Ο Ρόμπερτ Μιούλερ, ο πρώην διευθυντής του FBI που ταύτισε το όνομά του με την έρευνα για τη ρωσική παρέμβαση στις αμερικανικές εκλογές του 2016, πέθανε την Παρασκευή σε ηλικία 81 ετών. Τον θάνατό του επιβεβαίωσε η οικογένειά του, χωρίς να δώσει πληροφορίες για τα αίτια ή τον τόπο όπου πέθανε.
Μετά την ανακοίνωση του θανάτου του, ο Ντόναλντ Τραμπ αντέδρασε με ανάρτηση στην πλατφόρμα Truth Social, γράφοντας: «Ο Ρόμπερτ Μιούλερ μόλις πέθανε. Καλό, χαίρομαι που πέθανε. Δεν μπορεί πλέον να βλάψει αθώους ανθρώπους».
Ο Μιούλερ υπήρξε κεντρική μορφή της αμερικανικής κρατικής μηχανής για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Ανέλαβε τη διεύθυνση του FBI μόλις μία εβδομάδα πριν από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και έμεινε στη θέση επί 12 χρόνια, σε μια περίοδο βαθιάς αναδιάρθρωσης της υπηρεσίας. Υπό την ηγεσία του, το FBI επιχείρησε να μετασχηματιστεί από παραδοσιακή ομοσπονδιακή αστυνομική υπηρεσία σε σύγχρονο μηχανισμό πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας, με έμφαση τόσο στην εθνική ασφάλεια όσο και στην προστασία ατομικών ελευθεριών.
Στην περίοδο μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πράκτορες της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας του FBI ήταν επίσης εκείνοι που πρώτοι κατήγγειλαν τις καταχρήσεις στα μυστικά κέντρα κράτησης της CIA, όπου ύποπτοι για τρομοκρατία κρατούνταν και ανακρίνονταν, σε ορισμένες περιπτώσεις με βασανιστήρια.
Παρά τη μακρά του θητεία στο FBI, ο Μιούλερ έμεινε περισσότερο στη δημόσια μνήμη για όσα έκανε μετά την αποχώρησή του από την υπηρεσία. Τον Μάιο του 2017, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης τον διόρισε ειδικό εισαγγελέα για να ερευνήσει τη ρωσική επιχείρηση επηρεασμού των εκλογών του 2016 και τις επαφές του περιβάλλοντος του Ντόναλντ Τραμπ με τη Μόσχα.
Ο διορισμός του έγινε οκτώ ημέρες μετά την απόλυση του τότε διευθυντή του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ, από τον Τραμπ. Ο Κόμεϊ ερευνούσε ήδη τις σχέσεις της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ με τη ρωσική επιχείρηση που επιδίωκε να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών. Την επόμενη ημέρα από την αποπομπή του, ο Τραμπ είχε πει στον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών και τον Ρώσο πρεσβευτή στον Λευκό Οίκο ότι απέλυσε τον επικεφαλής του FBI και ότι η πίεση που δεχόταν «εξαιτίας της Ρωσίας» είχε πλέον φύγει.
Η έρευνα του Μιούλερ για τον Τραμπ και τη Ρωσία
Σύμφωνα με το κείμενο των New York Times, όταν ο Τραμπ έμαθε ότι ο Μιούλερ αναλαμβάνει την έρευνα, αντέδρασε με απόγνωση, λέγοντας: «Θεέ μου, αυτό είναι τρομερό. Αυτό είναι το τέλος της προεδρίας μου».
Η έρευνα Μιούλερ εξελίχθηκε σε μία από τις πιο εκρηκτικές πολιτικά υποθέσεις της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Η ομάδα του, στην οποία συμμετείχαν ομοσπονδιακοί εισαγγελείς με εμπειρία που έφτανε μέχρι το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, απήγγειλε κατηγορίες σε Ρώσους πράκτορες και στη διοίκηση της Internet Research Agency στην Αγία Πετρούπολη, της λεγόμενης «φάρμας τρολ» που κατηγορήθηκε ότι διεξήγαγε εκστρατεία παραπληροφόρησης κατ’ εντολή του Κρεμλίνου.
Η έρευνα οδήγησε επίσης στη φυλάκιση του Πολ Μάναφορτ, πρώην επικεφαλής της εκστρατείας Τραμπ, για απάτη. Ο Μάικλ Φλιν, πρώτος σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τραμπ, δήλωσε ένοχος, ενώ ο Ρότζερ Στόουν, από τους παλαιότερους πολιτικούς συμμάχους του Τραμπ, καταδικάστηκε επειδή είπε ψέματα στους ερευνητές.
Η υπόθεση ανέτρεψε και τις παραδοσιακές πολιτικές ισορροπίες γύρω από το FBI. Φιλελεύθεροι που επί χρόνια αντιμετώπιζαν με καχυποψία την ομοσπονδιακή υπηρεσία άρχισαν να την υπερασπίζονται, ενώ συντηρητικοί που τη θεωρούσαν πυλώνα της έννομης τάξης στράφηκαν εναντίον της. Ο ίδιος ο Τραμπ εξαπέλυε συνεχείς επιθέσεις κατά του FBI, του υπουργείου Δικαιοσύνης και του Μιούλερ προσωπικά, χαρακτηρίζοντας την έρευνα «κυνήγι μαγισσών».
Στο πιο κρίσιμο σημείο της υπόθεσης, ο Μιούλερ βρέθηκε μπροστά στο ερώτημα αν ο τότε πρόεδρος είχε παρεμποδίσει τη δικαιοσύνη, ιδίως μέσω της απόλυσης του Κόμεϊ. Επρόκειτο για κατηγορία με ιδιαίτερο βάρος στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα, καθώς η παρεμπόδιση της δικαιοσύνης είχε συνδεθεί στο παρελθόν με την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον και την παραπομπή του Μπιλ Κλίντον.
