

Κείμενο: Γιάννης Πανταζόπουλος
Πίσω του εκτείνεται ένας αιώνας γεμάτος μνήμη, πειθαρχία, αισθητική και εμπειρία. Αναμφίβολα, ο Νίκος Βαλσαμάκης είναι ο άνθρωπος που δίδαξε στην Ελλάδα τη γλώσσα του μοντερνισμού, μετασχηματίζοντας το φως, την αναλογία και τη λιτότητα σε αρχιτεκτονική σκέψη. Ωστόσο, σε μια εποχή εμμονικής έκθεσης, εκείνος έχει επιλέξει, όλα αυτά τα χρόνια, σταθερά το αντίθετο: τη σιωπή της δημιουργίας. Μακριά από τον θόρυβο της δημοσιότητας, αδιάφορος για την αυτοαναφορικότητα και τη λάμψη του ονόματος, πέτυχε να χτίσει την παρουσία του μέσα από τα έργα του. Το να τον πλησιάσει κανείς είναι πραγματικά μια άσκηση υπομονής. Δεν αγάπησε ποτέ τις συνεντεύξεις, ούτε ένιωσε την ανάγκη να περιγράψει τον εαυτό του. Προτιμούσε να μιλούν οι γραμμές, τα υλικά, οι χώροι, οι σκιές. Κι όμως, όταν ανοίγει η πόρτα του γραφείου του στην οδό Πλουτάρχου, κάτι μετατοπίζεται: η ιστορία παύει να είναι αρχειακό υλικό, γίνεται παρόν. Στα 102 του χρόνια, ο Νίκος Βαλσαμάκης παραμένει ένας ζωντανός θρύλος, ένας ενεργός δημιουργός, που εξακολουθεί καθημερινά να δίνει το «παρών» σε αυτό το ευήλιο ισόγειο λίγων τετραγωνικών, με την εσωτερική αυλή και την αίσθηση μιας Αθήνας που αντιστέκεται στον χρόνο.
Το πρωινό είναι ηλιόλουστο καθώς περνώ το κατώφλι του χώρου όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει υποταχθεί στις καθαρές γραμμές και το φως. Στην αρχή, ο Νίκος Βαλσαμάκης δείχνει συγκρατημένος. Οι απαντήσεις του έρχονται λιτές, σχεδόν κοφτές. Δεν επιμένω. Φεύγει και επιστρέφει έπειτα από λίγη ώρα. Σύντομα συνειδητοποιώ ότι η συμπεριφορά του αλλάζει. Το βλέμμα του ζωντανεύει και αποκτά εκείνη τη γνώριμη σπίθα μόλις η συζήτηση στρέφεται στο έργο του. Όσοι τον γνωρίζουν καλά λένε πως ακόμη και όταν βρίσκεται ανάμεσα σε φίλους, επιλέγει συχνά να αποσύρεται στον εαυτό του. Είναι άνθρωπος εσωστρεφής, που θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Καθημερινά, γνωρίζει τι συμβαίνει παντού, εποπτεύει τα πάντα και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Η ματιά του, διεισδυτική, αυστηρή, ακριβής, σταματά με επιμονή σε κάθε λεπτομέρεια, σαν να την αξιολογεί εκ νέου.
Λίγο προτού ξεκινήσει ουσιαστικά η συζήτησή μας, σπρώχνει προς το μέρος μου ένα πακέτο φωτογραφιών: έργα του, σπίτια, όψεις, εσωτερικοί χώροι, στιγμές μιας αρχιτεκτονικής ζωής καταγεγραμμένης στο χαρτί. Είναι ο δικός του τρόπος να συστηθεί. Δεν του αρέσουν οι βιογραφικές αφηγήσεις. Προτιμά να εξιστορεί στιγμιότυπα της πορείας του μέσα από εικόνες και μορφές. Μάλιστα, μια συνεργάτιδά του θα μου εκμυστηρευτεί εκείνη τη στιγμή ότι υπάρχει και μια λιγότερο ορατή πλευρά του Βαλσαμάκη: η βαθιά ανάγκη του να περιβάλλεται από νέους ανθρώπους, να περνά ατελείωτες ώρες συζητώντας μαζί τους, να ακούει τις απορίες, τις ανησυχίες, τις ιδέες τους. Ιδίως όταν τον επισκέπτονται φοιτητές, ο ίδιος αντιμετωπίζει αυτές τις συναντήσεις ως την πιο ουσιαστική μορφή μεταβίβασης γνώσης που μπορεί να προσφέρει, μια άτυπη σκυταλοδρομία εμπειρίας από γενιά σε γενιά.
