Το σπίτι της αρχιτέκτονα-interior designer Νεφέλης Παπαναγιώτου και του ζωγράφου-mural artist Λεωνίδα Γιαννακόπουλου άνοιξε τα τσάκρα της καρδιάς μου, όπως θα έλεγε ένας γιόγκι. Ανεβαίνω στο ηλιόλουστο ρετιρέ και νιώθω μια ευεργετική ανακούφιση, σαν το ίδιο το διαμέρισμα να με γυρίζει πίσω σε μια εποχή που η αισθητική υπήρχε χωρίς να κάνει θόρυβο. Το πρώτο πράγμα που λέω, σχεδόν προτού πω καλημέρα, είναι: «Μη μου πείτε ότι βρήκατε το διαμέρισμα από αγγελία!» Και όμως, έτσι έγινε, μου εξηγούν. «Μπήκαμε και μέσα σε ένα λεπτό είπαμε “τέλος, εδώ είμαστε”».
Η Νεφέλη θυμάται ακόμα τη στιγμή που αντίκρισαν για πρώτη φορά αυτό το διαμέρισμα στα Εξάρχεια. Δεν ήταν μόνο η Ακρόπολη που εμφανιζόταν ξαφνικά μέσα από τις τζαμαρίες, ούτε το φως που έπεφτε πάνω στο μπετό. Ήταν η αίσθηση πως το διαμέρισμα είχε ήδη προσωπικότητα, προτού ακόμα μπουν οι ίδιοι μέσα. Βρίσκεται σε μια από εκείνες τις αθηναϊκές πολυκατοικίες που έχουν ακόμα χαρακτήρα. Eίναι '70s, και αυτό εξηγεί πολλά: τα εμφανή δοκάρια, τις τζαμαρίες που φτάνουν μέχρι το ταβάνι, τις κρυφές λεπτομέρειες στις πόρτες, τη σχεδόν κινηματογραφική ροή των χώρων.
«Όποιος σχεδίασε το διαμέρισμα ήταν μπροστά από την εποχή του», λέει η Νεφέλη, κοιτώντας τις ξύλινες επιφάνειες και τα δομικά στοιχεία που δεν προσπάθησαν ποτέ να κρυφτούν. «Έχει αυτή την ωραία σεβεντίλα», παρατηρώ.
Αυτό που κάνει το σπίτι του Λεωνίδα και της Νεφέλης να ξεχωρίζει δεν είναι η τελειότητα αλλά η προσωπικότητα, είναι όμορφο χωρίς να είναι αποστειρωμένο. Έχει χρώμα, μνήμη, χιούμορ, μικρές ατέλειες. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο σύγχρονη μορφή πολυτέλειας στην Αθήνα σήμερα: όχι η επίδειξη αλλά η αίσθηση ότι ένας χώρος πραγματικά σού ανήκει.
Αυτό που μου αρέσει στο διαμέρισμά τους είναι ότι εδώ δεν κυριαρχεί η λογική του «τέλειου interior» αλλά η ανάγκη δύο ανθρώπων να δημιουργήσουν ένα σπίτι που να μοιάζει αληθινό, που εξελίσσεται μαζί τους, που γεμίζει με αντικείμενα, φίλους, μουσικές, σημειώσεις, αυθόρμητες αγορές και έργα τέχνης που αλλάζουν θέση.
Το σπίτι είναι περίπου 85 τετραγωνικά, μου λένε, αλλά μοιάζει μεγαλύτερο, ίσως γιατί όλα εδώ είναι ανοιχτά. Οι πόρτες είναι σαν μυστικές πύλες που ανοίγουν σε κάτι αναπάντεχο. Μ’ αρέσει πολύ το καφέ πλακάκι στο μπάνιο. Η κρεβατοκάμαρα έμεινε επίτηδες λιτή, είναι ο ζεν χώρος όπου ξεκουράζονται. Από μια γωνιά φαίνεται φωτισμένη και η Ακρόπολη.
