Δεν φανταζόμουν ότι θα ήταν δυνατό να συναντήσω ένα σπίτι από το μέλλον στον Κολωνό, σε μια ήσυχη πολυκατοικία με τυπική αθηναϊκή πρόσοψη. Πίσω από τη σιδερένια πόρτα, στο υπόγειο, με περιμένει ένας κόσμος απροσδόκητος, ένα σύγχρονο καλλιτεχνικό καταφύγιο. Εδώ μένει ο Άγγλος εικαστικός Κρις Μιου (Chris Mew) που επέλεξε να ζήσει στον Κολωνό.
Εδώ είδε κάτι που οι περισσότεροι προσπερνούν: αυθεντικότητα, χώρο και την ελευθερία να δημιουργήσει. Το αποτέλεσμα είναι ένα σπίτι που παίζει με το μέσα και το έξω. Μια όαση ηρεμίας μέσα στην πολύβουη γειτονιά. Ένα διαμέρισμα που δεν χαρτογραφείται· θα μπορούσε να είναι στη Νέα Υόρκη ή στο Τόκιο. Έχω εντυπωσιαστεί σε τέτοιον βαθμό που δεν μιλάω καθόλου. Περιεργάζομαι με προσοχή τους χώρους, σαν να με έχει απορροφήσει το διαφορετικό. Είναι απορίας άξιο πώς ένα αδιάφορο υπόγειο το χειρίστηκε με τόση έμπνευση και έφτιαξε το δικό του καλλιτεχνικό σύμπαν.
«Τα έπιπλα σε αυτό το σπίτι είναι σαν μικρά ενθύμια μιας περιόδου που πέρασε, κάπως σαν τους πίνακες που κάνω. Θυμίζουν τα μαγνητάκια που κολλάς στο ψυγείο για να σου θυμίζουν τα μέρη που ταξίδεψες. Αυτό το σπίτι είναι σαν να καταγράφει τον χρόνο μου».
Μεγάλοι ενιαίοι χώροι, λευκές επιφάνειες, εμφανείς σωληνώσεις, ψηφιδωτά δάπεδα και διακριτικά φωτιστικά δημιουργούν μια αισθητική που ακροβατεί ανάμεσα στον ιαπωνικό μινιμαλισμό και τη ’70s διακόσμηση. Δεν υπάρχει τίποτα περιττό, αλλά ούτε η αίσθηση του άδειου. Η βιβλιοθήκη με τα πολύχρωμα βιβλία ζεσταίνει τον χώρο. Τα πορτοκαλί φωτιστικά και τα ρετρό τραπεζάκια είναι αγορασμένα από flea market. Ο ακάλυπτος έχει μεταμορφωθεί σε έναν μικρό, σχεδόν ιδιωτικό κήπο με ψηλά δέντρα, πυκνή φύτευση και μια φουντωμένη λεμονιά. Από μέσα δεν βλέπεις σχεδόν καθόλου τις γύρω πολυκατοικίες – μόνο πράσινο. Ξεχνάς εύκολα ότι βρίσκεσαι στο κέντρο της Αθήνας.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι οι κρεβατοκάμαρες και τα μπάνια, που μοιάζουν με διάφανα κουτιά φωτός. Η επιλογή αυτή δεν αφορά μόνο την αισθητική· επιτρέπει στο φυσικό φως να διαχέεται σε όλο τον χώρο, καταργώντας τα όρια και ακυρώνοντας την ιδιωτικότητα. Είναι μια λύση που θυμίζει σύγχρονες ευρωπαϊκές κατοικίες, όπου η έννοια του «δωματίου» επαναπροσδιορίζεται.
«Μα πώς βρήκες αυτό το σπίτι;» τον ρωτάω. Ήταν το τρίτο που είδε σε αυτή την περιοχή. Τα άλλα δύο ήταν απογοητευτικά. Όταν είδε όμως αυτόν τον απλωμένο σε 420 τετραγωνικά χώρο με τη μεγάλη αυλή του ακάλυπτου να δίνει όλο αυτό το γλυκό φως, είπε «το θέλω» χωρίς να σκεφτεί όλα τα υπόλοιπα. Και τα υπόλοιπα ήταν αρκετά, λέει γελώντας.
Άραγε χρειάστηκε πολλή δουλειά για να πάρει αυτήν τη μορφή; Μου λέει ότι η ανακαίνιση έγινε σταδιακά. Το καθοριστικό σουλούπωμα το έκανε η αρχιτέκτονας Θεοδώρα Καρακάση, που δούλεψε πάνω στην ιδέα του με αφοσίωση και επέβλεψε το πρότζεκτ, καθώς ήταν η περίοδος του Covid και εκείνος είχε κολλήσει στο Λονδίνο.
