπορούσε να τα καθαρίσει. Και ακριβώς εκεί βρισκόταν η αλήθεια του έργου.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, η Αμπράμοβιτς επιστρέφει στη Βενετία χωρίς να αναπαράγει απλώς τον μύθο της. Τα κόκαλα δεν είναι εδώ μόνο ανάμνηση. Είναι είσοδος. Σαν να λένε ότι κάθε μεταμόρφωση αρχίζει από κάτι που δεν καθαρίζει εύκολα.
Η πιο φορτισμένη συνάντηση της έκθεσης βρίσκεται μπροστά στον Τισιανό. Η φωτογραφία Pietà (with Ulay) του 1983, στην οποία η Αμπράμοβιτς κρατά το σώμα του τότε συντρόφου και συνεργάτη της Ulay, τοποθετείται σε διάλογο με την Πιετά του Τισιανού, το τελευταίο, ανολοκλήρωτο αριστούργημά του.
Εκεί η έκθεση παύει να είναι απλώς μια σύγχρονη παρέμβαση σε ιστορικό μουσείο. Γίνεται μια συνομιλία ανάμεσα σε δύο σώματα του πένθους: το ζωγραφισμένο σώμα της Αναγέννησης και το πραγματικό, εύθραυστο, ερωτικό σώμα της performance. Η μητέρα που κρατά τον νεκρό Χριστό. Η καλλιτέχνιδα που κρατά τον άνδρα με τον οποίο μοιράστηκε το έργο της, τον έρωτα, τη σύγκρουση, τον αποχωρισμό.
Η Αμπράμοβιτς ξέρει πολύ καλά τον κίνδυνο αυτής της χειρονομίας. Να σταθείς δίπλα στον Τισιανό δεν είναι μικρό πράγμα. Μπορεί να μοιάζει με ύβρη. Μπορεί να μοιάζει με καλλιτεχνική εγωπάθεια.
Αλλά όλη της η καριέρα χτίστηκε πάνω σε αυτή την επικίνδυνη γραμμή: ανάμεσα στην αυτοέκθεση και στην αυταρέσκεια, ανάμεσα στο τελετουργικό και στο θέαμα, ανάμεσα στη θυσία και στη σκηνοθεσία της θυσίας.
Και ίσως γι' αυτό η έκθεση έχει ενδιαφέρον τώρα. Όχι επειδή η Αμπράμοβιτς χρειάζεται ακόμη μια επιβεβαίωση, αλλά επειδή η δημόσια εμπειρία της τέχνης έχει αλλάξει τόσο πολύ ώστε το παλιό της αίτημα μοιάζει ξανά επείγον.
Να είσαι εκεί.
Να μην τραβάς.
Να μην αποδεικνύεις ότι ήσουν εκεί.
Να μην καταναλώνεις την εμπειρία πριν καν τη ζήσεις.
Στο Transforming Energy, η Αμπράμοβιτς δεν ζητά από το κοινό να την πιστέψει. Ζητά να σταματήσει για λίγο να λειτουργεί σαν κοινό. Να γίνει μέρος της διαδικασίας. Να μπει στο έργο όχι ως εικόνα, αλλά ως σώμα.
Αυτό μπορεί να ακούγεται υπερβολικό, σχεδόν αφελές, σε μια εποχή όπου η προσοχή έχει γίνει το πιο εξαντλημένο μας υλικό. Αλλά η Αμπράμοβιτς δεν έπαψε ποτέ να δουλεύει με τα εξαντλημένα υλικά. Με το σώμα όταν δεν αντέχει άλλο. Με τον χρόνο όταν γίνεται βασανιστικός. Με τη σιωπή όταν αρχίζει να μιλά. Με το βλέμμα όταν δεν έχει πια πού να κρυφτεί.
Στη Βενετία, ανάμεσα σε Αναγέννηση, κόκαλα, κρυστάλλους και απενεργοποιημένα τηλέφωνα, το ερώτημα δεν είναι αν η τέχνη μπορεί πράγματι να μεταμορφώσει την ενέργεια. Το ερώτημα είναι πιο απλό και πιο δύσκολο.
Μπορούμε ακόμη να της δώσουμε χρόνο;
Με στοιχεία από Reuters, The Art Newspaper και Gallerie dell'Accademia