ΗΤΑΝ 24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1932 και ώρα 8 το πρωί, όταν, όπως αφηγείται ο ανώνυμος ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελληνική», ο 30χρονος κηπουρός Δημήτριος Πανταζής, περνώντας τη γέφυρα του Κηφισού στον Άγιο Ιωάννη (Ρέντη), αντιλήφθηκε ότι ένα πτώμα κείτονταν υπτίως επί του εδάφους εντός της κοίτης του ποταμού.
Αρχικά υπέθεσε ότι επρόκειτο περί «γνωστού αλήτου περιερχομένου τα γύρωθεν αγροκτήματα» και από περιέργεια κατέβηκε από τη γέφυρα στην κοίτη του ποταμού. Μόλις όμως πλησίασε προς το μέρος εκείνο, παρατήρησε με φρίκη ότι επρόκειτο για το πτώμα ενός νεαρού άνδρα.
«Η κεφαλή του ατυχούς νέου ήτο φρικωδώς διερρηγμένη, ενώ γύρωθεν ήτο εκχυμένος ο εγκέφαλός του κατά τρόπον προσδίδοντα ανατριχιαστικόν τόνον εις το θέαμα του πτώματος».
«Δεν ήταν άνθρωπος αυτός, ούτε άντρας», επαναλάμβανε πολλές φορές. «Ντρόπιαζε όλο μας το σπίτι. Όσες φορές τον έβαζα να δουλέψει, έκλεβε και τα λεφτά τα χάλαγε για να κάνει μανικιούρ και να αγοράζει κρέμες».
Ο Πανταζής, χωρίς να μετακινήσει το πτώμα, έσπευσε προς τον αστυνομικό σταθμό Νέων Σφαγείων και ανέφερε το γεγονός στον αστυνόμο.
«Στη γέφυρα, κοντά στην Αγία Άννα, κύριε υπαστυνόμε, είναι ένα σκοτωμένο παιδί. Του έχουν ανοίξει το κεφάλι».
Οι Αρχές επιτόπου
Επειγόντως, όπως αφηγείται ο Ευστάθιος Θωμόπουλος, αστυνομικός ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», ειδοποιήθηκαν ο διοικητής του 9ου Αστυνομικού Τμήματος και ο εισαγγελέας, ο οποίος, μαζί με τον ιατροδικαστή, κατέφθασε έπειτα από λίγο. Ταυτόχρονα, κατέφθασε και το ειδικό συνεργείο της υπηρεσίας Σημάνσεως.
Μισή ώρα μετά την ανεύρεση του πτώματος, όλες οι αρμόδιες Αρχές βρίσκονταν στον τόπο του εγκλήματος. Λόγω του απόκρημνου τοπίου, αστυνομικοί και δικαστές «εκακόπαθαν, μωλωπισθέντες και κυλισθέντες εις τον βούρκον, κυριολεκτικώς, έφθασαν πλησίον του πτώματος, όπου έγινεν η φωτογράφησίς του από τον φωτογράφον τής Σημάνσεως και το συνεργείον ήρχισεν εκτελούν ιχνηλασίαν διά της ειδικής σκόνης».
Αφού ολοκληρώθηκε έτσι η απαραίτητη εργασία, ερευνήθηκαν τα ρούχα του θύματος. Χρήματα δεν έφερε πάνω του, ούτε κάποια επίσημη ταυτότητα. Σε μια τσέπη του γιλέκου όμως βρέθηκε ένα εξιτήριο από το νοσοκομείο Συγγρού, με ημερομηνία 19 Απριλίου 1932. Σε αυτό βεβαιώνεται ότι ο Γεώργιος Δημητρίου του Δημητρίου, 18 ετών, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο ως πάσχων από σύφιλη. Αυτή υπήρξε η μόνη ταυτότητα που βρέθηκε πάνω στο πτώμα.
Όσον αφορά τον τρόπο της θανάτωσης, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, έγινε φανερό από την πρώτη στιγμή ότι αυτή είχε συντελεστεί με πέτρες, «βία κατενεχθέντων κατά του κρανίου και των κροταφικών χωρών επανειλημμένως, ιδιαιτέρως δε της αριστεράς».
