Η Μπλέικ Λάιβλι και ο Τζάστιν Μπαλντόνι έλυσαν τη νομική τους διαμάχη που προέκυψε από την τεταμένη παραγωγή της ταινίας τους του 2024 «It Ends With Us», λίγες μόνο εβδομάδες πριν από την πολυαναμενόμενη δίκη που είχε προγραμματιστεί.
Σε κοινή δήλωση που εξέδωσαν τη Δευτέρα, οι νομικοί εκπρόσωποι και των δύο μερών ανέφεραν: «Το τελικό προϊόν – η ταινία It Ends With Us – αποτελεί πηγή υπερηφάνειας για όλους εμάς που εργαστήκαμε για να την φέρουμε στη ζωή. Η ευαισθητοποίηση και η άσκηση ουσιαστικής επίδρασης στη ζωή των επιζώντων της ενδοοικογενειακής βίας – και όλων των επιζώντων – είναι ένας στόχος που υποστηρίζουμε».
«Αναγνωρίζουμε ότι η διαδικασία παρουσίασε προκλήσεις και ότι οι ανησυχίες που εξέφρασε η κα Λάιβλι άξιζαν να ακουστούν», πρόσθεσε η δήλωση.
«Ελπίζουμε ειλικρινά ότι αυτό θα κλείσει το θέμα και θα επιτρέψει σε όλους τους εμπλεκόμενους να προχωρήσουν εποικοδομητικά και ειρηνικά, συμπεριλαμβανομένου ενός περιβάλλοντος σεβασμού στο διαδίκτυο».
Οι λεπτομέρειες του διακανονισμού δεν έχουν δημοσιοποιηθεί.
Η δίκη ανάμεσα σε Μπλέικ Λάιβλι και Τζάστιν Μπαλντόνι για το «It Ends With Us»
Τον Δεκέμβριο του 2024, η Λάιβλι – η οποία πρωταγωνίστησε στην κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της Κολίν Χούβερ – κατηγόρησε τον Μπαλντόνι, ο οποίος επίσης σκηνοθέτησε και συμπρωταγωνίστησε, για σεξουαλική παρενόχληση και για τη δημιουργία εχθρικού εργασιακού περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.
Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία παραγωγής του, Wayfarer Studios, προέβη σε αντίποινα εναντίον της, αφού αυτή εξέφρασε ανησυχίες σχετικά με την υποτιθέμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του.
Σύμφωνα με την καταγγελία, η Λάιβλι κατηγόρησε τον Μπαλντόνι ότι «εισήγαγε αυτοσχέδιο και αδικαιολόγητο σεξουαλικό περιεχόμενο», καθώς και ότι ενορχήστρωσε ένα «προσεκτικά σχεδιασμένο, συντονισμένο και καλά χρηματοδοτημένο σχέδιο αντίποινων για να την εμποδίσει, καθώς και άλλους, να μιλήσουν».
Σε απάντηση, ο Μπαλντόνι κατέθεσε αγωγή ύψους 400 εκατομμυρίων δολαρίων για δυσφήμιση εναντίον της Λάιβλι και του συζύγου της, Ράιαν Ρέινολντς, καθώς και αγωγή ύψους 250 εκατομμυρίων δολαρίων εναντίον των New York Times μετά από ένα άρθρο με τίτλο «We Can Bury Anyone: Inside a Hollywood Smear Machine» («Μπορούμε να θάψουμε τον οποιονδήποτε: Μέσα σε μια μηχανή δυσφήμισης του Χόλιγουντ»).
Ο Μπαλντόνι ισχυρίστηκε ότι η Λάιβλι και ο Ρέινολντς προσπάθησαν να αμαυρώσουν τη φήμη του για να «αποκτήσουν τον έλεγχο» της ταινίας, και η αγωγή του περιελάμβανε κατηγορίες για εκβιασμό.
Τον Ιούνιο του 2025, η Λάιβλι απέσυρε δύο αγωγές για ψυχική οδύνη εναντίον του Μπαλντόνι. Λίγες μέρες αργότερα, ο ομοσπονδιακός δικαστής της Νέας Υόρκης Λούις Λίμαν απέρριψε την αγωγή του Μπαλντόνι εναντίον του ζευγαριού του Χόλιγουντ, καθώς και την αγωγή του εναντίον της εφημερίδας New York Times.
Τον Απρίλιο, ο Λίμαν απέρριψε το μεγαλύτερο μέρος των αξιώσεων της Λάιβλι κατά του Μπαλντόνι, απορρίπτοντας 10 από τις 13 κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων της παρενόχλησης, της συνωμοσίας και της δυσφήμισης.
Τρεις αξιώσεις – παραβίαση σύμβασης, αντίποινα και συνέργεια σε αντίποινα – παρέμειναν εν αναμονή της δίκης πριν η υπόθεση τελικά διευθετηθεί.
Με πληροφορίες από Guardian