Άννα Βίσση, Ελένη Φουρέιρα, Φοίβος Δεληβοριάς, Νένα Μεντή, Τάνια Τσανακλίδου, είναι μερικοί από τους καλεσμένους που έχουν φιλοξενηθεί στο υπερεπιτυχημένο vidcast των Rainbow Mermaid. Πρόκειται για ένα προτζεκτ που δεν χωράει σε κουτάκια. Είναι μια εκπομπή χωρίς ίχνος διδακτισμού και αυστηρότητας. Θεωρείται φαινόμενο, μιας και μετράει μόλις τρία χρόνια ζωής και κάνει τεράστιες επιτυχίες με «βαριά» ονόματα της ελληνικής σκηνής να κάθονται στον καναπέ τους, δημιουργώντας ένα all star game καλεσμένων. Πρόκειται για μια σειρά συνεντεύξεων που παρουσιάζεται από το drag queen δίδυμο της Mystic Van Rouge και της Katina Bella. H Mystic, λεπτή με μια ξανθιά γιγαντιαία περούκα και απόλυτα drag μακιγιάζ, με τα κολλημένα φρύδια (brow blocking), τις φωτοσκιάσεις, το baking – όλα στην εντέλεια. Η Katina από την άλλη ακολουθεί μια πιο ελεύθερη προσέγγιση στο βάψιμό της, ένα μακιγιάζ που μοιάζει περισσότερο με θεατρικό, και δεν θα την πειράξει αν για παράδειγμα το φρύδι δεν κάτσει τέλεια – γενικά αντιμετωπίζει την περσόνα της με χιούμορ. Για να δώσω ένα παράδειγμα του τι συμβαίνει σε αυτό το vidcast, όταν πήραν συνέντευξη από τη Χρυσηίδα Γκαγκούτη, η Mystic φορούσε κανονικά το φόρεμά της και η Bella ήταν ντυμένη τραπεζάκι τηλεόρασης.
Είναι μια εκπομπή που κατάφερε γρήγορα να ξεφύγει από τα στενά όρια της LGBTQΙ+ κοινότητας και να φτάσει μέχρι τις οθόνες ανθρώπων που ίσως δεν είχαν ποτέ προηγούμενη επαφή με το drag. Η ιδέα γεννήθηκε με αφορμή μια απόλυση, αλλά εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο που έκανε το drag αγαπητό στο ελληνικό mainstream κοινό. Η Mystic και η Katina, που είναι ζευγάρι και στη ζωή, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια πλατφόρμα όπου δεν συζητιούνται μόνο queer ζητήματα, αλλά μια σειρά από θέματα που ενδιαφέρουν τόσο τις ίδιες, όσο και ένα ευρύ κοινό: τέχνη, δημιουργία, προσωπικές διαδρομές και ιστορίες των ανθρώπων.
Το “Rainbow Mermaids” γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια και έχει καταφέρει να προσελκύει γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, ανθρώπους που δεν είχαν επαφή με το drag και το είχαν στο μυαλό τους ως περιθωριακό φαινόμενο.
Η Mystic γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που παραμένει η βάση της ζωής και της δημιουργίας της. Η πορεία της δεν ήταν εξαρχής καλλιτεχνική. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή με σκοπό να γίνει φιλόλογος. Ωστόσο, μια ακόμα μεγάλη της αγάπη ήταν και είναι η μαγειρική που τη γοήτευε από παιδί, γι’ αυτό αποφάσισε να αφήσει το πανεπιστήμιο και να γίνει σεφ. Δούλεψε σε επαγγελματικές κουζίνες για πέντε χρόνια, όμως οι συνθήκες εργασίας ήταν σκληρές και εξαντλητικές, κάτι που όπως η ίδια λέει αλλοίωσε τον χαρακτήρα της. Παρόλο που η αγάπη για τη μαγειρική παρέμεινε, αποφάσισε να απομακρυνθεί από το επάγγελμα. Ασχολήθηκε με τη διαφήμιση, δούλεψε ως κειμενογράφος για δέκα ολόκληρα χρόνια – μάλιστα έχει γράψει και δύο βιβλία και τώρα ετοιμάζει το τρίτο. «Με το που μπήκα στη διαφήμιση, ανακάλυψα και το drag. Εκείνα τα χρόνια το drag στην Ελλάδα ήταν σχεδόν ανύπαρκτο με τη μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα. Οι περισσότερες περιορίζονταν σε μιμήσεις γνωστών καλλιτεχνών. Δεν είχε ξεκινήσει καν το “RuPaul’s Drag Race” και οι εικόνες που έπαιζαν γύρω από το drag στην ελληνική τηλεόραση ήταν κυρίως περιθωριακές, άγνωστες στο ευρύ κοινό».