«Με απλούστερα, δηλαδή, λόγια, ο δράστης λυσσών εκτύπα το θύμα, κρατών εις τας χείρας του δύο λίθους μεγέθους διπλού γρόνθου, όπως ανευρέθησαν – και από τας δύο μήνιγγας, μέχρις ότου το θύμα έπεσε νεκρό με χυμένον εις το έδαφος τον εγκέφαλον και το αίμα».
Πάνω από μία ώρα διήρκεσε αυτή η εργασία των «διαπιστώσεων». Οι πολλοί κάτοικοι της γύρω περιοχής, ωστόσο, όταν ερωτήθηκαν από τους αστυνομικούς, δήλωσαν ότι δεν αναγνωρίζουν το πτώμα. Κανείς δεν είχε δει τον Δημητρίου ζωντανό ή κάποιον άλλον, και το μόνο που επιβεβαιώθηκε από δύο εργάτες του κτήματος Λουκίσσα ήταν ότι γύρω στις 10 το βράδυ της Παρασκευής «είχον ακούσει έντονους υλακάς των σκύλων, αι οποίαι εξηκολούθησαν πένθιμοι καθ’ όλην την νύκτα».
«Ευρήκατε ένα πτώμα στον Κηφισό. Είναι του αδελφού μου»
Σύμφωνα με τον αστυνομικό ρεπόρτερ Βενιζέλο Ζερβέα, ο οποίος αφηγείται τα γεγονότα για λογαριασμό της εφημερίδας «Ελεύθερος Άνθρωπος», ο εισαγγελέας και οι αστυνομικοί, μετά την επιτόπια αυτοψία τους, είχαν συγκεντρωθεί στον αστυνομικό σταθμό Νέων Σφαγείων και συσκέπτονταν για τη διαλεύκανση του εγκλήματος. Το έγκλημα εμφανιζόταν ως καλυπτόμενο από πυκνό πέπλο μυστηρίου, γιατί εκτός από την ταυτότητα του θύματος, τίποτε άλλο δεν ήταν γνωστό.
Αιφνιδίως τότε εμφανίστηκε ένας νέος καλοντυμένος, ο οποίος τους είπε:
«Ευρήκατε ένα πτώμα στον Κηφισό. Είναι του αδελφού μου, τον οποίον εσκότωσα εγώ, ως εξής: ο αδελφός μου ήτανε ένα παλιόπαιδο. Είχεν αισχρά διαγωγή και συνανεστρέφετο διάφορους παλιανθρώπους, οι οποίοι του μετέδωσαν σύφιλη. Μόλις μου είπεν ότι επάσχεν από την αρρώστια αυτήν εφρόντισα να τον βάλω εις το νοσοκομείον Σύγγρου, αλλ’ αυτός εφύγεν απ’ αυτού. Τρεις φορές το έκανε αυτό, να σηκωθεί από το νοσοκομείον χωρίς να θεραπευθή. Την αρρώστεια αυτήν μου την μετέδωσε και μένα στο κρεβάτι και κοιμωμάστε διαρκώς μαζί. Έβγαλα και εγώ σπυριά και ήρθα στο ίδιο χάλι με αυτόν».
Μια συνομιλία με τον δράστη
Ο Ευστάθιος Θωμόπουλος συνάντησε τον «απαίσιον αδελφοκτόνον» μόλις εκείνος τελείωσε την ομολογία του και συνομίλησε επί ώρα μαζί του στο ανακριτικό γραφείο.
«Είνε ένας αντιπαθής νέος, με αλληθωρίζοντα τα μάτια, φτωχική την περιβολή και τριμμένα τα παπούτσια».
Κάπνιζε δίπλα στο παράθυρο του γραφείου και στις ερωτήσεις απαντούσε ζωηρά. Τον είχαν εγκαταλείψει οι φόβοι των πρώτων στιγμών και οι απαντήσεις του «δίδονται ορθά κοφτά, ως διά τα φυσικώτερα των πραγμάτων. Δίνει ακόμη ένα τόνον αγανακτήσεως εις τα λόγια του, διότι διακρίνει εις την ανάκρισιν που του έγινε την προσπάθειαν να μη δικαιολογήται τελείως η πράξις του, ώστε να σας πείση ότι πρέπει ν’ αφεθή ελεύθερος και χωρίς δίκην».
