Για μένα, η Μαρία Παπαδημητρίου αποτελεί σχεδόν ένα ιερό τοτέμ της σύγχρονης τέχνης. Ξεκίνησα να την παρακολουθώ μετά το βραβείο DESTE που έλαβε το 2003 και έκτοτε τη βλέπω ως μια παρουσία που μεταδίδει ποιότητες και ωθεί τους άλλους να εξελίσσονται. Όταν της πρότεινα να παρουσιάσουμε το σπίτι της στη LiFO, απάντησε «έλα» με μια αφοπλιστική φυσικότητα. Δεν με εξέπληξε.
Αν γνωρίζει κανείς τη Μαρία, αντιλαμβάνεται ότι η φιλοξενία είναι σχεδόν εγγεγραμμένη στο DNA της. Το σπίτι της στη Δροσιά είναι ένας προορισμός από μόνο του. Ακόμη και η διαδρομή, μέσα από πεύκα και πυκνή βλάστηση, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι εισέρχεσαι σε έναν τόπο με σχεδόν θεραπευτική ενέργεια. Ανεβαίνω στο διαμέρισμα με ένα ιδιαίτερο εξωτερικό ασανσέρ, χωρίς πόρτες, και μπαίνω «ανορθόδοξα», από την κουζίνα. Το σπίτι έχει μια λεπτή, ευγενική ένταση που αποπνέει χαρά. Οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι και ένα ζεστό κροκί χρώμα κυριαρχεί στο καθιστικό. Τα έργα της μοιάζουν να συνομιλούν με την ίδια, ενώ η συνολική αίσθηση είναι αυτή μιας σύνθεσης που έχει απλωθεί στον χώρο και έχει αποκτήσει αφήγηση.
Η «διάτρητη» βιβλιοθήκη είναι δικό της σχέδιο και αποτελεί βασικό εργαλείο έμπνευσης: όταν κολλάει, επιλέγει τυχαία ένα βιβλίο και το μετατρέπει σε έργο.
Της λέω ότι τη φανταζόμουν να ζει πιο κεντρικά, πιο «downtown». Μου εξηγεί ότι έχει ζήσει στο Παρίσι, στη Σύρο, στη Θεσσαλονίκη και στο κέντρο της Αθήνας για πολλά χρόνια. «Εδώ ήταν το προικιό μου», λέει χαμογελώντας. Αν της το έλεγαν στα είκοσί της, θα το απέρριπτε. Σήμερα όμως το θεωρεί προνόμιο να επιστρέφει, από την ένταση της πόλης, σε αυτό το ιδιωτικό, ανθισμένο καταφύγιο. «Τι είναι για σένα το σπίτι;», τη ρωτάω. «Φιλοξενία», απαντά χωρίς δισταγμό. Στον χώρο αυτό έχουν φιλοξενηθεί φίλοι, καλλιτέχνες, επιμελητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και φοιτητές της από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ανταλλαγής και συνδημιουργίας.
Το σπίτι έχει αλλάξει πολλές φορές μορφή. Κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα μεγάλο έργο, αναδιαμόρφωνε τον χώρο. «Για να αλλάξει θέση ο εγκέφαλός μου και να γίνω καινούργια», μου λέει. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, δύο βελούδινοι καναπέδες στο χρώμα της ελιάς έχουν περιορίσει αυτή την κινητικότητα. Τα πολύχρωμα μαξιλάρια έχουν ραφτεί από φίλο της, με υφάσματα που προέρχονται από συνεργασίες με αφρικανικές κοινότητες στο VSP. Η «διάτρητη» βιβλιοθήκη είναι δικό της σχέδιο και αποτελεί βασικό εργαλείο έμπνευσης: όταν κολλάει, επιλέγει τυχαία ένα βιβλίο και το μετατρέπει σε έργο.
Ανάμεσα στα έργα που φιλοξενούνται στο σπίτι, ξεχωρίζει ένα μεγάλο έργο εμπνευσμένο από ιαπωνικό κόμικ, δώρο του φίλου της, Μάρτιν. Το φωτεινό «Disco for one», από τη συμμετοχή της στην Μπιενάλε της Val Gardena στους Δολομίτες, λειτουργεί ως φόρος τιμής στον Τζόρτζιο Μορόντερ που γεννήθηκε στην πόλη αυτή, αλλά και ως σχόλιο για την εμπειρία της πανδημίας. Δύο προσωπογραφίες τής Mαρίας είναι έργα της Κατερίνας Würthle, δημιουργήθηκαν στη Σύρο, ενώ φωτογραφίες από τη σειρά «Νύμφες» στο New Hotel συνυπάρχουν με οικογενειακά στιγμιότυπα από την παιδική της ηλικία. Το γραφείο της είναι ένας χώρος έντασης και ιδεών.
