Η ρακή αγαπά τις τρυφερές καρδιές των κήπων

Η ρακή αγαπά τις τρυφερές καρδιές των κήπων Facebook Twitter
Χλωρά κουκιά, αγκινάρες και αλατσολιές. Φωτ.: Νίκος Γ. Μαστροπαύλος
0


ΚΡΥΜΜΕΝΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ της αγκινάρας ή του κοτσανιού του μπρόκολου, του κουνουπιδιού και του λάχανου (που το λένε και «φρίο»), αυτή η τρυφερή, τραγανή, γλυκιά, νόστιμη μπουκιά, ατόφια φυσική, χωρίς καμιά επεξεργασία, μόνο με τη δυναμική παρουσία του πρωτογενούς θαλασσινού αλατιού (ίσως και του χυμού του λεμονιού καμιά φορά, πολύχρωμων φρεσκοτριμμένων πιπεριών ή και ξερής ρίγανης), είναι από τους πλέον ταιριαστούς συνοδοιπόρους της ρακής. Αρκεί να παραβλέψουμε τα στερεότυπα, να τολμήσουμε να εκτρέψουμε τη συνήθη πορεία τους προς τα απορρίμματα και να τα βάλουμε στον σωστό δρόμο της ευφροσύνης. Κυρίως για την καρδιά του κοτσανιού του μπρόκολου, του κουνουπιδιού και του λάχανου, γιατί η ωμή «κεφαλή» της αγκινάρας είναι καθιερωμένος μεζές.

Η συζήτηση στην Κρήτη (ή σε μεγαλονησιώτικη ατμόσφαιρα όπου γης) για τον καλύτερο συνοδό της ρακής (ή αλλιώς της τσικουδιάς, το ίδιο είναι) είναι μια ιεροτελεστία εξίσου νόστιμη και απολαυστική με την πόση της ρακής καθαυτή. Σε μια τέτοια επινίκια λειτουργία της τσικουδιάς στην Αγιά Ρουμέλη –μετά το επιτυχές πέρασμα του μεγάλου φαραγγιού της Σαμαριάς– η συντροφιά των πεζοπόρων είχε φιλοσοφικές ανησυχίες και συζητούσε ποιος είναι ο καλύτερος μεζές για τη ρακή.

Η παραδοσιακή κουλτούρα της «ρακοκατάνυξης» στην Κρήτη είναι εντελώς διαφορετική από την «τσιπουροκατάνυξη» στην ηπειρωτική Ελλάδα ή τη «ζιβανιοκατάνυξη» στην Κύπρο. Το κοινό είναι βέβαια η κατάνυξη, αλλά τα ταιριάσματα ακολουθούν αντίθετους δρόμους.

Και η ομήγυρη ομονόησε ότι αυτός είναι η κεφαλή από τις μικροσκοπικές άγριες αγκινάρες των ορέων. Όμως, επειδή αυτές είναι εξαιρετικά δυσεύρετες ακόμα και από πραγματικούς τροφοσυλλέκτες, καταλήξαμε σε ό,τι πιο κοντινό και προσιτό σε εμάς, τις κεφαλές των ήμερων αγκιναρών του γύρου (τις λένε έτσι γιατί φυτεύονται στις άκρες του κήπου), των εξωστρεφών –με τα αγκάθια προς τα έξω– ημιάγριων «δαφνάτων» και των εσωστρεφών «κούτρουλων».

Η ρακή αγαπά τις τρυφερές καρδιές των κήπων Facebook Twitter
Η καρδιά του κουνουπιδιού. Φωτ.: Νίκος Γ. Μαστροπαύλος

Η παραδοσιακή κουλτούρα της «ρακοκατάνυξης» στην Κρήτη είναι εντελώς διαφορετική από την «τσιπουροκατάνυξη» στην ηπειρωτική Ελλάδα ή τη «ζιβανιοκατάνυξη» στην Κύπρο. Το κοινό είναι βέβαια η κατάνυξη, αλλά τα ταιριάσματα ακολουθούν αντίθετους δρόμους. Το τσίπουρο και η ζιβανία πηγαίνουν με μαγειρεμένα φαγητά, που η πολυπλοκότητά τους και οι απαιτήσεις της μεταποίησής τους αυξάνουν προοδευτικά, ενώ η ρακή παντρεύεται με μεζέδες στην αρχική τους κατάσταση, όπως τους προσφέρει η φύση, ωμούς, που έχουν χρεία μόνο πλύσιμο και, ενδεχομένως, καθάρισμα.