«Δεν ήταν άνθρωπος αυτός, ούτε άντρας», επαναλάμβανε πολλές φορές. «Ντρόπιαζε όλο μας το σπίτι. Όσες φορές τον έβαζα να δουλέψει, έκλεβε και τα λεφτά τα χάλαγε για να κάνει μανικιούρ και να αγοράζει κρέμες».
«Θα ήταν κοκέτης...»
«Τι κοκέτης; Κοκότα, δεν λες; Δεν μπορούσα να σταθώ πουθενά κι εγώ. Με πείραζαν όλοι. Μου έλεγαν “είναι ο αδερφός εκείνου του τέτοιου”».
«Δεν μετανοείς;»
«Όχι. Ούτε λυπάμαι. Μιας κι ήταν τέτοιος και αδιόρθωτος, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Με χτυπούσε τρέλα στο κεφάλι κάθε που σκεφτόμουν τη διαγωγή του αδελφού μου. Στο τέλος έπιασε αρρώστια και εγώ φρόντισα να μπει στο νοσοκομείο να γιατρευτεί. Αλλά αυτός σηκώθηκε και έφυγε. Όχι μία και δύο φορές. Μου είπε τώρα την τελευταία φορά πως θα διορθωνόταν, αλλά αυτός, κατά τη συνήθειά του, μόλις πήρε το καλύτερο, σηκώθηκε να βρει τους φίλους του. Έτσι και προχθές. Μας έκανε και τον νευρικό στο σπίτι και δεν φυλαγόταν, τόσο που κόντευε να μας γεμίσει όλους αρρώστια και τα δύο μου μικρά αδερφάκια. Έτσι γέμισα και εγώ, γιατί κοιμήθηκα στα σεντόνια του, που ήμουν σαν κορίτσι. Τότε και εγώ ξεφρένιασα περισσότερο. Μου ήρθε κάτι παραπάνω από τρέλα».
Με αυτή την ίδια φυσικότητα και αγανάκτηση, σχολιάζει ο ρεπόρτερ, περιέγραψε και τη σπαρακτική σκηνή του φόνου.
«Χθες τον ρώτησα, ενώ περπατούσαμε για το μέρος που τον βρήκαν, γιατί δεν έμεινε στο νοσοκομείο να γίνει καλά. “Μα έχω γίνει καλά”, μου είπε. “Εσύ κάπου αλλού την άρπαξες την αρρώστια και τα βάζεις μ’ εμένα!”»
«Γιατί πήγατε εκεί;» τον ρώτησε ο αστυνομικός ρεπόρτερ.
«Γιατί δεν ήθελα να μας δουν τα δύο μας αδερφάκια μέσα στο σπίτι. Ήθελα να δω αν είχε πραγματικά γίνει καλά. Έτσι περπατούσαμε και βρεθήκαμε εκεί πέρα. Ήταν σύμφωνος να τον δω και καπνίζαμε ένα τσιγάρο, όταν ξαφνικά θύμωσε: “Δεν μου λες, μωρέ”, είπε, “γιατρός είσαι εσύ που θα με κοιτάξεις;”. Άρχισε να με βρίζει, αφού σηκώθηκε πάνω. Ήταν πάντοτε ξετσίπωτος.
Τότε θύμωσα, του είπα να σταματήσει τις βρισιές. Αυτός έβγαλε ένα μαχαίρι και μου ρίχτηκε. Με χτύπησε στο στήθος, αλλά το μαχαίρι ήταν φτενό και λύγισε. Έτσι γλίτωσα».
Ο αδελφοκτόνος άφησε έναν στεναγμό και συνέχισε να μιλάει στον δημοσιογράφο.