«Εδώ γίνεται χαμός», λέει γελώντας. Δεν έχει ένα σταθερό σημείο εργασίας, κινείται διαρκώς μέσα στο σπίτι. Ολόκληρος ο χώρος είναι οργανωμένος με γνώμονα τη φιλοξενία: καναπέδες που μετατρέπονται σε κρεβάτια, φουσκωτά στρώματα, ξενώνας. Το μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, αν και μοιάζει έργο σχεδιαστή, είναι κατασκευή φίλου της Ρομά, από ξύλα παλιών σιδηροδρομικών γραμμών. Τη ρωτάω αν θεωρεί το σπίτι «καλότυχο». Χαμογελά: «Κάτι μαγικό συμβαίνει εδώ». Σε αυτόν τον χώρο γεννήθηκαν συλλογικά πρότζεκτ όπως το «Cosmotel», το «Τ.Α.Μ.Α.», το Souzy Tros, αλλά και η συνεργασία με τον Rick Lowe στο «Victoria Square Project». Εδώ σχεδιάστηκαν σημαντικές εκδόσεις, όπως το βιβλίο για την «Εργασία του Ύπνου» σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ωνάση, το «Φirma Gypsy Globales» (εκδόσεις DESTE) και το «Free Hotels» (εκδόσεις Postmedia).
Εδώ όμως έγινε και η πρόταση για την Μπιενάλε της Βενετίας το 2015. «Μέχρι πόσα άτομα έχεις φιλοξενήσει ταυτόχρονα;», τη ρωτάω. «Οκτώ», απαντά. Συχνά φοιτητές της έμεναν για μεγάλα χρονικά διαστήματα δουλεύοντας υπό την επίβλεψή της, συνήθως για τον σχεδιασμό των βιβλίων. Το σπίτι λειτουργεί ως φυτώριο ιδεών, ένας χώρος όπου η καθημερινότητα και η καλλιτεχνική πράξη συγχωνεύονται.
Κατεβαίνουμε στον ανθισμένο κήπο. Είναι τέλη Απριλίου και ο χώρος είναι γεμάτος ζωή. Οι γλάστρες με λουλούδια προέρχονται από σπίτια φίλων και συγγενών που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. «Τα φροντίζω και τα χαιρετώ με το όνομά τους», λέει. Μια σιωπηλή, καθημερινή τελετουργία μνήμης. Σε μια γωνιά, άδειες καρέκλες παραμένουν τοποθετημένες στη σειρά – κατάλοιπο της περιόδου της πανδημίας, λέει. Τότε ο κήπος μετονομάστηκε σε «Institute of Post-Epicurean Garden», φιλοξενώντας δράσεις, εκθέσεις και συναντήσεις με νέους καλλιτέχνες και τον επιμελητή Γιώργο Μπεκιράκη. «Η φιλοξενία και το κοινό τραπέζι είναι κεντρικά στη ζωή μου», μου εξομολογείται. Στα δείπνα και τα μεσημεριανά της συγκεντρώνεται κόσμος, ανταλλάσσονται ιδέες και γεννιούνται νέες σκέψεις. Η αδελφή της, Ντόρα Παπαδημητρίου, εκτός από αρχιτέκτονας είναι και εξαιρετική μαγείρισσα, μια παρουσία που συμβάλλει καθοριστικά σε αυτήν τη συλλογική εμπειρία
Τη ρωτάω για τα σχέδιά της και μου λέει ότι το 2025 υπήρξε κομβική χρονιά. Η έκθεση «Insanity of Failure» στο New Hotel, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, αποτελεί ένα ακόμη βλέμμα πάνω στη γυναικεία ύπαρξη. Μου λέει «μέσα από αυτό το έργο και με αφορμή τη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το #MeToo, θα ήθελα να επισημάνω, ιδιαίτερα στις γυναίκες, ότι υπάρχει και μια πιο αόρατη και ύπουλη μορφή βίας: το gaslighting». Ακολούθησε η έκθεση «Frustration of Utopia» στο Fondazione Morra Greco στη Νάπολη. Όσο για τα μελλοντικά σχέδια, είναι περίπλοκα και ενδιαφέροντα.
Τη ρωτάω ποιο είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στο σπίτι. Μου δείχνει την τέφρα της μητέρας της. «Δεν δένομαι με αντικείμενα, μόνο με ανθρώπους», λέει. Μου μιλά για τους «καρδιακούς» της φίλους – ανθρώπους που είναι σαν αδέλφια της. Μένω τρεις ώρες που περνούν σαν νερό.
«Θέλω να γράψω τη ζωή σου σε βιβλίο», της λέω αυθόρμητα. «Γράψ’ τη! Αλλά όχι σήμερα», απαντά γελώντας. Φεύγω όπως μπήκα – από την κουζίνα και την εξωτερική πλατφόρμα. Σκέφτομαι ότι αν υπήρχαν πολλές Μαρίες Παπαδημητρίου, ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος.