Κάποια βιβλία δεν επιστρέφουν ποτέ ως “κλασικά”. Επιστρέφουν σαν συμπτώματα. Οι Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, δεν μοιάζουν να ανήκουν σε μια μακρινή αρχαιότητα αλλά σε έναν κόσμο που ξαναζεί τη ρευστότητα, τη βία, την αλαζονεία της εξουσίας και τον φόβο ότι όλα αλλάζουν μορφή πιο γρήγορα απ’ όσο προλαβαίνουμε να τα καταλάβουμε. Με αφορμή την έκθεση Metamorphoses στο Rijksmuseum, ο Οβίδιος δεν επιστρέφει ως σχολικό μνημείο, αλλά ως ένα από τα πιο ζωντανά και ανήσυχα πολιτισμικά λεξιλόγια του τώρα.
Αυτό που κάνει την έκθεση του Rijksmuseum τόσο ενδιαφέρουσα δεν είναι μόνο το εύρος της, αλλά ο τρόπος που αρνείται να φερθεί στον Οβίδιο σαν σε ασφαλές κλασικό κεφάλαιο. Δεν στήνει απλώς μια παρέλαση αριστουργημάτων εμπνευσμένων από την αρχαιότητα. Στήνει έναν κόσμο όπου ο Καραβάτζιο, ο Μπερνίνι, ο Ροντέν, ο Μπρανκούζι και η Louise Bourgeois συνυπάρχουν με σύγχρονες, πιο σκοτεινές και πιο άβολες αναγνώσεις των ίδιων μύθων. Σ’ αυτό το πεδίο, η Λήδα δεν είναι μόνο ένας αισθησιακός αναγεννησιακός μύθος, αλλά και μια ιστορία εξουσίας. Ο Ερμαφρόδιτος δεν είναι μόνο μια περίτεχνη μαρμάρινη αμφισημία, αλλά ένα σώμα που ξανανοίγει τη συζήτηση γύρω από τη ρευστότητα του φύλου. Η Μέδουσα δεν είναι πια μόνο τέρας, αλλά το τραύμα ενός θύματος που τιμωρήθηκε αντί για τον βιαστή του.
Αυτό ίσως είναι και το πιο κρίσιμο σημείο. Οι Μεταμορφώσεις δεν επιστρέφουν τώρα επειδή ξαναγαπήσαμε ξαφνικά την κλασική αρχαιότητα. Επιστρέφουν επειδή μας προσφέρουν μια γλώσσα για να μιλήσουμε για πράγματα που ακόμη δεν έχουμε χωνέψει. Για το πώς η επιθυμία μπλέκεται με την κυριαρχία. Για το πώς η εξουσία αλλάζει το σώμα του άλλου. Για το πώς η τιμωρία πέφτει συχνά πάνω στον πιο αδύναμο. Για το πώς η ομορφιά και ο τρόμος ζουν τόσο κοντά που σχεδόν δεν ξεχωρίζουν. Στον Οβίδιο, η μεταμόρφωση δεν είναι ποτέ αθώα. Είναι σχεδόν πάντα αποτέλεσμα βίας, φόβου, λαχτάρας ή θεϊκής αυθαιρεσίας. Κι αυτό ακούγεται σήμερα τρομακτικά οικείο.
Η έκθεση το καταλαβαίνει και δεν προσπαθεί να το εξωραΐσει. Αντίθετα, φέρνει μπροστά στη σύγχρονη ευαισθησία ακριβώς εκείνες τις πτυχές που για αιώνες περνούσαν είτε ως αλληγορία είτε ως αποδεκτή ερωτική μυθολογία. Οι θεοί του Οβίδιου μεταμορφώνονται για να αρπάξουν, να ξεγελάσουν, να παραβιάσουν, να επιβληθούν. Ο Δίας κατεβαίνει ως ταύρος, ως κύκνος, ως σύννεφο, ως χρυσή βροχή, κάθε φορά για να πλησιάσει και να κατακτήσει ένα γυναικείο σώμα. Αυτό που άλλοτε παρουσιαζόταν ως αισθησιακός μύθος, σήμερα διαβάζεται όλο και πιο καθαρά ως ιστορία βίας. Και αυτό δεν ακυρώνει την τέχνη που γέννησαν αυτοί οι μύθοι. Την κάνει πιο δύσκολη, πιο άβολη και τελικά πιο αληθινή.
Η Μέδουσα είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής. Για πολύ καιρό λειτούργησε ως τέρας, ως μορφή αποστροφής, ως κεφάλι-σύμβολο φρίκης. Στις πιο πρόσφατες φεμινιστικές και λογοτεχνικές αναγνώσεις, όμως, μετακινείται όλο και πιο καθαρά προς μια άλλη κατεύθυνση: γίνεται μορφή της έμφυλης βίας, της παραμόρφωσης που επιβάλλει η εξουσία, της εκδίκησης που ξεσπά πάνω στο θύμα. Στην έκθεση, αυτή η μετατόπιση φαίνεται έντονα μέσα από το SPAWN της Juul Kraijer, όπου τα φίδια γλιστρούν αργά πάνω σε ένα γυναικείο πρόσωπο που δεν μοιάζει πια απειλητικό, αλλά στοιχειωμένο από μια μεταμόρφωση που δεν επέλεξε.
