«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑ, ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, μήνας χωρίς να καταγγελθή και ένα νέο όργιο που συνέβη στο Άγιον Όρος, από αυτά που προκαλούν ανατριχίασιν και αποτροπιασμόν. Η κατάστασις αυτή και δυσφημεί το περίφημο Άγιον Όρος και προκαλεί αηδίαν του κόσμου, θα έπρεπε δε να ληφθούν μέτρα, ώστε να παύσουν να γίνωνται και να ακούωνται αυτά τα βρωμερά όργια των ολίγων ευτυχώς ακολάστων καλογήρων, οι οποίοι από καιρού εις καιρόν καταστρέφουν όσα παιδιά φθάνουν εις τα κελλιά των, παρασυρόμενα από ένα θρησκευτικό αίσθημα».
Αυτά επισημαίνει στο ρεπορτάζ του τον Απρίλιο του 1933 ο μόνιμος ανταποκριτής της εφημερίδας «Ακρόπολις», ο οποίος αποκαλύπτει πως «είχε καταντήσει αυτό το παιδομάζωμα στο Άγιον Όρος να γίνεται πλέον από ειδικούς ανθρώπους των καλόγερων, οι οποίοι και έστελναν τα παιδιά, διά να συνεχίζεται το αιώνιο καλογηρικόν όργιον, προς όνειδος της ιστορικής φήμης του Όρους».
Κάθε πρωί, έπειτα από τις οργιώδεις νύχτες του, χλωμός, κατάχλωμος, με τα μάτια βαθιά στις κόγχες τους, τις στεφανωμένες από τα μαύρα στεφάνια της ηδονής, ξεπρόβαλλε απ’ το κελί του με σεμνότητα που επέσυρε τη συμπάθεια των γειτόνων και με το πρόσωπο αυλακωμένο από τον πικρό πόνο του μοναχού που βασανίζει το κορμί του για τη σωτηρία της ψυχής.
Είχαν πλέον αρχίσει αυτά τα σκάνδαλα να εξοργίζουν τον κόσμο των πόλεων της Μακεδονίας και να προκαλούν αγανάκτηση, διότι δεν μπορούσε να σταματήσει το κακό και οι καλόγεροι δεν έπαυαν να απασχολούν τους ανακριτές καθημερινώς με τις αλλεπάλληλες καταγγελίες των παιδιών που βιάζονταν. Άξιο δε απορίας θεωρούσε ο ανταποκριτής της «Ακροπόλεως» πώς το Κράτος δεν ήθελε να επέμβει στο ζήτημα αυτό, ώστε να απαγορεύσει τουλάχιστον τη μετάβαση στο Όρος παιδιών μικρότερων των 25 ετών «για να μη ευρίσκουν εύκολον λείαν αι οργιαστικαί καλογηρικαί επιχειρήσεις».
Το νέο σκάνδαλο των καλόγερων που απασχόλησε την Εισαγγελία Θεσσαλονίκης και έγινε αφορμή για το συγκριμένο ρεπορτάζ, εξιστορεί στη συνέχεια ο ανταποκριτής, «επροκάλεσεν πραγματικόν αποτροπιασμόν, διότι πρόκειται περί ασυνήθων εις βδελυρότητα πράξεων, συνέπεια των οποίων ήτο να καταντήση αληθές ράκος ένας 15ετής υποτακτικός».
Το σκάνδαλο με τον μοναχό Χρυσόστομο
Σύμφωνα με τη μήνυση, τον Ιούνιο του 1931 ο μοναχός Χρυσόστομος, παραθερίζοντας στο Κοσταράζι της Καστοριάς, σχετίστηκε με την οικογένεια του Δ. Κόμπου. Ο μικρός γιος του Κόμπου, Χρήστος, ηλικίας τότε 14 ετών, εξέφρασε την επιθυμία να μεταβεί στο Άγιο Όρος για να γίνει μοναχός. Ο πατέρας του μικρού συμφώνησε και ο Χρήστος, συνοδευόμενος από τον Χρυσόστομο, αναχώρησε για το Άγιο Όρος, όπου εγκαταστάθηκε στη Σκήτη της Αγίας Άννης και στο κελί του γέροντα Αλέξανδρου. Εκεί έβγαλε την κοσμική ενδυμασία, φόρεσε το μοναχικό σχήμα και ονομάστηκε Μιχαήλ. Στη Σκήτη αυτή παρέμεινε μόνο είκοσι ημέρες, καθώς αναγκάστηκε να αναχωρήσει από εκεί, γιατί οι άλλοι υποτακτικοί τον έδερναν. Κάποιος άλλος μοναχός, με τον οποίο είχε σχετιστεί ο μικρός Μιχαήλ κατά την ολιγοήμερη παραμονή του στην πρώτη Σκήτη, επίσης Χρυσόστομος, τον ανέλαβε υπό την προστασία του και τον εγκατέστησε στη Σκήτη του Αγίου Νικολάου.