Είναι σαν ζωντανός οργανισμός. Η κουζίνα επικοινωνεί με το σαλόνι μέσα από ένα μεγάλο πάσο που έγινε η πραγματική καρδιά του σπιτιού. Εκεί τρώνε, δουλεύουν, πίνουν κρασί, βλέπουν φίλους, ακουμπούν laptops, συζητούν μέχρι αργά. «Στην τραπεζαρία δεν τρώμε σχεδόν ποτέ», παραδέχονται γελώντας.
Ο Λεωνίδας Γιαννακόπουλος, γνωστός για τον ονειρικό και συχνά κινηματογραφικό κόσμο των έργων του, μοιάζει να έχει μεταφέρει κάτι από τη visual γλώσσα του στον τρόπο που κατοικεί τον χώρο. Τίποτα δεν δείχνει επιτηδευμένο, αλλά κάθε γωνία έχει μια αίσθηση σύνθεσης: μικρά κάδρα στον τοίχο, βιβλία που ακουμπούν το ένα πάνω στο άλλο, κεραμικά από ταξίδια, αντικείμενα που δείχνουν σαν να βρέθηκαν τυχαία μαζί αλλά συνομιλούν τέλεια μεταξύ τους.
Η Νεφέλη, από την άλλη, φέρνει στο σπίτι μια πιο αρχιτεκτονική ισορροπία. Όχι με ψυχρό μινιμαλισμό αλλά μέσα από μια λεπτή αίσθηση μέτρου. Οι βαθιοί τόνοι στους τοίχους και τα γυαλιστερά καφέ πλακάκια στο μπάνιο δεν «διορθώθηκαν» για να γίνουν πιο σύγχρονα. Παρέμειναν, ως κομμάτι της μνήμης του διαμερίσματος. Και αυτό είναι ίσως το πιο γοητευτικό στοιχείο του σπιτιού: η άρνησή του να μοιάσει με τα άλλα ή να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Τίποτα εδώ μέσα δεν αγοράστηκε μονομιάς. Το σπίτι χτίστηκε αργά, σαν κολάζ. Ένα τραπέζι κόπηκε και βάφτηκε ξανά, πάνω σε σχέδιο της Νεφέλης. Μια μεταλλική βιβλιοθήκη σχεδιάστηκε επίσης από τη Νεφέλη, όταν άρχισε να ασχολείται με το μέταλλο. Της λέω ενθουσιασμένη ότι πρέπει να σχεδιάζει έπιπλα και ότι θέλω κι εγώ μια τέτοια βιβλιοθήκη. Χαμογελάει σεμνά.
Ένα μαρμάρινο κομμάτι που κάποιος κρατούσε σε αποθήκη από τη δεκαετία του ’80 μετατράπηκε σε τραπεζαρία. Μια ωραία, ’70s δερμάτινη πολυθρόνα τη βρήκαν πεταμένη στον δρόμο. «Πρέπει να είσαι παρατηρητικός», λέει η Νεφέλη. «Δεν καταλαβαίνουν όλοι τι βλέπουν». Της λέω ότι έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι με την γκαντεμιά μου, γιατί στον δρόμο δεν έχω πετύχει ποτέ κάτι ενδιαφέρον. Μου λέει να κοιτάω καλύτερα και γελάμε.
Υπάρχει μια πολύ ωραία συνενοχή μεταξύ τους, όταν τους παρατηρείς μέσα στο σπίτι. Ο Λεωνίδας αράζει, λέει, στον καναπέ και στο γραφείο, η Νεφέλη και στον καναπέ αλλά και στον πάγκο της κουζίνας. Ακούνε μουσική, βλέπουν ταινίες, πολύ συχνά έρχονται φίλοι. Στον Λεωνίδα αρέσει να μαγειρεύει, δηλώνει πιο σπιτόγατος. Της Νεφέλης, λέει ο Λεωνίδας, της αρέσει να παίρνει τα βουνά. Πράγματι, η Νεφέλη είναι οπαδός της πεζοπορίας, είναι πιο πολύ της παρέας και του έξω.
