Με τον Πάρι γνωριζόμαστε εδώ και δεκαετίες. Είναι ένας άνθρωπος με πολύ καλή αισθητική και ωραίες ιδέες. Καθόλου τυχαίο ότι υπήρξε συνιδρυτής των πολύ αγαπητών εκδόσεων ΟΞΥ, που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή στην αθηναϊκή underground κουλτούρα. Κινείται εδώ και χρόνια ανάμεσα στη γραφιστική, τα εικαστικά και την οπτική επικοινωνία, διατηρώντας κάτι από τη σκηνή των ’90s χωρίς να εγκλωβίζεται σε νοσταλγίες.
Το ηλιόλουστο διαμέρισμά του στο Φάληρο δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει. Δεν είναι φλύαρο, υπερβολικό, ούτε θέλει να αποδείξει κάτι. Αντίθετα, πετυχαίνει να κατακτήσει μια αίσθηση μέτρου και μια ήσυχη κομψότητα, έναν μινιμαλισμό: τίποτα δεν περισσεύει αλλά και τίποτα δεν λείπει.
Το πρώτο πράγμα που του λέω είναι ότι δεν τον είχα για τόσο τακτικό. Μου απαντά: «μη νομίζεις, το σουλούπωσα προτού έρθεις». Αλλά δεν είναι και ιδιαίτερα ακατάστατος. «Αν έμπαινε στον χώρο σου ένας άνθρωπος που δεν σε ξέρει καθόλου, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα καταλάβαινε για σένα;», τον ρωτάω. «Μάλλον ότι έχει να κάνει με κάποιον ίσως λίγο ψωνισμένο, πλην όμως καλαίσθητο, συμπαθητικό και ευαίσθητο μποέμ τύπο», μου απαντά.
Ο ίδιος μού λέει ότι έχει κάνει μόνος του περισσότερες από δώδεκα μετακομίσεις προτού εγκατασταθεί εδώ. «Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου ως νομά. Στα περισσότερα σπίτια δεν είχα καν έπιπλα για να μεταφέρω. Στο “Home” του 1990, ο Iggy Pop λέει “everybody needs a home”. Πάντα προσπαθούσα όλα μου τα σπίτια να τα νιώσω σαν δικά μου. Αν εξαιρέσω το σπίτι στην Αρχιμήδους, όπου έζησα για 12 χρόνια, και το τωρινό στο Φάληρο, όλα τα υπόλοιπα μάλλον διέψευδαν τον Αμερικανό ρόκερ». Στα τελευταία σπίτια, όπως λέει, αρχίζεις να βλέπεις διαφορετικά τα πράγματα. Να καταλαβαίνεις πως τα αντικείμενα είναι και βάρος, μνήμη, δέσμευση. Του αρέσει να υπάρχει χώρος ανάμεσα στα πράγματα. Να αφήνει το βλέμμα να κυκλοφορεί απρόσκοπτα.
Η αισθητική του Πάρι μοιάζει πολύ με τον τρόπο που μιλά: χαμηλόφωνη αλλά καθόλου αδύναμη. Υπάρχει μια understated κομψότητα, μια ανεπιτήδευτη φινέτσα που δεν βασίζεται στην επίδειξη αλλά στη σχέση των αντικειμένων μεταξύ τους.
Το διαμέρισμα είναι περίπου 140 τετραγωνικά. «Το μεγαλύτερο σπίτι στο οποίο έχω ζήσει ποτέ μόνος μου», λέει με έμφαση. Για έναν άνθρωπο μαθημένο σε μικρότερους χώρους, αυτή η αίσθηση λειτουργεί σχεδόν αποσυμπιεστικά. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το βασικό concept του σπιτιού: όχι η αφαίρεση για λόγους αισθητικής, αλλά ως ανάγκη ελευθερίας.
Τον ρωτάω πώς ήρθε στο Φάληρο, σε αυτό το φωτεινό διαμέρισμα. «Μέχρι την αρχή της δεκαετίας του ’80, οπότε και χτίστηκε αυτή η πολυκατοικία, στο οικόπεδο υπήρχε το σπίτι του παππού μου, μια χαρακτηριστική παλαιοφαληριώτικη λευκή, δωρική μονοκατοικία», μου απαντά. Στο δημοτικό, για δύο χρόνια, πήγε στο τοπικό δημόσιο σχολείο και θυμάται να παίζει στον κήπο της μονοκατοικίας αυτής.
