Ο Ανίς Καπούρ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποκλειστούν από τη Μπιενάλε Βενετίας λόγω της «απεχθούς πολιτικής μίσους» της χώρας και του «αδιάκοπου πολεμοκαπηλείου» της.
Ο καλλιτέχνης, που είχε εκπροσωπήσει το Ηνωμένο Βασίλειο στη διοργάνωση του 1990, είπε ότι επικροτεί την απόφαση της κριτικής επιτροπής της Μπιενάλε να παραιτηθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη συμμετοχή του Ισραήλ και της Ρωσίας, λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη της διοργάνωσης, η οποία συχνά αποκαλείται «οι Ολυμπιακοί Αγώνες της τέχνης».
Ωστόσο, ο Καπούρ υποστήριξε ότι η πενταμελής διεθνής επιτροπή θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει και τις ΗΠΑ στο σκεπτικό της αποχώρησής της από τη διαδικασία απονομής των βραβείων, η οποία πλέον μετατίθεται για τον Νοέμβριο.
Χαρακτήρισε την παραίτηση «γενναία απόφαση», αλλά πρόσθεσε: «Θα ήλπιζα ότι θα είχαν αποκλείσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες για την αποτρόπαιη πολιτική μίσους τους και τη συνεχή τους πολεμοχαρή στάση.»
Η αμερικανική συμμετοχή στη Μπιενάλε, με τον καλλιτέχνη Άλμα Άλεν - ένα όνομα που ελάχιστοι στον χώρο της τέχνης γνώριζαν πριν από την επιλογή του - έχει βρεθεί στο επίκεντρο έντονης κριτικής, λόγω υποψιών για παρέμβαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ στην επιλογή του.
Η ανακοίνωση του Αμερικανού εκπροσώπου καθυστέρησε σημαντικά εξαιτίας του μεγαλύτερου κυβερνητικού shutdown στην ιστορία των ΗΠΑ, ενώ αρκετοί άλλοι καλλιτέχνες φέρεται να αρνήθηκαν τη συμμετοχή. Στους υποψήφιους είχε γνωστοποιηθεί ότι το έργο τους έπρεπε να «αντανακλά και να προωθεί αμερικανικές αξίες».
Ο επιμελητής του αμερικανικού περιπτέρου, Jeffrey Uslip, υπερασπίστηκε τη συμμετοχή του Άλεν, με τίτλο Call Me the Breeze, η οποία περιλαμβάνει περίπου 30 γλυπτά βιομορφικών σχημάτων, όλα με τον τίτλο Not Yet Titled («Χωρίς τίτλο ακόμη»).
Ο Άλεν, που υπήρξε για ένα διάστημα άστεγος και άρχισε να δημιουργεί γλυπτά ενώ ζούσε στη Νέα Υόρκη εργαζόμενος στις κατασκευές, είπε ότι η τέχνη του εκφράζει «τις εμπειρίες που έχει ζήσει στη ζωή του».
«Έτσι κύλησε η ζωή μου», είχε δηλώσει παλαιότερα. «Υπάρχουν στιγμές τύχης και στιγμές δυσκολίας. Και μερικές φορές συμβαίνουν ταυτόχρονα.»
Το αμερικανικό περίπτερο απέχει πολύ από το να είναι η μοναδική εστία έντασης στην 61η Μπιενάλε, όπου οι πολιτικές αντιπαραθέσεις απειλούν να επισκιάσουν τη διοργάνωση, ιδιαίτερα γύρω από τα περίπτερα του Ισραήλ και της Ρωσίας.
Περισσότεροι από 200 συμμετέχοντες υπέγραψαν επιστολή, οργανωμένη από τη συμμαχία Art Not Genocide Alliance (Anga), ζητώντας την ακύρωση του ισραηλινού περιπτέρου.
Τη Δευτέρα, το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού επιβεβαίωσε ότι το ρωσικό περίπτερο δεν θα είναι ανοικτό στο κοινό, αν και η καλλιτεχνική εγκατάσταση θα μπορεί να ιδωθεί μέσα από τα παράθυρα.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η Μπιενάλε καταδίκασε τη Ρωσία και απαγόρευσε τη συμμετοχή οποιουδήποτε συνδεόταν με το Κρεμλίνο. Δεν απέκλεισε όμως επισήμως τη χώρα, η οποία απουσίαζε από τις διοργανώσεις του 2022 και του 2024.
Η ιταλική κυβέρνηση συγκρούστηκε με τους διοργανωτές για την επανένταξη της Ρωσίας, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ελήφθη «αποκλειστικά και μόνο από το Ίδρυμα της Μπιενάλε, παρά την αντίθεση της ιταλικής κυβέρνησης».
Την περασμένη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημέρωσε το Ίδρυμα της Μπιενάλε ότι σχεδιάζει να τερματίσει ή να αναστείλει την επιχορήγησή της ύψους 2 εκατ. ευρώ για την έκθεση, λόγω της εμπλοκής της Ρωσίας.
Ο Καπούρ, που παρουσιάζει έκθεση στη Βενετία, είχε στο παρελθόν απειλήσει με νομικές ενέργειες κατά της κυβέρνησης Τραμπ, όταν πράκτορες συνοριοφυλακής φωτογραφήθηκαν μπροστά από το διάσημο έργο του Cloud Gate στο Σικάγο.
Όπως είπε, η εικόνα αυτή αντιπροσώπευε μια «φασιστική Αμερική». Είχε επίσης κινηθεί νομικά εναντίον της National Rifle Association (σ.σ. αμερικανική οργάνωση που υπερασπίζεται το δικαίωμα οπλοκατοχής στις ΗΠΑ) όταν χρησιμοποίησε εικόνα του Cloud Gate - υπόθεση που τελικά διευθετήθηκε εξωδικαστικά.
Με πληροφορίες από Guardian