Η Mystic, που είχε έντονο ενδιαφέρον για τις τέχνες και λάτρευε τις γυναίκες και τη δημιουργία χαρακτήρων, βρήκε σε αυτόν τον χώρο την ευκαιρία να εκφραστεί. Η πρώτη της επαφή με το drag έγινε σχεδόν τυχαία: πήγε Απόκριες σε ένα κλαμπ, το Enola, με την παρέα της και τη σύντροφο της, την Katina. Εκείνο το βράδυ δημιούργησε μια περσόνα χωρίς όνομα. Εκεί την είδαν οι άνθρωποι του μαγαζιού, ξετρελάθηκαν και πρότειναν και στις δύο συνεργασία. Η Mystic εκείνο το βράδυ είδε για πρώτη φορά μια drag queen. «Ήταν σαν να είδα παραδείσιο πουλί, ξετρελάθηκα. Γυρνώντας σπίτι θέλησα να μάθω τα πάντα για το drag, όμως σε εκείνη τη φάση δεν ήταν εύκολο να μάθεις τις τεχνικές, ούτε και μέσω του ίντερνετ. Πλέον γελάμε με το τι κάναμε τότε, ήταν πολύ αστεία και πειραματικά τα πράγματα». Το πιο σημαντικό, όπως αναφέρει η ίδια, σε μια περσόνα δεν είναι τα φρύδια, το μακιγιάζ ή τα κοστούμια, αλλά η προσωπικότητα: «Να είσαι μια αυθεντική εκδοχή του εαυτού σου, ακόμα και στην υπερβολή, να δημιουργείς έναν ρόλο που πηγάζει από τον χαρακτήρα σου. Εγώ έτσι δημιούργησα τη δική μου. Είναι μια περσόνα η οποία είναι ακτιβίστρια, μιλάει καλά και σωστά ελληνικά, κάνει πολιτικό drag πολλές φορές, έχει ανησυχίες και διεκδικεί δικαιώματα. Θα ήθελα να εκπροσωπήσω μια drag περσόνα με πιο συναισθηματικό υπόβαθρο».
Η Mystic πάντα λάτρευε τις συνεντεύξεις, παρακολουθούσε άπειρες. «Πριν από 3 χρόνια έκλεισε η διαφημιστική στην οποία εργαζόμουν. Μου έκαναν πρόταση με μια μικρή αύξηση να πάω στα κεντρικά στην Αθήνα ή να δουλέψω από απόσταση με μια τρελή μείωση στον μισθό μου. Τα ζύγισα και καμία από τις δύο επιλογές δεν μου φάνηκε βιώσιμη. Αποφάσισα να πάρω τον χρόνο μου, να μπω ταμείο και να μείνω εκτός για έναν χρόνο. Έκατσα κάτω για να βάλω σε σειρά τις σκέψεις μου και να σκεφτώ τι πραγματικά θέλω να κάνω. Τότε επίσης σκέφτηκα μήπως παρατoύσα και το drag, το οποίο το έκανα για πάνω από 10 χρόνια και μέχρι τότε δεν είχα απολαβές, γιατί είναι πολύ ακριβό σπορ. Ό,τι βγάζαμε, το δίναμε για κοστούμια, περούκες και μέικ απ. Ήταν όλα στον αέρα και βαριόμουν. Μου ήρθε η ιδέα να κάνουμε ένα podcast, έπειτα σκέφτηκα να το κάνουμε vidcast και να είμαστε in drag για να είναι και κάτι διαφορετικό. Στην αρχή έλεγα να το κάνουμε οι δυο μας, αλλά επειδή εμένα μου άρεσαν οι συνεντεύξεις, σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να φέρνουμε καλεσμένους. Δόμησα το φορμάτ και είδα ακόμα περισσότερες συνεντεύξεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ήμουν εντελώς έξω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν είχα τηλεόραση