«Πότε, τελικά, επέστρεψες;», τον ρωτάω. «Είμαι urban τύπος. Το Φάληρο κάπως το περιφρονούσα, μου φαινόταν ότι έχει κάτι υπερβολικά οικογενειακό και γεροντίστικο». Όμως κάποια στιγμή, έπειτα από οικονομικά ζόρια, όταν του το πρότεινε η οικογένεια, σκέφτηκε «γιατί όχι;».
«Τελικά αγάπησες τη γειτονιά;».
«Όχι», λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Είμαι ωστόσο σχετικά προσαρμοστικός άνθρωπος και υπάρχουν στοιχεία που αγαπώ. Βολτάρω δίπλα στη θάλασσα, η φίλη μου μένει κοντά, υπάρχει η αίσθηση μιας κοινότητας ανθρώπων –αν και όχι του είδους που με συγκινεί–, υπάρχουν (ακόμα) αρκετές μονοκατοικίες με κήπους που, θες δεν θες, δημιουργούν μια νοσταλγική –γλυκιά ίσως;– αίσθηση. Όμως, η περιοχή έχει μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει στην ήσυχη και συγκαταβατική αναμονή του αναπόφευκτου – πολλοί άνθρωποι που σουλατσάρουν ανέμελα και άσκοπα. Δεν το θεωρώ σε καμιά περίπτωση κακό ή κατακριτέο. Απλώς δεν είναι εγώ».
«Όπως το φοβόσουν δηλαδή;», συμπληρώνω. «Ακριβώς έτσι», λέει.
Τον ρωτάω αν το διαμέρισμα ήταν στην κατάσταση που είναι τώρα. Γελάει. Πρέπει, λέει, να μου δείξει φωτογραφία για να καταλάβω σε τι κατάσταση το βρήκε από τον προηγούμενο ένοικο. Χρειάστηκε να γίνουν πολλές παρεμβάσεις. Ο ίδιος επέλεξε να επικεντρωθεί κυρίως σε δύο σημεία που θεωρεί καθοριστικά για την καθημερινότητα ενός σπιτιού: την κουζίνα και το μπάνιο. Σε συνεργασία με την αρχιτεκτόνισσα Μαρίτα Νικολούτσου σχεδίασαν εκ νέου αυτούς τους χώρους, ακολουθώντας μια λογική καθαρών γραμμών, λειτουργικότητας και ηρεμίας. Τίποτα κραυγαλέο, τίποτα υπερβολικά στημένο.
«Η Μαρίτα μού έδωσε πολλές ιδέες και πρότεινε λύσεις. Η κουζίνα, για παράδειγμα, δεν ήταν στις προτεραιότητες αισθητικής παρέμβασης, με μια κάπως κανονική τού IKEA θα ήμουν οk. Αλλά επενέβη. Πρότεινε παραλληλία παντού, να μην έχει έντονες κάθετες, να ακολουθεί την αίσθηση του δωματίου».
Το μπάνιο, λέει, ήταν σε άθλια κατάσταση και είναι ο μόνος χώρος στον οποίο ποτέ δεν μπορούσε να κάνει έκπτωση. Θυμάται ακόμη πως όταν γύρισε από τις σπουδές του στην Ιταλία το μακρινό 1988 και έμεινε για ένα μικρό διάστημα σε ένα άθλιο υπόγειο σπίτι στα Ιλίσια, είχε φροντίσει να φτιάξει εξαιρετικά το μπάνιο, παρότι όλα τα υπόλοιπα ήταν υπό κατάρρευση.