Το εντυπωσιακό είναι ότι δίπλα σ’ αυτή τη βία υπάρχει πάντα και κάτι άλλο: η βαθιά πλαστικότητα του ίδιου του έργου. Οι Μεταμορφώσεις είναι ίσως το πιο ευέλικτο κλασικό κείμενο που διαθέτουμε. Μπορούν να απορροφήσουν κάθε εποχή, γιατί είναι ήδη χτισμένες πάνω στην ιδέα ότι τίποτα δεν μένει σταθερό. Ο Νάρκισσος διαβάζεται σήμερα δίπλα στην κουλτούρα της αυτοεικόνας και της ψηφιακής αυταρέσκειας. Ο Πυγμαλίων δίπλα στο AI και στη φαντασίωση του ανθρώπου ότι μπορεί να κατασκευάσει, να ελέγξει και να αγαπήσει το δικό του τέλειο δημιούργημα περισσότερο από τους αληθινούς ανθρώπους. Ο Ερμαφρόδιτος δίπλα στις σύγχρονες συζητήσεις για το φύλο όχι ως απόκλιση, αλλά ως ήδη υπαρκτή αμφισημία της φύσης. Κι ο Φιλήμων και η Βαυκίδα μοιάζουν ξαφνικά με παραβολή για την κλιματική κρίση, την ταπεινότητα απέναντι στις δυνάμεις που μας ξεπερνούν και τη δυνατότητα επιβίωσης μέσα από μια άλλη σχέση με τον κόσμο.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η αληθινή δύναμη του Οβίδιου τώρα. Οχι μόνο στο ότι “προβλέπει” τα πάντα, αλλά στο ότι προσφέρει μορφή στο άγχος της μεταβολής. Ζούμε σε μια εποχή όπου σχεδόν όλα μοιάζουν να χάνουν τη σταθερότητά τους: το κλίμα, τα σύνορα, οι βεβαιότητες γύρω από το φύλο, την εξουσία, την τεχνολογία, ακόμη και την ίδια την έννοια του ανθρώπινου σώματος. Οι Μεταμορφώσεις είναι ακριβώς ένα ποίημα πάνω σ’ αυτόν τον τρόμο και σ’ αυτή τη γοητεία. Στο τι σημαίνει να μη μένεις ίδιος. Στο τι σημαίνει να μετατρέπεσαι σε κάτι άλλο από φόβο, από επιθυμία, από τιμωρία ή απλώς επειδή ο κόσμος γύρω σου δεν είναι πια ο ίδιος.
Και ίσως γι’ αυτό το Rijksmuseum πετυχαίνει κάτι περισσότερο από μια μεγάλη έκθεση. Δεν γιορτάζει απλώς τη διαχρονική επιρροή ενός αρχαίου ποιήματος. Δείχνει πώς η τέχνη, όταν αγγίζει μύθους τόσο ανοιχτούς και τόσο βίαια ζωντανούς, δεν σταματά ποτέ να μεταμορφώνει και να μεταμορφώνεται. Από τα λουσμένα στο πάθος σώματα του Τιτσιάνο και του Κορρέτζιο μέχρι τις αράχνες της Bourgeois, τα γήινα σώματα της Mendieta και τα φίδια της Kraijer, οι Μεταμορφώσεις δεν είναι απλώς θέμα. Είναι μηχανή παραγωγής εικόνων για το πώς αλλάζει ο άνθρωπος όταν πιέζεται, όταν ποθεί, όταν φοβάται, όταν εξορίζεται, όταν επιβιώνει.
Ο Οβίδιος, με άλλα λόγια, δεν είναι παντού ξανά επειδή ξαναγίναμε κλασικιστές. Είναι παντού ξανά επειδή χρειαζόμαστε επειγόντως αφηγήσεις που να αντέχουν την αβεβαιότητα. Που να ξέρουν ότι η αλλαγή δεν είναι ποτέ καθαρή, ότι η μεταμόρφωση έχει πάντα κόστος, ότι η επιθυμία δεν είναι ποτέ μόνο τρυφερότητα, ότι η φύση δεν είναι σκηνικό αλλά δύναμη.
Και ότι, μέσα σε όλη αυτή τη βία της αλλαγής, μπορεί να επιβιώνει κάτι ακόμη. Οχι η αθωότητα, ίσως. Αλλά η μορφή. Η μνήμη. Η ψυχή. Ισως γι’ αυτό οι Μεταμορφώσεις μοιάζουν ξανά τόσο επίκαιρες. Επειδή δεν μας παρηγορούν. Μας περιγράφουν.