για 10 χρόνια, έψαξα ανθρώπους να με βοηθήσουν με τα social media και έπρεπε κάποιος να με βάλει μέσα σε όλο αυτό. Μελέτησα κι εγώ, είχα και μια καθοδήγηση και αρχίσαμε να χτίζουμε το “Rainbow Mermaids”». Δεν ήθελε να το κάνει μόνη της, αισθάνθηκε ότι θα χρειαζόταν έναν άνθρωπο δίπλα της που να μπορεί να γυρίζει τη συζήτηση σε λίγο πιο χαλαρή διάθεση, γιατί φοβήθηκε πως οι συνεντεύξεις της θα ήταν τρομερά μονότονες και βαρετές. «Ήθελα δίπλα μου ένα πλάσμα όπως η Katina Bella που να το κανιβαλίζει λίγο όλο αυτό. Είναι μια από τις πιο γνωστές drag queens στην Ελλάδα, είμαστε μαζί εδώ και 18 χρόνια, δεν μπορούσα να φανταστώ καλύτερο συνοδοιπόρο σε αυτό το εγχείρημα».
«Μεγάλο ζόρι το να μεγαλώνεις σαν γυναίκα» 55 ft. Ρένια Λουιζίδου | Rainbow Mermaids
Η Katina είναι η συμπαρουσιάστρια του vidcast. Η ίδια λέει ότι αυτό τους έχει δώσει μεγάλη χαρά και ελευθερία. Όπως εξηγεί, «μπορεί να είμαστε και οι μόνες drag queens στην Ελλάδα που βιοποριζόμαστε από αυτό. Εγώ μεγάλωσα σε ένα φανοποιείο, μιας και αυτή ήταν η οικογενειακή μας επιχείρηση. Αυτό ήταν ένα πολύ αντίθετο περιβάλλον σε σχέση με αυτό που είχα εγώ μέσα μου, μια κατάσταση με τοξική αρρενωπότητα που ξεχείλιζε κι εγώ προσπαθούσα να ισορροπήσω μεταξύ του παιχνιδιού με τα αυτοκινητάκια και της λατρείας μου για τις κούκλες. Μεγαλώνοντας δούλεψα στον τομέα τον πωλήσεων, έχω πιάσει και δίσκο. Ως προς τις δυναμικές, στην εκπομπή εγώ είμαι η λίγο πιο λαϊκιά». Για την περσόνα της έχει επηρεαστεί από stand up commedians όπως η Μπέτι Mίντλερ, ηθοποιούς όπως η Ρένα Βλαχοπούλου και χαρακτήρες όπως η χήρα στους «Δέκα Μικρούς Μήτσους». «Γενικότερα, για μένα, το ωραιότερο είναι ότι η Mystic είναι η drag mother μου, κάτι πολύ οξύμωρο. Με βοήθησε να χτίσω την περσόνα μου. Με ξέρει σίγουρα καλύτερα απ’ όλους. Ήξερε τι είμαι, τι θέλω να εκφράσω, τι μου αρέσει, πού θέλω να το πάω. Κυριολεκτικά έκατσε και ζωγράφισε τον χαρακτήρα, έβαλε μέσα το ηλικιακό, τη δική μου περσόνα: είναι πάνω από εξήντα –και αυτό είναι μια γροθιά στον ηλικιακό ρατσισμό–, είναι γκροτέσκ, φοράει γυαλιά. Ήταν σαν να μου έφτιαξε ένα σπίτι που είναι η Katina, μου έδωσε τα κλειδιά και εγώ ζω μέσα σε αυτό. Αυτό το σπίτι δεν έχει ταβάνι, δεν έχει όρια, έχει μόνο ένα ευγενικό θράσος που δεν θα τολμούσε να χρησιμοποιήσει ποτέ το άτομο πίσω από την περσόνα. Λόγω του ότι έχω δουλέψει πολύ με τους ανθρώπους και έχω γίνει people pleaser, άφηνα εμένα πολύ πίσω. Η Κatina όμως δεν κάνει πίσω, τολμάει. Η περσόνα μου τα ξεπερνάει όλα αυτά, είναι ένας δούρειος ίππος με τον οποίο μπορώ να φτάσω όπου θέλω».