Το μπάνιο είναι γκρι-μπλε. Αγαπά ιδιαίτερα αυτό το χρώμα, έχει κάτι το κινηματογραφικό. Έχει βάψει στο ίδιο χρώμα και τον διάδρομο του σπιτιού, δημιουργώντας μια αίσθηση συνέχειας ανάμεσα στους χώρους. Και το υπνοδωμάτιό του ακολουθεί την ίδια λογική: μίνιμαλ, καθαρό, χωρίς πολλά πράγματα. Το ήθελε ως έναν χώρο ξεκούρασης, έναν τόπο που «μαζεύει όνειρα και ενέργεια», χωρίς φασαρία. «Δεν μου αρέσει το φορτωμένο. Αγχώνομαι», λέει. Και το καταλαβαίνεις παντού μέσα στο σπίτι.
Η αισθητική του Πάρι μοιάζει πολύ με τον τρόπο που μιλά: χαμηλόφωνη αλλά καθόλου αδύναμη. Υπάρχει μια understated κομψότητα, μια ανεπιτήδευτη φινέτσα που δεν βασίζεται στην επίδειξη αλλά στη σχέση των αντικειμένων μεταξύ τους. Οι καρέκλες της τραπεζαρίας από την ιταλική εταιρεία Felicerossi έχουν αυτήν τη φίνα ’70s αίσθηση, ενώ ένα μικρό τραπέζι από ινδικό μπαζάρ στη Γλυφάδα προσθέτει εκείνο το κομψό έθνικ στοιχείο. Τα περισσότερα αντικείμενα δεν αποκτήθηκαν ύστερα από έρευνα ή συλλεκτική εμμονή· ήρθαν από φίλους, συγγενείς, γονείς, μετακομίσεις και εποχές.
«Επειδή ήμουν σε μικρότερα σπίτια, εδώ το σπίτι δεν γέμιζε με τίποτα, οπότε όποιος δεν ήθελε κάτι μου το έδινε».
Παρατηρώ ότι δεν έχει αντίκες ή παλιά έπιπλα από το πατρικό του. Δεν είναι συλλέκτης ούτε «ρακοσυλλέκτης», λέει γελώντας. Του αρέσουν οι αντίκες, αγαπά το vintage, αλλά δεν τον ενδιαφέρει η συσσώρευση. Αντιθέτως, δείχνει να πιστεύει βαθιά σε μια αισθητική τού «τόσο όσο», σε ένα σπίτι που δεν ασφυκτιά από αντικείμενα αλλά ούτε γίνεται ψυχρό ή απρόσωπο.
Παρατηρώ ότι έχει πολύ ωραίο φως και ορίζοντα. Τον ρωτάω αν αράζει στο μπαλκόνι και μου απαντάει «συχνά, ειδικά το καλοκαίρι». Αγαπημένος του χώρος είναι μάλλον το σαλόνι. Μεγάλο, φωτεινό την ημέρα, γλυκό και ήσυχο το βράδυ.
Χαζεύω την ωραία βιβλιοθήκη του. «Μοιάζει με το μέσα του κεφαλιού μου», λέει. Εκεί υπάρχει μια ιδιότυπη τάξη, παρότι ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν είναι ο πιο οργανωμένος άνθρωπος. Ξέρει όμως πού βρίσκεται το καθετί, σαν να λειτουργεί με έναν δικό του εσωτερικό χάρτη. Στους τοίχους υπάρχουν κυρίως δικά του έργα: κολάζ, χαρακτικά, γράμματα, μικρές εικαστικές αφηγήσεις. Μοιάζουν συχνά χειροποίητα και ονειρικά, σαν εικόνες που γεννήθηκαν από σημειώσεις, μουσικές και προσωπικούς συνειρμούς.
Του ζητάω λίγο περισσότερες πληροφορίες για τα έργα που έχει στους τοίχους. «Είναι κυρίως δικά μου. Το ξέρω, κάποιος μπορεί να το θεωρήσει ψωνίστικο, αλλά ορισμένα πράγματα που έχω φτιάξει τα αγαπώ και από το να μείνουν και να σαπίζουν σε μια αποθήκη ή μια ντουλάπα, προτιμώ να τα βλέπω. Άσε που, βλέποντάς τα, παρατηρώ και αστοχίες, λεπτομέρειες που θα μπορούσα να αντιμετωπίσω διαφορετικά». Φυσικά, δεν έχει μόνο δικά του έργα. Μεταξοτυπίες (του Ντέιμιεν Tραν και της Mάριον Τζντάνοφ, ας πούμε), χαρακτικά και εικαστικά άλλων καλλιτεχνών (όχι ιδιαίτερα γνωστών) καθώς και αφίσες.