Γεννημένος το 1924, ανήκει σε εκείνη τη μικρή ομάδα των ανθρώπων που κλήθηκαν να μετασχηματίσουν το πρόσωπο της μεταπολεμικής Ελλάδας, δίνοντας σχήμα στις προσδοκίες μιας ολόκληρης εποχής. Μπροστά μου έχω έναν αρχιτέκτονα που επανασχεδίασε την ελληνική κατοικία. Σε όλη την Ελλάδα έχει σχεδιάσει μερικά από τα πιο εμβληματικά και διεθνώς αναγνωρισμένα έργα του ελληνικού μοντερνισμού. Ακούραστος και επίμονα λακωνικός, διατηρεί εκείνη την αινιγματική εγρήγορση του δημιουργού που αρνείται να επαναπαυτεί στις δάφνες του – ένας άνθρωπος με μια απίστευτη αίσθηση του χιούμορ και μια απερίγραπτη φρεσκάδα στο μυαλό του. Ένας στοχαστής που εξακολουθεί να κάθεται πίσω από το σχεδιαστήριο με την ίδια διαύγεια και προσήλωση του ανθρώπου που ανακαλύπτει συνεχώς κάτι καινούργιο.
Όλα ξεκίνησαν στην ταραγμένη Αθήνα των αρχών της δεκαετίας του 1950, την περίοδο που η ελληνική κοινωνία προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια του Εμφυλίου. Τότε, εκείνος ήταν απλώς ένας νεαρός φοιτητής του Πολυτεχνείου που σχεδίαζε το μέλλον. Προτού καν αποφοιτήσει, το 1951, ο Νίκος Βαλσαμάκης είχε ήδη υψώσει την πρώτη του πολυκατοικία στην οδό Δημοκρίτου και μετά στην οδό Σεμιτέλου 5 (1951-1953), η οποία θεωρείται ότι ανανέωσε την τυπολογία της αστικής πολυκατοικίας στην Αθήνα. «Δεν ήταν απλώς ένα κτίριο», λέει και προσθέτει: «Ήταν μια φανερή επιθυμία αυτονόμησης από τις συμβάσεις μιας εποχής που ακροβατούσε ανάμεσα στη μαζική, άψυχη οικοδόμηση και τις συντηρητικές ιδεοληψίες περί “ελληνικότητας”». Αναμφίβολα, ήταν μια συνειδητή απόσταση από το αρχιτεκτονικό κατεστημένο της μεταπολεμικής περιόδου. Έφερε τομές, χωρίς ωστόσο να επιλέξει τις ανοιχτές συγκρούσεις.
Από το 1953, όταν άνοιξε το προσωπικό του γραφείο, μέχρι σήμερα, το έργο του αποτελεί μια άσκηση αφαίρεσης και ποιότητας. Με περισσότερες από τριακόσιες εφαρμοσμένες συνθέσεις στο ενεργητικό του, κατάφερε το ακατόρθωτο: να προσδώσει στα κτίριά του μια ακρίβεια που παραμένει αλώβητη από τον χρόνο. Ανάμεσα στα έργα του ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι κατοικίες του, από εκείνες του ’60 στην Ανάβυσσο και τη Φιλοθέη, μέχρι τις πιο πρόσφατες στη Βουλιαγμένη και στο Πόρτο Χέλι, τα ξενοδοχεία «Αμαλία» ανά την Ελλάδα, το τουριστικό συγκρότημα «Δαίδαλος» στην Κω (πρώτη ελληνική υποψηφιότητα για το «E.U. Prize for Contemporary Architecture – Mies van der Rohe Award»), η Τράπεζα Πίστεως (σημερινή Alpha Bank) στην οδό Σταδίου ή το νέο κτίριο του Λάτσειου Κολλεγίου στην Κάντζα.
Πολλά από τα σχέδιά του είναι διασκορπισμένα στο τραπέζι. Όση ώρα είμαι εκεί, χαίρεται να δείχνει τα αποτελέσματα της πολυετούς εργασίας του. Στέκεται σε λεπτομέρειες, αφηγείται στιγμιότυπα και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ολοκλήρωνε μια αρχιτεκτονική πρόταση. Παρατηρώ τα χέρια του, γεμάτα από τις κηλίδες του χρόνου – παραμένουν όμως δραστήρια, και εκείνος συνεχίζει να εργάζεται με την ίδια όρεξη.