Πριν από μερικές δεκαετίες στα καφενεία της Ανατολής της Κρήτης, στο Λασίθι, η ρακή ερχόταν στο τραπέζι μαζί με το πρωτοφανίστικο τότε σ' εμένα άσπρο μήλο κομμένο φέτες και ένα πιατάκι «βρεχτοκούκια» – ξερά κουκιά που είχαν μουλιάσει ώρες πολλές σε αλατισμένο νερό, ενώ την άνοιξη έπαιρναν τη θέση τους τα «χλωροκούκια», οι τρυφεροί ακόμη καρποί των φρέσκων κουκιών. Εξαίρεση μαγειρεμένου λαχανικού αποτελούσαν μόνο οι «οφτές» πατάτες, που ψήνονταν στη χόβολη των ρακοκάζανων. Τώρα όλα αυτά έχουν καταχωνιαστεί κάτω από τους σωρούς των κοψιδιών, αλλά οι ωμές αγκινάρες μένουν, και έρχονται πρώτες σε κάθε τραπέζι παρέα με τη ρακή.

Σε ένα κρητικό τραπέζι η όρεξη έρχεται πάντα μαζί με τη ζυγιά της ρακής και της αγκινάρας. Και είναι θεαματικός ο τρόπος που εμφανίζεται αυτός ο ανεξίτηλος μεζές, συντροφιά με τα χλωρά κουκιά –που είναι συγκαιρινά τους– και πρέπει να ανοίξεις το περίβλημα των λουβιών για να τα απολαύσεις, φέρνοντάς τα ένα ένα στα μαυρισμένα από την επήρεια της αγκινάρας χείλη σου. Η κεφαλή της αγκινάρας κόβεται με τρόπο ώστε κάθε φέτα να μεταφέρει στην άκρη της μια νόστιμη μπουκιά καρδιάς, την οποία μπορείς να κρατήσεις κόβοντάς την με τα δόντια σου και να πετάξεις το φύλλο, που σε αυτήν τη φάση είναι άχρηστο, αλλά σε διαφορετικές καταστάσεις είναι βασικό συστατικό του φαγητού «δεν πετάω τίποτα»: κατσικάκι με αγκιναρόφυλλα κοκκινιστά.

Η ρακή αγαπά τις τρυφερές καρδιές των κήπων Facebook Twitter
Φαντασμαγορική παρουσίαση της αγκινάρας. Φωτ.: Νίκος Γ. Μαστροπαύλος

Τα φύλλα είναι κάτι σαν κουτάλι ή πιρούνι που μεταφέρουν στο στόμα τη συμπαγή καρδιά, σε αργά, όπως η ιεροτελεστία της ρακής, ή και πολύ γρήγορα γεύματα, όπως η απόλαυση που προσφέρουν οι κλεμμένες αγκινάρες. Τη Μεγάλη Πέμπτη στο νησί η κλεψιά είναι αποδεκτή όταν τα κλεμμένα προορίζονται για τις γυναίκες που ξενυχτούν τον Εσταυρωμένο. Τότε τραβούν ένα ένα τα φύλλα και δαγκώνουν το μικρό κομμάτι καρδιάς που παίρνουν μαζί τους καθώς αποκολλώνται. Έτσι φτάνουν στα εσωτερικά μαλακά φύλλα και ολόκληρη την καρδιά που είναι ο κυρίως μεζές.

Τίποτε δεν πάει χαμένο, ούτε η καρδιά του κοτσανιού της αγκινάρας (ή ο μίσχος των φύλλων της – αναλόγως της εποχής και της τρυφερότητάς τους), η οποία, καθαρισμένη και κομμένη σε μπαστουνάκια, παίρνει και αυτή θέση στο πιάτο με τον μεζέ της ρακής, εσμιγιά με τις φέτες του κιτρολέμονου και τα καρότα, καρυκευμένη με θαλασσινό αλάτι και ξίδι.