Η Mystic από τη δική της πλευρά συμπληρώνει: «Θεωρώ ότι με την drag περσόνα μου μπορώ να κάνω όσα με εκφράζουν. Στον εαυτό μου δεν έχω τόση πίστη όσο στη Mystic Van Rouge. Δεν συγκρίνεται η δύναμη και η αυτοπεποίθηση που νιώθω. Εγώ όλη μου τη ζωή ήμουν ένα κλειστό αγόρι, εσωστρεφές άτομο. Δεν θα έβγαινα ποτέ σε σκηνή, δεν θα έκανα ποτέ σόου, δεν θα μπορούσα να εκτεθώ με τον τρόπο που εκτίθεμαι αυτήν τη στιγμή. Η περσόνα μας είναι κάτι που μας μεταφέρει όπου θέλουμε. Μας πάει πιο μακριά από αυτό που θα φανταζόμασταν ποτέ για τον εαυτό μας. Είναι σαν τη στολή ενός σούπερ ήρωα. Όπως ο Σούπερμαν είναι στο γραφείο του με τα γυαλάκια του, αλλά με το που βάλει τη στολή του μπορεί να σηκώσει τη Γη. Εγώ δεν θα ήθελα να περιοριστώ στο να είμαι μια πολύ αυστηρή, πολύ σοβαρή, ούτε να είμαι μια στερεοτυπική drag queen που κάνει τον κόσμο να γελάει.
Το “Rainbow Mermaids” γεννήθηκε πριν από τρία χρόνια, σε μια περίοδο προσωπικών και επαγγελματικών αλλαγών, και κατάφερε να βρει μια θέση που δεν υπήρχε μέχρι τότε στην Ελλάδα. Από το ξεκίνημα υπήρχαν αμφιβολίες και αντιδράσεις. Έτσι κι αλλιώς, πολλοί αντιδρούν με το drag. Ωστόσο σε εμάς δεν έχει συμβεί κάτι κακό, είμαστε τυχερές που την έχουμε γλιτώσει, γιατί συμβαίνουν πολλά. Σκέψου ότι ενώ ήμασταν πάνω στο άρμα του Pride, μας έστειλαν μήνυμα ότι πρέπει να σκύψουμε γιατί υπήρχαν άνθρωποι που πετούσαν πέτρες. Για το “Rainbow Mermaids” οι αντιδράσεις που λαμβάναμε ήταν του τύπου “ποιος θα δεχόταν να μιλήσει σε δύο drag queens, ποιοι χορηγοί θα σας εμπιστευτούν”. Παρόλα αυτά, η ποιότητα των συνεντεύξεων και η αίσθηση του ανθρώπινου πίσω από τις περσόνες έκανε τη διαφορά. Από το δεύτερο κιόλας επεισόδιο, οι καλεσμένοι και το κοινό άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για έναν χώρο σοβαρής συζήτησης, όπου δύο άνθρωποι με ανησυχίες, ευαισθησία και χιούμορ ανοίγουν τον διάλογο για καλλιτεχνικές, προσωπικές και κοινωνικές διαδρομές».