Στη συζήτησή μας παραδέχεται ότι το αρχιτεκτονικό του αποτύπωμα εκτείνεται σε όλο το φάσμα της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Από τη μία η αστική πολυκατοικία με τα διευρυμένα μπαλκόνια και τις λιτές προσόψεις που άλλαξε οριστικά τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε στην πόλη. Συγχρόνως, τα ξενοδοχεία «Αμαλία» ως σήμα κατατεθέν της δουλειάς του. Μια σπουδή πάνω στο ελληνικό φως και το τοπίο, από τους Δελφούς μέχρι την Ολυμπία, το Ναύπλιο και την Καλαμπάκα. Στο σημείο αυτό αρχίζει να αφηγείται πώς πήρε μορφή εκείνη η φιλόδοξη προσπάθεια που έμελλε να αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική φιλοξενία. «Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας διορατικός επιχειρηματίας από την Ιτέα», λέει. «Είχε ξεκινήσει με ένα ταξιδιωτικό γραφείο στην Αθήνα, που οργάνωνε εκδρομές και μικρές περιοδείες για ξένους επισκέπτες, συνήθως τριήμερες. Για να εξυπηρετηθούν αυτές οι ανάγκες, δημιουργήθηκε πρώτα το ξενοδοχείο “Αμαλία” στην Αθήνα. Το σχεδίασα εγώ. Ύστερα ακολούθησε εκείνο των Δελφών. Έτσι γεννήθηκε σταδιακά η αλυσίδα των ξενοδοχείων “Αμαλία”».
Η αφήγησή του δεν μένει στην επιχειρηματική επιτυχία, επιστρέφει αμέσως στην αρχιτεκτονική ουσία. «Τότε όλοι αντέγραφαν τα “Ξενία” του Κωνσταντινίδη και τον Πικιώνη. Εγώ δεν ανήκα σε αυτούς», σημειώνει με ήρεμη βεβαιότητα. Αντί για μίμηση, επέλεξε τη ρήξη με τα δεδομένα της εποχής. Για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν αλουμίνιο και μαρμάρινες προσόψεις με τόσο σύγχρονο τρόπο, ενώ οι εσωτερικοί χώροι οργανώθηκαν γύρω από μια νέα αισθητική λιτότητας και λειτουργικότητας. «Επιβάλαμε τον μοντερνισμό», λέει. Ανεπίχριστο μπετόν, δάπεδα από πλάκες Πηλίου, ένα τζάκι τοποθετημένο στο κέντρο του σαλονιού – στοιχεία που τότε δήλωναν μια αλλαγή εποχής.
Κι όμως, παρά τη διεθνή αναγνώριση και τις διακρίσεις που ακολούθησαν, ο Βαλσαμάκης παραμένει εντυπωσιακά απαλλαγμένος από κάθε ίχνος αυταρέσκειας. Μιλά με σεβασμό για συναδέλφους όπως ο Δεκαβάλλας και ο Κωνσταντινίδης, ακόμη κι όταν θυμάται τις διαφωνίες τους, συχνά για φαινομενικά μικρά ζητήματα, όπως η θέση μιας ρεσεψιόν ή ενός μπαρ. Όταν η συζήτηση στρέφεται εκτενέστερα στον Δεκαβάλλα, ο τόνος του μαλακώνει και το πρόσωπό του φωτίζεται. Θυμάται τις βόλτες που έκαναν μαζί στο κέντρο της Αθήνας, περιπλανήσεις γεμάτες συζητήσεις, παρατηρήσεις και εκείνη τη συντροφική οικειότητα που γεννά ο κοινός κώδικας επικοινωνίας. Ανακαλεί μάλιστα με χαμόγελο μια από τις χαρακτηριστικές φράσεις του φίλου του: «“Θα σας πεθάνω όλους”, μας έλεγε συχνά».