Η ρακή αγαπά τις τρυφερές καρδιές των κήπων Facebook Twitter
Η καρδιά του μπρόκολου. Φωτ.: Νίκος Γ. Μαστροπαύλος

Αλλά ακόμη πιο ορεκτική είναι η καρδιά του κοτσανιού του μπρόκολου, του κουνουπιδιού και του λάχανου. Όταν το κοτσάνι απογυμνώνεται από τα μικρά μπουκέτα που θα γίνουν βραστά λαχανικά ή τα πλατιά φύλλα που θα κοπούν σαλάτα, το σκληρό κυλινδρικό μέρος πηγαίνει στα απορρίμματα. Αλλά αυτό δεν το συνηθίζουν όλοι. Αυτοί που ξέρουν, διαλέγουν μπρόκολα ή κουνουπίδια, κοιτάζοντας και το τροφαντό κοτσάνι τους, που όταν καθαριστεί θα μείνει ένας πρασινωπός γλυκύς και τραγανός κύλινδρος, που μπορούν να γευτούν σκέτο ή καρυκευμένο με τριμμένα πολύχρωμα πιπέρια, χυμό λεμονιού και ρίγανη, ενώ του κουνουπιδιού είναι μικρότερος και λευκός, και του λάχανου επίσης λευκός και ακόμη πιο περιορισμένου μεγέθους. Αλλά η απόλαυση που εκπορεύεται απ’ όλα τα ανώφελα-ωφέλιμα είναι μεγάλη.

Γεύση
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Δουλεύοντας στον μεθυστικό κόσμο του κρασιού

Το κρασί με απλά λόγια / Πώς είναι να δουλεύεις στο χώρο του κρασιού

Σ’ αυτό το επεισόδιο του πόντκαστ «Το κρασί με απλά λόγια» ρίχνουμε φως στις επαγγελματικές ευκαιρίες που κρύβει ο χώρος του κρασιού. Και τι καλύτερο από το να μιλήσουν άνθρωποι που ζουν καθημερινά σ’ αυτό το σύνθετο οικοσύστημα;
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Χρύσανθος Πανάς

Γεύση / Χρύσανθος Πανάς: «Η διασκέδαση χωρίς γεύση, χωρίς αισθητική, χωρίς καλό φαγητό δεν έχει νόημα»

Ο άνθρωπος που επέμενε να μιλά για «αθηναϊκή Ριβιέρα» όταν η ιδέα ακουγόταν ουτοπική επιστρέφει τώρα στις ρίζες της οικογένειάς του μέσα από τη «Ζαΐρα», ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια και την ανάγκη να αφήσεις πίσω σου κάτι που να αντέχει στον χρόνο.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
«Το κρασί έχει μέσα του και επιστήμη, αλλά το μεγάλο κρασί ανήκει στην τέχνη»

Το κρασί με απλά λόγια / Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί.

Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί. Μιλά για τη Σαντορίνη, τη μνήμη, τα μαθηματικά, την τέχνη και τον χρόνο. Είναι ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού κρασιού. Η Υρώ Κολιακουδάκη και ο Παναγιώτης Ορφανίδης τον συναντούν και ακούνε τη συναρπαστική διαδρομή ενός Πειραιώτη μαθηματικού που ερωτεύτηκε ξανά τον τόπο του μέσα από το αμπέλι.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
78’ με τον Ματίγια Μπάμπιτς, τον ιδρυτή του TasteAtlas

Γεύση / «Μην εμπιστεύεστε καμία λίστα απόλυτα»: Ο κύριος TasteAtlas μιλά στη LifO

Σε μια αποκλειστική συνέντευξη, ο ιδρυτής του TasteAtlas, Ματίγια Μπάμπιτς, μιλά για τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας από τις πιο επιδραστικές παγκόσμιες πλατφόρμες γαστρονομικής χαρτογράφησης και εξηγεί γιατί το φαγητό είναι για εκείνον, πάνω απ’ όλα, μια μορφή μνήμης και πολιτισμού.
M. HULOT
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Nothing Days / Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Με αφορμή μια λίστα του TasteAtlas, ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική ξεδιπλώνει την ιστορία δύο εμβληματικών πιάτων, του περουβιανού pollo a la brasa και της ajiaco, που ενώνουν τη λαϊκή απόλαυση με την πολιτισμική κληρονομιά, μετατρέποντας το φαγητό σε ζωντανή αφήγηση.
M. HULOT