Το σπίτι κουβαλάει την προηγούμενη ζωή τους. Ο κίτρινος φλούο καναπές είναι Roche Bobois και ήρθε από το σπίτι της Νεφέλης στο Γκάζι. Αντικείμενα από πατρικά σπίτια δεν έχουν πολλά, μόνο ένα πορτρέτο της Νεφέλης όταν ήταν μικρή από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ένα φωτιστικό που μοιάζει Μurano είναι, προς έκπληξή μου, από το H&Μ. Ένα μπλε βάζο το έχουν φέρει από ταξίδι. Διάφορα κεραμικά τα βρήκαν κι αυτά σε ταξίδια τους σε διάφορες χώρες.
Στο σαλόνι, η δερμάτινη πολυθρόνα, τα χαμηλά φωτιστικά και τα έργα τέχνης δημιουργούν έναν φιλόξενο χώρο, που σε κάνει να θες να καθίσεις με τις ώρες, να πιεις κρασί, να ακούσεις μουσική, να μιλήσεις μέχρι αργά. Μου λένε ότι, πέρα από τα έργα του Λεωνίδα, έχουν και κάποια αγαπημένων φίλων τους, του Νίκου Αλεξίου, του Τάκη Σιδέρη, του Στέφανου Ρόκου, της Εύας Μήταλα, της Λούλας Λεβέντη, της Βιβής Παπαδημητρίου, του Rene Almanza, του Kez, του Taxis. Στο διαμέρισμα υπάρχει κάτι βαθιά αθηναϊκό, μια ατμόσφαιρα που θυμίζει τις παλιές παρέες των Εξαρχείων, που ξεκινούσαν με έναν καφέ και κατέληγαν σε νυχτερινές συζητήσεις για σινεμά, πολιτική και έρωτες.
Το φως αλλάζει συνεχώς την όψη και τη διάθεση του διαμερίσματος. Το πρωί, η θέα στην Ακρόπολη τού δίνει μια ηρεμία. Το βράδυ, όμως, με τους χαμηλούς φωτισμούς και τα σκούρα χρώματα, αποκτά κάτι σχεδόν θεατρικό. Σαν να μεταμορφώνεται σε σκηνικό από ταινία των ’70s, όπου οι ήρωες καπνίζουν, φιλιούνται στην κουζίνα και αφήνουν δίσκους να παίζουν μέχρι το ξημέρωμα.
Ρωτάω τον Λεωνίδα αν δουλεύει στο σπίτι και μου λέει πως κάποιες φορές το κάνει, όμως έχει μετακινήσει μεγάλο μέρος της δημιουργικής του διαδικασίας στο στούντιό του, λίγο πιο κάτω στα Εξάρχεια. Το σπίτι, βέβαια, παραμένει γεμάτο τέχνη: σχέδια, δοκιμές για τυπώματα, μεταλλικές κατασκευές, κεραμικά, μικρά γλυπτά. Αυτό το διάστημα ο Λεωνίδας φτιάχνει T-shirts με σχέδια της δουλειάς του.
Αυτό που κάνει το σπίτι του Λεωνίδα και της Νεφέλης να ξεχωρίζει δεν είναι η τελειότητα αλλά η προσωπικότητα, είναι όμορφο χωρίς να είναι αποστειρωμένο. Έχει χρώμα, μνήμη, χιούμορ, μικρές ατέλειες. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η πιο σύγχρονη μορφή πολυτέλειας στην Αθήνα σήμερα: όχι η επίδειξη αλλά η αίσθηση ότι ένας χώρος πραγματικά σού ανήκει. Το να μπορείς να αφήσεις πάνω σε μια καρέκλα ένα μπουφάν, να ανοίξεις ένα βιβλίο, να καλέσεις φίλους αυθόρμητα ή απλώς να καθίσεις στο παράθυρο κοιτάζοντας τη φωτισμένη Ακρόπολη τη νύχτα. Αγάπησα το σπίτι τους όσο κι εκείνους, γιατί αν και δεν γνωριζόμασταν, καταλήξαμε να κλαίμε από τα γέλια. Καταλήγω ότι το χιούμορ όλα τα διαπερνά, ακόμα και τα ντουβάρια, και είναι τόσο ξεκούραστο να μπαίνεις σε ένα σπίτι που βγάζει επιδεικτικά τη γλώσσα στο δήθεν και στη σοβαροφάνεια.