Ενδεικτικό του χαρακτήρα του είναι πως όταν τον ρωτάς ποιο έργο θεωρεί τη σημαντικότερη παρακαταθήκη του, η απάντηση έρχεται αμέσως, κοφτή και αφοπλιστική: «Είναι κάτι που δεν θέλω να σκέφτομαι». Λίγο αργότερα επιστρέφει στο γνώριμο ύφος του. Η σοβαρότητα δίνει τη θέση της στο χιούμορ και στη μνήμη μιας άλλης Αθήνας, πιο κοσμικής, πιο θεατρικής, πιο ελαφριάς. Σε εκείνο το σημείο αρχίζει να μιλά για τους «ψαλιδόκωλους» της εποχής, έναν όρο παλιό, σχεδόν λησμονημένο, που χρησιμοποιούσαν για να περιγράψουν τους κομψούς άνδρες της δεκαετίας του ’50 και του ’60. «Ξέρεις τι σημαίνει ψαλιδόκωλος;», με ρωτά με βλέμμα πονηρό. Και εξηγεί πως έτσι αποκαλούσαν όσους φορούσαν σακάκια με το χαρακτηριστικό άνοιγμα στο πίσω μέρος, αλλά και γενικότερα όσους ενσάρκωναν μια ορισμένη αστική επιτήδευση της εποχής. Θυμάται τον Ζάχο Χατζηφωτίου και άλλες εμβληματικές φιγούρες της κοσμικής Αθήνας, παρέες σαν εκείνες που κινούνταν γύρω από τη Μελίνα Μερκούρη, ανθρώπους που σύχναζαν στο «Παλλάς» και στα σαλόνια της πόλης. «Ήταν η γενιά που αργότερα γέμιζε τα ξενοδοχεία και τις βίλες που σχεδίαζα», λέει. Και για μια στιγμή γίνεται σαφές πως, μέσα από τις αναμνήσεις του, δεν μιλά μόνο για κτίρια, αλλά για ολόκληρο το κοινωνικό σκηνικό που τα κατοίκησε.
Το 1992 τιμήθηκε με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Αρχιτεκτονικής Mies van der Rohe, το 1999 έλαβε το Αριστείο των Καλών Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών (η μοναδική τεκμηριωμένη περίπτωση αρχιτέκτονα στον οποίο απονεμήθηκε η συγκεκριμένη διάκριση), ενώ η ακαδημαϊκή του αναγνώριση σφραγίστηκε με την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του ΑΠΘ (1991) και του ΕΜΠ (2001). Το 2007, η εκλογή του ως τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της Αρχιτεκτονικής Εφαρμοσμένων Συνθέσεων ήρθε ως το φυσικό επιστέγασμα μιας πορείας που δεν γνώρισε ποτέ εκπτώσεις.
Λίγο αργότερα φέρνει να μας δείξει όλες τις μακέτες που αφορούν το μεγάλο πρότζεκτ που ετοιμάζει εδώ και πολύ καιρό στη Μύκονο και εξηγεί τη δυσκολία να παντρέψεις τη διεθνή πολυτέλεια με την τοπική ταυτότητα. Πρόκειται για το νέο Four Seasons, ένα έργο μεγάλης κλίμακας, το οποίο όμως δεν αντιμετωπίζει ως ένα τυπικό ξενοδοχείο, αλλά ως ένα παραδοσιακό χωριό. «Πρέπει να έχεις όλες τις προδιαγραφές του Hilton, αλλά χωρίς να είναι Hilton», λέει και μου εξηγεί ότι ο προβληματισμός του ήταν ο εξής: «Πώς θα το κάνω μυκονιάτικο και να δουλεύει για Αμερικάνους;». Κάπως έτσι εξιστορεί τη φιλοσοφία που ακολούθησε για να δημιουργήσει ένα «χωριό» σε ένα νησί που υπεραγαπά. Και αναφέρει: «Το Four Seasons στη Μύκονο σχεδιάστηκε με τη λογική της διάσπασης του όγκου σε μικρά “σπιτάκια”, ακολουθώντας την κλίμακα του νησιού. Ουσιαστικά, ήθελα να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις ενός πολυτελούς θέρετρου χωρίς να χαθεί η αίσθηση του οικισμού. Το σχεδίασα στην αρχή πάνω σε μια χαρτοπετσέτα, κάποια στιγμή που ήμουν στο καφενείο», θυμάται. Και προσθέτει: «Στο κέντρο του οικισμού τοποθέτησα την “πλατεία”, το δημαρχείο (ρεσεψιόν), το καφενείο και την εκκλησία. Αυτή η ιεραρχική διάταξη, ο Θεός, η εξουσία και ο λαός, είναι μια παγκόσμια συνταγή για κάθε πετυχημένη κοινωνική δομή, από την Ιταλία μέχρι την Ύδρα». Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη θέα, με μια έξυπνη τομή στο έδαφος ώστε όλα τα δωμάτια, ακόμα και τα ισόγεια, να έχουν οπτική επαφή με τη θάλασσα.