Τον ρωτάω για το εξαιρετικό μπάνιο του, που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί, και για το υπνοδωμάτιο που μοιάζει να είναι φτιαγμένο από το ίδιο πλακάκι με το μπάνιο.
«Σχεδίασα το μπάνιο με την ιδέα να δημιουργήσω ένα αυστηρό γεωμετρικό σύνολο σαν γλυπτό μέσα στον χώρο. Πρόσφατα, καθώς σκεφτόμουν τι είδους κρεβάτι να κατασκευάσω, μου φάνηκε ωραίο το κρεβάτι να συνομιλεί αισθητικά με το μπάνιο, μια και το ένα είναι πλάι στο άλλο. Καθώς κατασκεύαζα στο στούντιο το κρεβάτι, ήθελα να εντάξω τα επιμέρους στοιχεία του μπάνιου. Σαν το ίδιο το μπάνιο να βρίσκει διαφορετικούς προσανατολισμούς, άλλες γλυπτικές μορφές». Μου λέει να αγγίξω το ξύλο στο κρεβάτι που μοιάζει με πλακάκι μπάνιου και εντυπωσιάζομαι πραγματικά γιατί οπτικά δεν μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά.
Το μισό σπίτι λειτουργεί ως στούντιο, οπότε στον ίδιο χώρο όπου ζει και αναπνέει κατασκεύασε με τα χέρια του αυτά τα τόσο μοναδικά έπιπλα. Τον ρωτάω αν τον ενδιαφέρει να ασχοληθεί με το interior. «Θα σου δώσω τώρα παραγγελία», αστειεύομαι. «Όχι, όχι», λέει κατηγορηματικά και με χαμόγελο. Όλο του το μεράκι το έβαλε εδώ. Αυτό του αρκεί. Δεν τον ενδιαφέρει να σχεδιάζει έπιπλα. Τον καφέ καναπέ, ωστόσο, τον σχεδίασε ο ίδιος με ξύλο της επιλογής του.
«Τα έπιπλα σε αυτό το σπίτι είναι σαν μικρά ενθύμια μιας περιόδου που πέρασε, κάπως σαν τους πίνακες που κάνω. Θυμίζουν τα μαγνητάκια που κολλάς στο ψυγείο για να σου θυμίζουν τα μέρη που ταξίδεψες. Αυτό το σπίτι είναι σαν να καταγράφει τον χρόνο μου», λέει.
Παρατηρώ τον «χτισμένο» καναπέ που θα μπορούσε να είναι ένα art piece από τα ’70s. «Τι είχες στο μυαλό σου όταν τον σχεδίαζες;» τον ρωτάω. «Νομίζω ότι απλώς τον σχεδίασα χωρίς να έχω στο μυαλό μου τη δεκαετία του ’70 ή κάποια άλλη. Είναι δύσκολο ωστόσο να δημιουργήσεις κάτι που δεν εντάσσεται σε κάποια χρονική περίοδο ή σε ένα συγκεκριμένο σχεδιαστικό πλαίσιο. Απλώς ακολούθησα το προσωπικό μου γούστο, όπως και σε όλα τα έπιπλα. Ο καναπές ήθελα πρωτίστως να είναι βολικός, να ξαπλώνω, να αράζω, να ξεκουράζομαι. Αυτό περιμένεις στην τελική από έναν καναπέ», λέει και βάζει μια χαλαρή μουσική στο πικάπ που έχει σε περίοπτη θέση στο σπίτι.
Σχεδίασε και έφτιαξε ο ίδιος και το τραπέζι της τραπεζαρίας και τη φουτουριστική κουζίνα που είναι σε ένα απαλό κίτρινο χρώμα. «Γιατί είναι κίτρινη αυτή η κουζίνα;» «Γιατί έτσι προέκυψε – δεν υπάρχει μελέτη. Τα περισσότερα έγιναν πειραματικά. Ό,τι λειτουργούσε, το κρατούσα», λέει.
Μου δείχνει τα έργα που έχει ζωγραφίσει. Έχουν κι αυτά κάτι το δωρικό. Η τέχνη του μιλάει την ίδια γλώσσα με τη διακόσμησή του. Τον ρωτάω για τα έργα τέχνης που έχει επιλέξει να βάλει στο σπίτι. Μου εξηγεί ότι είναι όλα από φίλους του καλλιτέχνες. Κάποιοι δημιούργησαν τα έργα εδώ, στα residencies που κάνει. Βλέπω έργα των Κρις ΜακΣέρι, Τόμπι Κρίστιαν, Τζον Ρόμπερτσον, Λίζα Μπρις, Μέρι Ράμσντεν, Άντριου Μίλορ, Πίτερ Ντέιβις. Παρατηρώ με πόση σπουδή έχει βάλει το καθετί και ότι τίποτα δεν είναι βαλμένο στην τύχη.
