Σχέδιο νόμου που προβλέπει αυστηρούς περιορισμούς σε οργανώσεις, επιχειρήσεις και πρόσωπα που λαμβάνουν χρηματοδότηση από το εξωτερικό προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην Ουγκάντα, με την αντιπολίτευση και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να προειδοποιούν για σοβαρή συρρίκνωση του δημόσιου χώρου και της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το λεγόμενο «νομοσχέδιο για την προστασία της κυριαρχίας» προωθείται με ταχεία διαδικασία στο κοινοβούλιο, με στόχο να έχει ολοκληρωθεί πριν από την ορκωμοσία του προέδρου στις 12 Μαΐου. Μεταξύ άλλων, προβλέπει ποινές έως και 20 ετών φυλάκισης για την προώθηση «ξένων συμφερόντων» και επιβάλλει περιορισμούς σε φορείς που συνεργάζονται ή χρηματοδοτούνται από διεθνείς εταίρους.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην προστασία της χώρας από εξωτερικές παρεμβάσεις. Ο υφυπουργός Εσωτερικών, στρατηγός David Muhoozi, δήλωσε σε κοινοβουλευτική επιτροπή ότι το νομοσχέδιο ενισχύει τις δικλείδες ασφαλείας έναντι επιρροών που θα μπορούσαν να απειλήσουν την εθνική ασφάλεια, την οικονομική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.
Ωστόσο, επικριτές κάνουν λόγο για νομοθεσία που παραπέμπει σε αντίστοιχες ρυθμίσεις σε χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, υποστηρίζοντας ότι στόχος είναι ο περιορισμός της κοινωνίας των πολιτών, των μέσων ενημέρωσης και της αντιπολίτευσης μέσω του ελέγχου της χρηματοδότησης. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Joel Ssenyonyi χαρακτήρισε το σχέδιο νόμου «αντιγραφή και επικόλληση» αντίστοιχων νόμων που, όπως είπε, χρησιμοποιούνται για την εξουδετέρωση της αντιπολίτευσης.
Το κείμενο του νομοσχεδίου περιλαμβάνει ευρείς και ασαφείς ορισμούς, γεγονός που, σύμφωνα με νομικούς, ενδέχεται να οδηγήσει σε ποινικοποίηση δραστηριοτήτων όπως η δημοσιογραφία, η δημόσια παρέμβαση και η υπεράσπιση δικαιωμάτων. Αν και αρχικές διατάξεις που χαρακτήριζαν ως «ξένους» ακόμη και Ουγκαντέζους της διασποράς αποσύρθηκαν μετά από αντιδράσεις, οι βασικές προβλέψεις παραμένουν.
Η συγκυρία θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η χώρα εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης πολιτικής έντασης ενόψει των εκλογών του Ιανουαρίου, με συλλήψεις και διώξεις αντιπολιτευόμενων προσώπων να συνδέονται με κατηγορίες περί εξωτερικής στήριξης.
Ο πρόεδρος Yoweri Museveni έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για «ξένη παρέμβαση» στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, υποστηρίζοντας ότι η Ουγκάντα πρέπει να διατηρήσει την ανεξαρτησία της στις πολιτικές αποφάσεις. Σε πρόσφατη ανάρτησή του, υποβάθμισε τις ανησυχίες για πιθανές επιπτώσεις στις επενδύσεις και τα εμβάσματα, επιμένοντας ότι ο στόχος του νομοσχεδίου είναι η διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας.
Αντίθετα, οργανώσεις όπως η Human Rights Watch εκτιμούν ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις απειλούν θεμελιώδη δικαιώματα και καλούν το κοινοβούλιο να τις απορρίψει. Παράλληλα, η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποίησε σε επιστολή της ότι ορισμένες διατάξεις θα μπορούσαν να ποινικοποιήσουν ακόμη και συνήθεις αναπτυξιακές δραστηριότητες διεθνών οργανισμών.
Η οικονομική διάσταση αποτελεί επίσης σημείο ανησυχίας. Η Ουγκάντα βασίζεται σε σημαντικό βαθμό σε εξωτερική χρηματοδότηση για τομείς όπως η υγεία και η εκπαίδευση, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι εκτεταμένοι περιορισμοί θα μπορούσαν να μειώσουν τις εισροές κεφαλαίων και να επηρεάσουν την οικονομική δραστηριότητα.
Παρά τις τροποποιήσεις που εξαιρούν ορισμένους τομείς, όπως χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δομές υγείας και εκπαίδευσης, οι επικριτές επιμένουν ότι το νομοσχέδιο συνιστά σοβαρή παρέμβαση στη λειτουργία της δημοκρατίας. Ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Δικηγόρων της Ουγκάντας, Anthony Asiimwe, έκανε λόγο για «θεσμική εκτροπή», υποστηρίζοντας ότι η νομοθεσία μετατοπίζει την ισορροπία ισχύος υπέρ της κυβέρνησης εις βάρος της κοινωνίας.
Με πληροφορίες από Guardian