Ο Μιούλερ επιχείρησε να εξασφαλίσει κατάθεση του Τραμπ υπό όρκο, ώστε να εξακριβώσει γιατί απολύθηκε ο Κόμεϊ. Οι δικηγόροι του προέδρου αρνήθηκαν, φοβούμενοι, όπως αναφέρουν οι New York Times, ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να παγιδευτεί σε ψευδορκία. Τελικά, ο Μιούλερ δεν προχώρησε σε κλήτευση ενώπιον ενόρκων. Δέχθηκε γραπτές απαντήσεις από τον Λευκό Οίκο, περιορισμένες μόνο σε γεγονότα πριν από την ανάληψη της προεδρίας.
Όταν οι απαντήσεις παραδόθηκαν τον Νοέμβριο του 2018, ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν θυμόταν σχεδόν όλα τα κρίσιμα σημεία. Ο Μιούλερ ζήτησε ξανά συνέντευξη για δέκα βασικούς άξονες της έρευνας, όμως οι δικηγόροι του προέδρου αρνήθηκαν εκ νέου. Έτσι, η έρευνα δεν έφτασε ποτέ σε απευθείας εξέταση του ίδιου του Τραμπ.
Το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ο Μιούλερ για τον Τραμπ και τη Ρωσία
Το τελικό πόρισμα, 448 σελίδων, παραδόθηκε τον Μάρτιο του 2019 στον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Γουίλιαμ Μπαρ. Η έκθεση κατέληγε ότι η Ρωσία επιχείρησε συστηματικά να βοηθήσει τον Τραμπ να κερδίσει τις εκλογές και ότι η εκστρατεία του περίμενε να ωφεληθεί εκλογικά από υλικό που εκλάπη και δημοσιοποιήθηκε μέσω ρωσικών ενεργειών. Παρέθετε επίσης δέκα περιπτώσεις στις οποίες ο πρόεδρος και συνεργάτες του επιχείρησαν να παρεμποδίσουν την έρευνα του FBI.
Η πιο γνωστή διατύπωση του πορίσματος ήταν ότι «ενώ αυτή η έκθεση δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο πρόεδρος διέπραξε έγκλημα, ούτε και τον απαλλάσσει». Ωστόσο, πριν δημοσιοποιηθεί το πλήρες κείμενο, ο Μπαρ ανακοίνωσε μόνο ότι η έρευνα δεν επαρκούσε για να στοιχειοθετηθεί αδίκημα παρεμπόδισης της δικαιοσύνης, επιτρέποντας στον Τραμπ να ισχυριστεί ότι είχε «πλήρως απαλλαγεί».
Το πλήρες κείμενο της έκθεσης παρέμεινε απόρρητο για 25 ημέρες. Στο διάστημα αυτό επικράτησε, όπως έγραψε αργότερα ο Μιούλερ σε οργισμένη ιδιωτική επιστολή προς τον Μπαρ, «δημόσια σύγχυση για κρίσιμες πτυχές των αποτελεσμάτων της έρευνάς μας».
Παρά την ένταση που προκάλεσε η υπόθεση, ο Μιούλερ επέλεξε σχεδόν απόλυτη σιωπή. Εκτός από μια εξαιρετικά συγκρατημένη κατάθεσή του στο Κογκρέσο, απέφυγε δημόσιες παρεμβάσεις μέχρι τον Ιούλιο του 2020, όταν ο Τραμπ μετέτρεψε την ποινή φυλάκισης του Ρότζερ Στόουν. Τότε, με άρθρο του στη Washington Post, υπερασπίστηκε δημόσια την έρευνα, τονίζοντας ότι όλες οι αποφάσεις ελήφθησαν αποκλειστικά με βάση τα γεγονότα και τον νόμο και ότι οι κατηγορίες περί πολιτικής σκοπιμότητας ήταν ψευδείς.
Στα επόμενα χρόνια, ο Τραμπ έδωσε χάρη στον Μάικλ Φλιν, στον Πολ Μάναφορτ και στον Ρότζερ Στόουν, δηλαδή σε τρία από τα βασικά πρόσωπα που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της έρευνας Μιούλερ.
Το δημοσίευμα των New York Times συνδέει επίσης την υπόθεση εκείνη με όσα ακολούθησαν. Τόσο ο Φλιν όσο και ο Στόουν συγκαταλέγονταν στις μορφές που είχαν ρόλο στην υποκίνηση του πλήθους που εισέβαλε στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021, στην προσπάθεια ανατροπής της ήττας του Τραμπ στις εκλογές του 2020. Δύο χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 2023, ο ειδικός εισαγγελέας Τζακ Σμιθ απήγγειλε κατηγορίες στον Τραμπ για τον ρόλο του στην επίθεση εκείνη.
Η διαδρομή του Μιούλερ συνδέθηκε έτσι με δύο από τις βαθύτερες κρίσεις της σύγχρονης Αμερικής, την αναδιάρθρωση του κράτους ασφαλείας μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την πολιτική και θεσμική αναταραχή που προκάλεσε η εποχή Τραμπ. Για τους υποστηρικτές του υπήρξε πρόσωπο θεσμικής συνέπειας και αυτοσυγκράτησης. Για τους επικριτές του, η έρευνά του δεν έφτασε όσο μακριά θα μπορούσε. Σε κάθε περίπτωση, το όνομά του έμεινε συνδεδεμένο με μια από τις πιο καθοριστικές και αμφιλεγόμενες έρευνες στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία.
Με πληροφορίες από New York Times