Με το Intimate Audrey, τη νέα βιογραφία της Όντρεϊ Χέπμπορν, ο γιος της Σον Χέπμπορν Φερέρ επιστρέφει στη γυναίκα πίσω από τη θρυλική εικόνα. Όχι μόνο στη σταρ του Roman Holiday και του Breakfast at Tiffany’s, αλλά σε μια ζωή σημαδεμένη από τον πόλεμο, την πείνα, το οικογενειακό τραύμα και τις διαψεύσεις της ιδιωτικής ζωής.
Ο ίδιος λέει πως θέλησε να γράψει ένα βιβλίο πιο κοντά στην καθημερινή της αλήθεια, ένα βιβλίο με λιγότερο γκλαμουρ και περισσότερα οικογενειακά τραπέζια. Εδώ και χρόνια φροντίζει την κληρονομιά της μητέρας του, προστατεύοντας το έργο της και προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή μια μνήμη που πολύ εύκολα κινδυνεύει να μείνει μόνο εικόνα. Η Χέπμπορν, άλλωστε, είναι μία από εκείνες τις μορφές των οποίων η δημόσια εικόνα έγινε τόσο τέλεια, ώστε σχεδόν σκέπασε τη ζωή που την έφτιαξε.
Το βιβλίο γυρίζει πρώτα στα δύσκολα χρόνια. Η Όντρεϊ Χέπμπορν έζησε την γερμανική κατοχή στην Ολλανδία, γνώρισε τη βία, τον φόβο και την πείνα, επιβίωσε τρώγοντας ψωμί από αλεύρι βολβών τουλίπας και κουβάλησε για πάντα το τραύμα εκείνης της περιόδου. Στην ίδια αφήγηση μπαίνει και μία από τις πιο άβολες οικογενειακές αλήθειες: ότι οι γονείς της είχαν περάσει από τον φασισμό και είχαν ακόμη και φωτογραφηθεί με τον Χίτλερ. Είναι από εκείνες τις λεπτομέρειες που ραγίζουν αμέσως τον γνώριμο θρύλο της εκλεπτυσμένης σταρ και δείχνουν πόσο βαρύ ήταν το ιστορικό έδαφος πάνω στο οποίο χτίστηκε αργότερα η κομψότητά της.
Ύστερα ήρθε το σινεμά, η εντυπωσιακή άνοδος, το Όσκαρ για το Roman Holiday, η λάμψη, ο Ζιβανσί, η μεταπολεμική υπόσχεση ενός νέου τύπου σταρ: κομψής, ευφυούς, ανάλαφρης, με ένα πρόσωπο που έμοιαζε φτιαγμένο για να αντέχει στον χρόνο. Ο γιος της επιμένει ότι αυτή η μαγεία δεν ήταν μόνο θέμα ομορφιάς ή στιλ. Υπήρχε και κάτι βαθύτερο: μια αίσθηση φυσικότητας, λεπτότητας και ευρωπαϊκής ευαισθησίας που την έκανε να μοιάζει ταυτόχρονα προσιτή και άφταστη.
Η βιογραφία όμως δεν μένει μόνο εκεί. Ανοίγει και το κεφάλαιο των ανδρών της ζωής της, χωρίς διάθεση κουτσομπολιού αλλά και χωρίς ωραιοποίηση. Ο Σον Χέπμπορν Φερέρ μιλά ανοιχτά για τους δύσκολους γάμους της, για την απιστία, για τη συναισθηματική φθορά και για μια γυναίκα που, παρά τη δημόσια τελειότητα, υπέφερε βαθιά στην ιδιωτική της ζωή. Κάπου εκεί, η Χέπμπορν παύει να είναι το τέλειο πρόσωπο του κλασικού Χόλιγουντ και ξαναγίνεται μια γυναίκα εκτεθειμένη στη ματαίωση, στην προδοσία και στην ανάγκη να κρατηθεί όρθια.
Υπάρχει και ένα ακόμη κεφάλαιο που ο γιος της θεωρεί καθοριστικό για να καταλάβει κανείς ποια ήταν πραγματικά: η στροφή της στη UNICEF και το ανθρωπιστικό έργο των τελευταίων χρόνων της ζωής της. Για εκείνον, δεν ήταν μια όμορφη χειρονομία δημόσιας εικόνας, αλλά κάτι βαθιά δεμένο με την παιδική της μνήμη. Η γυναίκα που είχε ζήσει την πείνα και τον πόλεμο αναγνώριζε αμέσως αυτά τα σημάδια στα παιδιά που συναντούσε αργότερα στην Αιθιοπία, στο Βιετνάμ ή στη Σομαλία.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι ίσως ότι δεν προσπαθεί να αποκαθηλώσει την Όντρεϊ Χέπμπορν ούτε να την ξαναφυλακίσει στον μύθο της. Προσπαθεί να τη φέρει λίγο πιο κοντά στη γη, να την επαναφέρει στο ανθρώπινο μέγεθός της. Να θυμίσει ότι πίσω από τις φωτογραφίες, τα μαύρα γάντια, τα γυαλιά, τις σιλουέτες και τα αιώνια καρέ, υπήρχε μια ζωή με βαρύ ιστορικό φορτίο και μεγάλο προσωπικό κόστος.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο συγκινητικό στοιχείο αυτής της νέας βιογραφίας: ότι θυμίζει πως ακόμη και οι πιο άφθαρτες εικόνες χτίζονται πάνω σε σώματα που κάποτε πείνασαν, φοβήθηκαν, αγάπησαν και λύγισαν.
με στοιχεία από τον Guardian