«Ακόμη και αυτά τα δύο εκκλησάκια στο σχέδιο που βλέπεις», μου λέει, «ήταν έμπνευση από το βιβλίο του Ρόμπερτ Μακέιμπ. Όπως και οι δύο φίλοι που κάθονται στην πεζούλα, προέρχονται από φωτογραφία του». Για τον Βαλσαμάκη, η αρχιτεκτονική δεν γεννιέται ποτέ σε ένα κενό αέρος. Ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο, μια λεπτομέρεια τοπίου, μια ανθρώπινη στάση μπορούν να μετατραπούν σε αρχιτεκτονική μορφή. Έπειτα, με ένα μειδίαμα που προαναγγέλλει ότι ακολουθεί αφήγηση, περνά στη Μύκονο. «Έχει ιδιαίτερη σημασία η ιδιαιτερότητά της μέσα στην ιστορία», αναφέρει αστειευόμενος. «Σε αντίθεση με άλλα νησιά, όπου οι οικισμοί χτίζονταν ψηλά από φόβο για τους πειρατές, στη Μύκονο οι ίδιοι οι κάτοικοι ήταν πειρατές». Σταματά για μια στιγμή, απολαμβάνοντας την αντίδραση, και συνεχίζει: «Έχτιζαν πάνω στο κύμα, όπως στη Μικρή Βενετία, για να ξεφορτώνουν κατευθείαν τα λάφυρα στα σπίτια τους». Εκεί αντιλαμβάνεσαι τη γοητεία που του ασκεί ο τρόπος με τον οποίο η ιστορία, ο μύθος και η ανάγκη εγγράφονται στον συλλογικό χώρο. Για εκείνον, κάθε τόπος κουβαλά μια λογική που ξεπερνά την αισθητική του εικόνα, έναν χαρακτήρα που πρέπει πρώτα να αφουγκραστείς, προτού επιχειρήσεις να τον σχεδιάσεις.
Η ζωή του δεν υπήρξε πάντοτε ανέφελη. Θυμάται τη θητεία του στον στρατό, το 1948, και τις σκληρές ημέρες στον Γράμμο και στο Βίτσι. Καθώς μιλά, σηκώνεται και μου δείχνει ένα σημείο της βιβλιοθήκης του: εκεί φυλάσσει όλα τα τεύχη ενός αρχιτεκτονικού περιοδικού της ίδιας εποχής. Του τα έστελναν φίλοι του στο βουνό, στο μέτωπο. Τα έχει διατηρήσει με ευλάβεια, σαν τεκμήρια μιας περιόδου σε αναταραχή. Η σκηνή αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για τον ίδιο: ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, η αρχιτεκτονική δεν ήταν επάγγελμα που θα ερχόταν αργότερα. Αποτελούσε ήδη μια σταθερή πυξίδα.
Ανατρέχει επίσης στα χρόνια προτού βρει οριστικά τον δρόμο του, όταν αισθανόταν, όπως λέει με αυτοσαρκασμό, «αποτυχημένος ζωγράφος». «Ζωγράφιζα από μικρός, περίπου από τα δεκαπέντε μου», θυμάται, «αλλά δεν πίστευα ότι θα γίνω σπουδαίος εικαστικός. Κάπως έτσι στράφηκα στην αρχιτεκτονική». Οι αναφορές του παραμένουν σταθερές και αδιαπραγμάτευτες: ο Λε Κορμπιζιέ και ο Μις φαν ντερ Ρόε. Τα βιβλία τους βρίσκονται σε περίοπτες θέσεις στο γραφείο του. «Αγαπώ πολύ και τα έπιπλά τους», συμπληρώνει.