Η εκπομπή έχει καταφέρει να προσελκύει γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, ανθρώπους που δεν είχαν επαφή με το drag και το είχαν στο μυαλό τους ως περιθωριακό φαινόμενο. Όπως εξηγούν: «Η εκπομπή ξεπέρασε τα όρια της κοινότητας, είναι για όλους. Το να βλέπεις μια νοικοκυρά εξήντα χρονών που μπορεί να μην ήξερε τίποτα για το drag ή αν είχε δει κάτι θα ήταν πλασαρισμένο από την τηλεόραση ως κάτι το περιθωριακό, οπότε θα το φοβόταν, να αλλάζει, είναι τρομερό. Αυτό έχει αλλάξει, μας αποκαλούν “κορίτσια”, με το που μας δουν αυτές οι γυναίκες έρχονται να βγάλουν φωτογραφίες μαζί μας και να μας πουν όμορφα λόγια. Μας λένε πόσο τους αρέσουν οι κουβέντες μας, ότι μας λατρεύουν. Είναι σημαντικό για τη δική μας ορατότητα ότι ο κόσμος κατάλαβε ότι είμαστε κανονικοί άνθρωποι. Το πλαίσιο στο οποίο γίνεται η εκπομπή, ότι δηλαδή είμαστε in drag, πλέον από θεωρητικό εμπόδιο έχει γίνει πρακτικά ένα κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες. Σκέψου ότι μας δόθηκε η ευκαιρία να κάνουμε drag σε μέρη που κανονικά δεν γίνεται να κάνεις τέτοιου είδους περφόρμανς».
Συνεργάστηκαν με την Ελεονώρα Ζουγανέλη στο Vox, εκεί τις είδαν άνθρωποι που αλλιώς δεν θα τις έβλεπαν. Ή στην Ταράτσα του Φοίβου, όπου επίσης ήρθαν σε επαφή με ένα άλλο κοινό, σε ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον. Τις κάλεσαν και σε TedEx του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και μίλησαν in drag, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί στην Ελλάδα. «Κάνουμε πράγματα δηλαδή που ο μικρός μας εαυτός δεν θα τολμούσε καν να τα ονειρευτεί. Το drag είναι αυτό που μας πάει πιο μακριά από αυτό που θα φανταζόμασταν εμείς ποτέ για τους εαυτούς μας. Οι καλεσμένοι έρχονται με χαρά και το κοινό αυξάνεται, η εικόνα των drag queens αλλάζει μέσα από την καθημερινή επαφή και το περιεχόμενο των συνεντεύξεων. Καλούμε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε τα ίδια ιδανικά, τις ίδιες αξίες, ανθρώπους που εκτιμούμε και συνδεόμαστε μαζί τους. Έτσι οι συνεντεύξεις είναι αληθινές χωρίς να κιτρινίζουμε».
Το vidcast αυτό χτίστηκε πάνω στην αγάπη και τον σεβασμό. «Ως προς το “Rainbow Mermaids”, υπάρχει απόλυτη σύμπνοια μεταξύ μας. Όμως είναι και κάπως δύσκολο να δουλεύεις με τον σύντροφό σου. Για να καταλάβεις, εμείς το καλοκαίρι κλείνουμε δύο χρόνια παντρεμένοι, μέχρι τον γάμο ήμασταν σχεδόν 20 χρόνια σε σχέση. Ο γάμος δεν άλλαξε κάτι στη σχέση μας, τον κάναμε για τα πρακτικά ζητήματα. Ήταν πολύ απλός, φορούσαμε μπεζ παντελόνι και ένα λευκό t-shirt, είχαμε πέντε καλεσμένους και έπειτα πήγαμε και παίξαμε σε ένα escape room. Μέχρι τώρα δεν είχαμε συνεργαστεί έτσι ποτέ καθημερινά. Το να είσαι επί δύο χρόνια συνεργάτης και ταυτόχρονα και σε σχέση καταλαβαίνεις ότι δημιουργεί μικροεντάσεις, μικροπροστριβές, κυρίως σε απλά και χαζά πράγματα. Από την άλλη πλευρά, το να δουλεύεις με έναν τόσο δικό σου άνθρωπο έχει πολλές ελευθερίες, γιατί γνωρίζει ο ένας τον άλλο απόλυτα. Έτσι μπορείς να συνεννοηθείς πολύ εύκολα, δεν χάνουμε χρόνο όπως θα γινόταν με κάποιον που δεν γνωριζόμαστε αρκετά».
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.