Μου δείχνει τον ξενώνα όπου μένουν οι καλλιτέχνες όταν τον επισκέπτονται, που έχει ένα επίσης εντυπωσιακό μπάνιο. Τα μπάνια είναι οι πρωταγωνιστές του σπιτιού, του λέω αυθόρμητα. «Ναι, ο χώρος όπου καθαρίζεις το σώμα σου έχει κάτι το ιερό», λέει ποιητικά.
Καθένα από τα μπάνια έχει τη δική του ισχυρή ταυτότητα. Το ένα, επενδυμένο εξ ολοκλήρου με λευκά τετράγωνα πλακίδια, δίνει την αίσθηση ιαπωνικής καθαρότητας ή εργαστηριακής γλυπτικής εγκατάστασης. Ακριβώς από πάνω έχει δημιουργήσει έναν μικρό κρεμαστό κήπο, έναν «Hanging Garden of Kolonos», όπως τον αποκαλεί χαριτολογώντας. Ήθελε, όπως μου εξηγεί, να φέρει λίγη ζωντάνια σε ένα κατά τα άλλα αποστειρωμένο και ψυχρό περιβάλλον, να δώσει ύψος στο μπάνιο και να γεμίσει ένα κενό της κατασκευής. Το πράσινο φιλτράρει το φως και μαλακώνει τη λευκή αυστηρότητα, μετατρέποντας τον χώρο σε κάτι απρόσμενα ήρεμο και σχεδόν ονειρικό. Το άλλο μπάνιο, ντυμένο με βαθύ πράσινο πλακάκι, δημιουργεί μια αίσθηση βύθισης, σαν να βρίσκεσαι σε μια σύγχρονη εκδοχή χαμάμ. Και τα δύο αποδεικνύουν ότι ακόμη και οι πιο λειτουργικοί χώροι μπορούν να γίνουν αρχιτεκτονικές δηλώσεις.
Τον ρωτάω για το residency. Μου λέει πως έρχονται συχνά καλλιτέχνες και χρησιμοποιούν τον ξενώνα με σκοπό να δημιουργήσουν τη δική τους δουλειά, χωρίς περιορισμούς ή προσδοκίες. «Είναι σαν να έρχεται το βουνό σε μένα αντί να πηγαίνω εγώ στο βουνό», σχολιάζει με χιούμορ. Λατρεύει τις ουσιαστικές συζητήσεις, την επεξεργασία ιδεών – ποιος εκθέτει πού, τι συμβαίνει στον κόσμο της τέχνης, ποιος επιμελείται τι. «Είναι ένας μικρός κόσμος και θέλω να νιώθω συνδεδεμένος με όσα συμβαίνουν σ’ αυτόν», συμπληρώνει.
Του ζητάω να μου μιλήσει για τον Κολωνό. Τον αγαπάει πολύ. Του αρέσει το ανθρώπινο μέτρο, οι άνθρωποι από άλλες εθνικότητες, άλλες κουλτούρες, η πολυπολιτισμικότητα όπως ακριβώς τη συναντάς και στο Λονδίνο. «Οι περισσότεροι δεν μιλούν αγγλικά κι όμως επικοινωνούμε ουσιαστικά. Η ανθρωπιά δεν έχει γλώσσα», λέει.
Αναρωτιέμαι με τι ασχολείται αυτό τον καιρό. Μου εξηγεί πως στήνει ένα πρότζεκτ που έκανε και στο Λονδίνο και στην Κοπεγχάγη όταν ζούσε εκεί: ένας καλλιτέχνης κάθε φορά παρουσιάζει το έργο του, αλλά παράλληλα προσκαλεί ανθρώπους, μαγειρεύει και όλοι τρώνε και πίνουν μαζί και συζητούν για τις προθέσεις του έργου με τρόπο αληθινό και ουσιαστικό. «Τι ωραίο πρότζεκτ», μονολογώ, «μπορώ, αν θες, να μαγειρέψω μακαρόνια και να απαγγείλω την ποίησή μου». Το βρίσκει πολύ καλή ιδέα και δίνουμε σχεδόν τα χέρια.
Φεύγω από το σπίτι του Κρις με μια παράξενη αίσθηση ώθησης. Αν υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που δίνουν άλλη μορφή στα πράγματα, τότε ίσως και η δύσκολη πραγματικότητα να μπορεί να μετασχηματιστεί σε κάτι πιο υποφερτό. Κι αυτό είναι παρήγορο, όπως ακριβώς ήταν και το σπίτι του: ένα καταφύγιο μέσα στον αστικό ιστό.