Η ματιά του στρέφεται στο Φάληρο της νιότης του. Θυμάται μια Αθήνα που σταματούσε στο παλιό αεροδρόμιο, με τη «βρόμα» και την εγκατάλειψη της εποχής. Αναπολεί το ταξίδι-σταθμό στην Ισπανία, σε μια εποχή που οι Έλληνες, όπως λέει με χιούμορ, ήταν ακόμα «βλάχοι», χωρίς γνώση τού τι συνέβαινε έξω. Εκεί, οδηγώντας στις μαγικές ακτές, είδε για πρώτη φορά οργανωμένα τουριστικά λιμάνια με παροχές ηλεκτρικού και νερού για τα σκάφη, πράγματα αδιανόητα για την τότε Ελλάδα. Αυτές οι εικόνες ήταν το δικό του πραγματικό «πανεπιστήμιο». «Όλη αυτή τη διαδρομή την έκανα με το αυτοκίνητο. Ιταλία, Γαλλία, Μασσαλία, Ισπανία μέχρι το Γιβραλτάρ. Και μετά ξανά πίσω. Μαγική εμπειρία. Πήγαινα σε όλα τα λιμάνια και εξερευνούσα. Έπαιρνα ιδέες για το τι θα φτιάχναμε», αφηγείται. Για τον Νίκο Βαλσαμάκη, τα ταξίδια και οι διαδρομές ήταν σαν ανοιχτό εργαστήριο: κάθε στάση, κάθε παραλιακή πόλη, κάθε λιμάνι γινόταν μάθημα. Δεν ταξίδευε ως τουρίστας, αλλά ως άνθρωπος που αναζητούσε μορφές και σταθμούς έμπνευσης που θα μπορούσαν κάποτε να μεταφερθούν στο ελληνικό τοπίο.
Επιστροφή στο γραφείο του, σ’ έναν χώρο στον οποίο βρίσκεται από τη δεκαετία του ’60. Η κουβέντα για τις πρώτες του πολυκατοικίες φέρνει στην επιφάνεια μια τρυφερή, αλλά και σκληρή ανάμνηση από την Κατοχή. «Μεγάλωσα σε ένα μικρό μπαλκονάκι. Εκεί έβγαλε η μητέρα μου (η Ντουντού, όπως την έλεγα) τον πόλεμο, σε μια καρέκλα, τέσσερα χρόνια ολόκληρα, ανάμεσα σε Ιταλούς και Γερμανούς. Το μπαλκόνι ήταν το σαλόνι μας, το παράθυρο ήταν όλος μας ο κόσμος», θυμάται με ένα μελαγχολικό ύφος. Πράγματι, πριν από τον Βαλσαμάκη, τα μπαλκόνια στις προπολεμικές πολυκατοικίες ήταν στενά, σχεδόν διακοσμητικά. «Ο κόσμος το καλοκαίρι κατέβαζε τα κρεβάτια στο πεζοδρόμιο για να κοιμηθεί», λέει. Ο ίδιος ήταν από τους πρώτους που «μεγάλωσαν» τα μπαλκόνια, μετατρέποντάς τα σε ζωτικό χώρο της ελληνικής οικογένειας. Παρά την αρχική δυσπιστία των «παλαιών» αρχιτεκτόνων, που επέμεναν στα κλασικά πρότυπα, ο κόσμος αγκάλιασε αυτό το νέο, μοντέρνο στυλ που επέτρεπε στο σπίτι να αναπνέει.
Μια από τις πιο απολαυστικές στιγμές της αφήγησης είναι η ανάλυση της «μαγείας» του σοβατίσματος. Ο Νίκος Βαλσαμάκης περιγράφει την αρχιτεκτονική μακριά από θεωρίες. Πρόκειται για μια χειρωνακτική τέχνη. «Η μαγκιά του αρχιτέκτονα βρίσκεται στην υφή που θα δώσεις στον σοβά», επισημαίνει. Κι έτσι εξηγεί τις διαφορές ανάμεσα σε εκείνο με τη λάμα, το «πεταχτό» ή τη φραπίνα (χτύπημα με το σφυρί). Θυμάται έναν τεχνίτη στη Μύκονο που, θέλοντας να πετύχει το τέλειο «πεταχτό», μάζεψε θυμάρια, τα έδεσε σε ξύλο και χτυπούσε με αυτά τον σοβά για να δώσει τη συγκεκριμένη μορφή στην επιφάνεια. «Αυτή ήταν η διαφορά των αρχιτεκτόνων τότε. Η μαγεία κρινόταν στο πώς θα διαμορφωθεί ο σοβάς. Ενώ οι κοινές πολυκατοικίες ήταν γκρίζες, στο χρώμα του τσιμέντου, επέλεγα τα λευκά τσιμέντα, δίνοντας μια άλλη φωτεινότητα στα έργα μου», αναφέρει.