Ο Μιχαήλ ήταν εργατικός και πρόθυμος και ως εκ τούτου εκτιμήθηκε εξαιρετικά από τον προϊστάμενό του. Μετά την παρέλευση όμως δέκα ημερών, ο προστάτης του Χρυσόστομος τον παρέσυρε στο «αρχονταρίκι» και υπό την απειλή της εκδίωξής του από το Όρος, τον βίασε επανειλημμένως. Ο Χρυσόστομος αυτό του το κατόρθωμα το είπε στον μοναχό Νικόδημο, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος το πάθημα του μικρού, τον παρέλαβε με τη σειρά του στο κελί, όπου τον κράτησε έναν μήνα. Όταν τον βαρέθηκε, τον μετέφερε στον μοναχό Αντώνιο.
«Εντός τριμήνου, ο νεαρός υποτακτικός είχε μεταβληθή εις ανθρώπινο ράκος, ικανοποιήσας τας ανομολογήτους ορέξεις δεκάδος μοναχών. Επανειλημμένως απεπειράθη να δραπετεύση, αλλ’ οι μοναχοί τον συνελάμβανον και τον μετέφερον εις τας Σκήτας των, διά να συνεχίσουν τα όργιά των». Ο Μιχαήλ, μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου, κατάφερε να αποδράσει και να φτάσει στην παραλία, αλλά, αντί να σωθεί, όπως ήλπιζε, έπεσε στα χέρια κοσμικών ψαράδων, οι οποίοι, αφού τον πήραν στις βάρκες, οργίασαν για πολλές ημέρες.
Τέλος παραλήφθηκε από κάποιον Ευστράτιο Τσαμάρα, ο οποίος του υποσχέθηκε να τον επαναφέρει στον πρώτο γέροντά του. Ενώ όμως περνούσε μαζί του από το δάσος της Δάφνης, του επιτέθηκε και τον βίασε, αλλά συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από όργανα της χωροφυλακής που έτυχε να περνούν. Ο νεαρός υποτακτικός, από τις συνεχείς κακουχίες, είχε αποκτηνωθεί και έδινε την εντύπωση ανθρώπου μόλις ζωντανού, έκλαιγε δε συνεχώς και οδυρόταν.
Ιερόθεος, ο έκφυλος καλόγηρος
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Ν. Καπ. στην εφημερίδα «Ακρόπολις» τον Μάιο του 1933, ο Ιερόθεος, «ο ανόσιος αυτός καλόγηρος της γραφικής εκκλησούλας του Αγ. Στεφάνου, κοντά εις το Πυριτιδοποιείον, είχε μετατρέψει το απομεμονωμένο κελί του σε κρύπτην ακατονομάστων οργίων ομοφυλοφιλίας».
Εκεί, επί τρία χρόνια τώρα, παρέσερνε, χρησιμοποιώντας για δόλωμα τα πιο εντυπωσιακά λόγια του Ευαγγελίου και άπειρες θρησκευτικές παραβολές, παιδάκια ανύποπτα, για να κορέσει –εκβιάζοντάς τα με χίλιες δυο υποσχέσεις ή και απειλές– «τας εκφύλους ορέξεις της αμαρτωλής του σαρκός. Και κάπου κάπου πάλιν, με τα ίδια μέσα, λόγους του Θεού και παραβολές, παρέσυρεν εφήβους και άνδρες ρωμαλέους σε άλλα βρωμερά όργια ομοφυλοφιλίας».