Ο Πάρις δεν εργάζεται στο σπίτι. Το εργαστήριό του βρίσκεται αλλού, σε έναν χώρο που μοιράζεται με άλλους καλλιτέχνες. «Η δουλειά δεν θέλει παντόφλα και πιτζάμα», λέει απλά. Το σπίτι προορίζεται για κάτι διαφορετικό: μουσική, ησυχία, αποφόρτιση.
Η μουσική είναι παντού παρούσα στο σπίτι του. Βλέπεις την κιθάρα στο καθιστικό και την ηλεκτρική κιθάρα σε ένα άλλο δωμάτιο –που το λες και στούντιο– και καταλαβαίνεις αμέσως το πάθος του με τη μουσική. «Πώς ζούσαν οι άνθρωποι πριν από τον 20ό αιώνα χωρίς να μπορούν να ακούν μουσική όποτε θέλουν;», αναρωτιέται.
Τον ρωτάω αν βλέπει τηλεόραση. «Η τηλεόραση δεν έχει καν αποκωδικοποιητή. Βλέπω όμως πού και πού σειρές ή ταινίες σε συνδρομητικά κανάλια».
Παρότι για χρόνια δεν ήταν καθόλου «του σπιτιού», έβγαινε συνεχώς, τελευταία έχει αλλάξει αρκετά όπως λέει. Περνά περισσότερο χρόνο στο σπίτι, κυρίως διαβάζοντας στον καναπέ ή καθισμένος στη βεράντα του. Υπάρχει πάντα μια μουσική υπόκρουση.
Το σπίτι του δεν το χαρακτηρίζει κοινωνικό. Δεν καλεί συχνά φίλους ούτε κάνει σουαρέ, με εξαίρεση ίσως κάποια πάρτι για τα γενέθλιά του.
«Εδώ που είναι το σπίτι δεν είναι και το πιο εύκολο. Οι περισσότεροι φίλοι μένουν μακριά», λέει.
Δεν ήταν ποτέ ο άνθρωπος που θα οργάνωνε μεγάλα τραπέζια ή μαζώξεις στο σπίτι. Ακόμη και η σχέση του με την κουζίνα είναι μάλλον πρακτική παρά παθιασμένη. Δεν μαγειρεύει ιδιαίτερα, έχει μάθει να φτιάχνει δυο τρία πράγματα, αλλά δεν είναι από εκείνους που βρίσκουν χαρά στη μαγειρική.
Τον ρωτάω αν του αρέσει να μένει μόνος ή να συμβιώνει. Μου λέει ότι στη συμβίωση βάζει πλέον Χ. Στο παρελθόν το είχε δοκιμάσει, αλλά σίγουρα δεν είναι για εκείνον.
«Δεν μπορώ, νιώθω ότι καταπιέζομαι και περιορίζομαι, όσο και να αγαπώ τον άλλο. Θέλω να ζω χωρίς περιορισμό και στο σπίτι μου να είμαι όπως γουστάρω».
«Και ο “μοιρασμένος ύπνος”;», τον ρωτάω. «Αν έχεις σχέση, δεν είναι κάτι ωραίο;». Συμφωνεί. Ο μοιρασμένος ύπνος είναι ωραίο πράγμα, αλλά δεν είναι για κάθε μέρα, λέει γελώντας, και καταλαβαίνεις ότι ο Πάρις ξέρει να προστατεύει την ελευθερία του.
Ίσως γι’ αυτό το σπίτι του μοιάζει περισσότερο με προσωπικό καταφύγιο, έναν χώρο αποφόρτισης, ησυχίας και εσωτερικής επαναφοράς. Ένα σπίτι με κάτι ανθρώπινο, βιωμένο και ήσυχα συναισθηματικό που δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα, μόνο να σε αφήσει να αναπνεύσεις μέσα του.
Και αν ξέρεις τον Πάρι, μπορείς με σιγουριά να πεις ότι έχει ένα σπίτι που τον καθρεφτίζει. Είναι, με μια λέξη, ανεπιτήδευτο.