«Εκεί με έφερε ο μακαρίτης. Να τον σκοτώσω. Άρπαξα μια πέτρα και, θυμωμένος καθώς ήμουν, του την κοπάνησα στο κεφάλι. Την πέταξα δηλαδή και τον βρήκε στο κεφάλι. Έπεσε κάτω αμέσως. Είναι αλήθεια πως ύστερα του πέταξα και άλλες. Με είχε ντροπιάσει. Είχα τρελαθεί. Καθώς κάτω ήταν ξαπλωμένος, άρπαξα άλλη πέτρα κι άλλη. Τον πέτυχαν στα μηνίγγια και του έσπασαν το κεφάλι. Όταν έφυγα, μούγκριζε. Δεν ήξερα αν είχε πεθάνει. Νόμιζα πως μπορούσε να γλιτώσει».
«Πού πήγες κατόπιν;»
«Στο καφενείο για μια ώρα. Ύστερα σπίτι μου, όπου έφαγα και κοιμήθηκα».
«Ήσυχος;»
«Βέβαια ήσυχος! Πίστευα πως ήταν μόνο τραυματισμένος. Κατά τα χαράματα μόνο που ξύπνησα και είδα ότι δεν είχε έρθει, άρχισα να πιστεύω πως το πράγμα ήταν σοβαρότερο».
«Στο σπίτι δεν είπες τίποτα;»
«Όχι. Η μητέρα μου έφυγε πρωί γιατί εργάζεται μοδίστρα. Δεν ανησύχησε η ίδια, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που δεν ερχόταν νύχτα σπίτι μας. Το πρωί είπα να κάνω μια βόλτα στο μέρος εκείνο, μα δεν μου βαστούσε η καρδιά. Και σαν έμαθα ότι δεν είχε φανεί πουθενά στα γνωστά μας καφενεία, ήρθα και παραδόθηκα».
Επεκτάθηκε κατόπιν επί «ακατονομάστων οργίων» του φονευθέντος και τελείωσε με τη δήλωση:
«Δεν πιστεύω να με καταδικάσουν εμένα άντρες δικαστές. Ήταν ντροπή αυτός ο άνθρωπος. Ο Θεός ας τον συγχωρέσει!».
Η τραγική μητέρα
Η μητέρα τού φονευθέντος πληροφορήθηκε το έγκλημα όταν το απόγευμα επέστρεψε από τη δουλειά της. Ο Βενιζέλος Ζερβέας τη συνάντησε στην Εισαγγελία, όπου είχε μεταβεί για να μάθει σε ποιο μέρος είχαν μεταφέρει το πτώμα του παιδιού της, και του είπε τα εξής:
«Από τον καιρό που πέθανε, εδώ και τρία χρόνια, ο άνδρας μου, ξενοδουλεύω για να συντηρήσω τα παιδιά μου. Όλα τρώγανε από τη δική μου δουλειά, διότι οι δύο μεγάλοι, ο κακούργος ο Γιάννης και ο σκοτωμένος ο Γιώργος, από τους οποίους περίμενα κάτι, ήσαν τεμπέληδες.
Το μικρό ήταν τώρα τελευταία πολύ άρρωστο. Ο μεγάλος, αντί να το πάει σε γιατρό να θεραπευθεί, μου το σκότωσε. Τον κακούργο…»
«Λέει ο μεγάλος σου ότι πρώτα του επετέθη ο μικρός με ένα μαχαίρι».
«Τον ψεύτη! Εκείνο το καημένο ήταν τόσο πολύ άρρωστο που δεν μπορούσε να κουνήσει τα χέρια του. […] Τον άτιμο. Να πεθάνει στη φυλακή. Να τον κρεμάσουν. Αυτό του πρέπει αφού ήπιε το αίμα του αδερφού του».
«Λένε ότι ήταν πολύ κακής διαγωγής το σκοτωμένο παιδί σου», της είπε ο δημοσιογράφος.
«Και τι τον έμελε αυτόν; Μικρό παιδί ήταν. Εδώ αυτά τα κάνουν σε άλλους οι αδελφάδες τους και δεν τις σκοτώνουν. Τα χαμπάρια του να μου φέρουν, τον κακούργο. Δεν είναι πια παιδί μου μ’ αυτό που μου έκανε της δυστυχισμένης».
Και αναλύθηκε σε δάκρυα.