Κάθε πρωί, έπειτα από τις οργιώδεις νύχτες του, χλωμός, κατάχλωμος, με τα μάτια βαθειά στις κόγχες τους, τις στεφανωμένες από τα μαύρα στεφάνια της ηδονής, ξεπρόβαλλε απ’ το κελί του με σεμνότητα που επέσυρε την συμπάθεια των γειτόνων και με το πρόσωπο αυλακωμένο από τον πικρό πόνο του μοναχού που βασανίζει το κορμί του για τη σωτηρία της ψυχής. Προχωρούσε σταυροκοπούμενος στο καμπαναριό της εκκλησούλας, χτυπούσε τις καμπάνες, έπειτα μέσα στην εκκλησία άναβε τα κεριά και τα καντήλια και κατόπιν αφοσιώνονταν σε πολύωρη προσευχή.
Ο Ν. Καπ. τον επισκέφτηκε το απόγευμα στο κρατητήριο και του απηύθυνε μερικές ερωτήσεις, ανάμεσα στις οποίες και αυτές:
«— Λένε πως διέφθειρες δέκα παιδιά.
Στο σημείον αυτό θύμωσε. Κοίταξε προς τον ουρανό, σταυροκοπήθηκε και διαβεβαίωσε:
—Τέσσαρα μονάχα. Το... “τοιούτον ζήτημα” άλλος δεν το ’παθε! Κι ούτε στο κελί. Ο ένας στο γιαπί, ο άλλος στον Πειραιά. Αυτός στο γιαπί μου είπε πως αν… δεν γινότανε το “τοιούτον ζήτημα”, θα πέθαινε! Να τον αφήσω, λοιπόν, να πεθάνει;
—Ο άλλος;
Είχα κατεβεί στον Πειραιά για ν’ αγοράσω κεράκια για την εκκλησία. Με πήρε ξοπίσω ο σατανάς και με πείραξε. Έκανα τον σταυρό μου, είπα το “Πιστεύω”, αλλά στο τέλος πήγα στο δωμάτιό του».
30 ερωτομανείς κληρικοί
Τον Σεπτέμβρη του 1933 η ίδια εφημερίδα δημοσιεύει ένα άρθρο με τίτλο: «Θα κουρευτούν 30 κληρικοί καταγγελθέντες ως ερωτομανείς». Το άρθρο ενημερώνει το αναγνωστικό κοινό πως η Αρχιεπισκοπή αποφάσισε να εγκαταλείψει την επιδεικνυόμενη ως τότε επιείκεια προς τους παρεκτραπέντες της Εκκλησίας κληρικούς και να επιβάλει αυστηρές ποινές.
«Το ότι ευάριθμοι κληρικοί αρχιμανδρίται, ιερείς και διάκονοι παρεσύρθησαν από την σημερινήν θύελλαν της ανομίας δεν είναι τίποτε νέον. Επανειλημμένως κρούσματα ρυπαρών παρεκτροπών έφθασαν μέχρι της δημοσιότητος. […] Ιδού πάντως αι ελαφρότεραι περιπτώσεις».
Ένας κληρικός κατηγορήθηκε ότι θυσίαζε υπερβολικά στον Βάκχο σε μια ταβέρνα, όπου σύχναζαν και κοσμικές κυρίες, καπνίζοντας και συζητώντας μαζί του. Ένας άλλος, αρχιμανδρίτης αυτός, ορεγόταν πολύ τον έρωτα, «γενόμενος θεατός μετά τρυφερών θηλέων υπόπτου υποστάθμης». Άλλος πάλι ήταν λάτρης του γραμμοφώνου, το οποίο έπαιζε στο σπίτι του με ανοιχτά παράθυρα, ενώ με τη συντροφιά λυγερών δεσποιναρίων επιδιδόταν στον χορό, φημολογούνταν μάλιστα ότι ήταν σκερτσόζος στη ρούμπα! Ένας τέταρτος είχε διαπιστωθεί ότι ήταν χασισέμπορος, καθώς «εμείς κι αν το φουμάραμε, κανέναν δεν πειράζαμε!». Ένας πέμπτος, πιο ρομαντικός, περιπατούσε στον Λυκαβηττό «αν μπρα» με μια δακτυλογράφο, ενώ η μητέρα της, «φρίσσουσα διά την ερωτικήν περιπέτειαν της κόρης, κτυπιέται, διότι ο αιδεσιμώτατος δεν ημπορεί να νομιμοποιήσει τας σχέσεις του». Ένας έκτος χόρευε ευρωπαϊκό, ζεϊμπέκικο, ελληνικό και ταμπαχανιώτικο καρσιλαμά – δεν παρέλειπε να χορέψει όπου κι αν βρισκόταν. Ιδιαίτερη προτίμηση είχε στα μέρη γύρω από την Ακρόπολη, όπου πάλι ζεσταινόταν και συχνά πυκνά, πετώντας τα ράσα, πετούσε κι αυτός στον χορό.
Πώς διεφθάρησαν 12 καλόγριες
«Αφού δηλαδή ανεκαλύφθησαν και κατηγγέλθησαν παπάδες και καλόγηροι ως ακόλαστοι και παραλυμένοι από τον πειρασμόν του σαρκικού δαίμονος, γιατί να μην εμφανισθούν ως “τοιαύτες” και καλογριές; Φεμινισμός, ίσια δικαιώματα στην γυναίκα και εδώ».
Λίγες μέρες μετά την επιβολή ποινών στους ερωτομανείς κληρικούς, σύμφωνα πάλι με την εφημερίδα «Ακρόπολις», το τμήμα Ηθών διαπίστωσε ότι «εις το έντιμον άντρον της εξοχωτάτης Μαρίας Παναγοπούλου διεφθάρησαν περί τας 12 καλογριές».
Το κρούσμα, σύμφωνα με τις βεβαιώσεις του συντάκτη, είναι «τόσον αληθινόν και βέβαιον», ώστε το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση την Παναγοπούλου, η οποία διατηρούσε στην οδό Θουκυδίδου 1 το ύποπτο, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της Αστυνομίας, κέντρο.
Τη διαδικασία απασχόλησε αν «αι καλόγριαι της οδού Θουκυδίδου, που διεφθάρησαν, ήσαν καλόγριαι αληθιναί ή καλόγριαι “επίτηδες” διά να προσδώσουν μεγαλυτέραν γοητείαν εις τα θέλγητρά των».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Ακροπόλεως», είχε και σε άλλες περιπτώσεις διαπιστωθεί από έρευνες των αστυνομικών οργάνων ότι οι «απαίσιοι εκμεταλλευταί της λευκής σαρκός έχουν σοφισθή χιλίας μεθόδους διά να ικανοποιήσουν… κάθε γούστο και κάθε απαίτησιν. Έχουν ούτω κατασκευάσει σαραντάρες ως μπεμπέκες, δουλικά ως διανοουμένας, περιβολαροπούλες ως κόμισσες και Μενιδιατοπούλες ως Βερολινέζες! Λίγη μπογιά, ανάλογος τοποθέτησις της φούστας και τέσσαρες πέντε λέξεις από τους τίτλους του σινεμά, και είναι έτοιμες όλες οι θηλυκές ράτσες της Γης!
Τι απλούστερον, λοιπόν, να εφαμπρικαρίσθησαν και “καλόγριες” εις το άντρον της περινουστάτης Μαρίας Παναγοπούλου. Ολίγον μαύρο ύφασμα, με μικρούτσικο σταυρό εις το μικρότατον τρίγωνον του ντεκολτέ, και μέγα ύφος σεμνότητος και ντροπαλότητος και ιδού έτοιμη η... οσία Θελξινόη. Σταυροκόπημα ακόμη, ικεσίαι και παρακλήσεις προς τον Ύψιστον –ήμαρτον τη αμαρτωλή– και ο διάστροφος πελάτης την έχει πάθει! Γοητευμένος, ξετρελλαμένος ότι θίγει τον απηγορευμένον καρπόν, ξαφρίζεται».
Πρόβλημα όμως έμεινε από τη διεξαχθείσα εξονυχιστική διαδικασία και το πώς διεφθάρησαν οι καλόγριες. «Διά της μεθόδου της υποσχέσεως χρημάτων ή διά της επιδείξεως πειρασμών ενσαρκωμένων;».
Το πρόβλημα έμεινε άλυτο, γιατί το δικαστήριο δεν είχε την ευχέρεια, ούτε το τμήμα Ηθών είχε την πρόνοια να προσαγάγει τους «διαφθείραντας τας αγίας αδελφάς διά να καταδειχθεί αν επρόκειτο περί πειρασμών ή περί παραλήδων. Ενδέχεται να συμβαίνουν, εν τούτοις, αμφότερα, διότι μέσα εις το συρτάρι της προαγωγού ανευρέθη μία επιστολή ηγουμένης Μονής της Κρήτης, εις την οποίαν επάνω κάτω η αγία ηγουμένη βεβαιεί ότι της αποστέλλει τα έμψυχα προϊόντα ίνα δοξάσουν και υμνήσουν τον έρωτα!».