Πέρα από τα 16 διεθνή βραβεία και τις αναρίθμητες διακρίσεις, η μεγαλύτερη κληρονομιά του Νίκου Βαλσαμάκη είναι η ίδια η Αθήνα. Μια πόλη που, μέσα από τα δικά του κτίρια, έμαθε να κοιτάζει το μέλλον με αυτοπεποίθηση, διατηρώντας την επαφή της με το μοναδικό μεσογειακό φως. Είναι ρεαλιστής, χωρίς εξιδανικεύσεις. Έτσι, για την Αθήνα, πιστεύει πως είναι μια πόλη «ζωντανή», παρά την έλλειψη των μεγάλων παλιών κτιρίων που έχουν το Παρίσι ή η Ρώμη. «Η Αθήνα δεν έχει τον ιστορικό πλούτο άλλων ευρωπαϊκών πόλεων», υποστηρίζει. «Παραμένει όμως μια πόλη με ζωή, μνήμη και δυνατότητες», λέει και υπογραμμίζει: «Δεν θα άφηνα ποτέ την Αθήνα για να μείνω στο Μόναχο ή στο Παρίσι».
«Ο πατέρας μου είχε καταγωγή από την Κεφαλονιά και εργαζόταν στον Πειραιά, σε ένα ναυτιλιακό γραφείο. Είχα έναν αδερφό και μεγαλώσαμε σε ένα διαμέρισμα της οδού Μουρούζη», αφηγείται, επιστρέφοντας για λίγο στα πρώτα χρόνια μιας ζωής που έμελλε να ταυτιστεί με την ελληνική αρχιτεκτονική του 20ού αιώνα. Η αναφορά δεν έχει καθόλου νοσταλγικό τόνο. Με τη σύζυγό του, Μαρία Σερδάρη, γνωρίστηκαν το 1955 και παντρεύτηκαν δέκα χρόνια αργότερα. Όταν τη ρωτώ πώς θα τον περιέγραφε, χαμογελά προτού απαντήσει στα αγγλικά: «out of this world». Και ύστερα το εξηγεί πιο απλά: «Ο Νίκος δεν ανήκει στον κόσμο αυτό. Είναι φαινόμενο αυτός ο άνθρωπος». Η φράση ακούγεται τρυφερή και απολύτως ακριβής. Περιγράφει έναν άνθρωπο που έζησε πάντα με δικούς του ρυθμούς και τους δικούς του κανόνες.
Σήμερα δεν πηγαίνει πλέον σε συνέδρια, στο Πολυτεχνείο ή στην Ακαδημία Αθηνών. «Η Ακαδημία δεν ήταν για μένα», λέει με εκείνη τη μείξη αυστηρότητας και σκωπτικής διάθεσης που δεν εγκατέλειψε ποτέ. Όταν τον ρωτώ αν έχει σκεφτεί πώς θα αξιοποιηθεί το αρχείο του, η απάντηση έρχεται ήσυχα και χωρίς κάποια δραματοποίηση: «Θα μείνει στους αρχιτέκτονες και στο Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής». Για εκείνον, ακόμη και η υστεροφημία μοιάζει να έχει πρακτικό χαρακτήρα, ως εργαλείο συνέχειας και γνώσης, όχι ως μνημείο.
Καθώς με ξεναγεί στα υπόλοιπα δωμάτια του γραφείου, ανάμεσα σε μεγάλους πίνακες, σχέδια και τεκμήρια δεκαετιών δημιουργίας, σταματά μπροστά σε ένα έργο και λέει κάτι που ίσως συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία του: «Κάθε σπίτι είναι ένα αντικείμενο φτιαγμένο για ανθρώπους». Μέσα σε αυτήν τη φράση χωρούν η αυστηρότητα, η τρυφερότητα και η ουσία μιας ζωής αφιερωμένης στο να δίνει μορφή στον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε τον κόσμο.
«Ο τόπος, ο χρόνος και οι πολιτιστικές συνθήκες είναι οι παράμετροι που γεννούν την καλή αρχιτεκτονική», είχε πει κάποτε από τη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής. Είναι λόγια που συμπυκνώνουν ολόκληρη την κοσμοθεωρία του: ότι κανένα κτίριο δεν υπάρχει αποκομμένο από το περιβάλλον, την εποχή και τους ανθρώπους που το κατοικούν. Άραγε, τι τον έχει διδάξει η ζωή; Η απάντησή του είναι απλή και λακωνική: «Δουλεύεις, μεγαλώνεις, γερνάς. Σημασία έχει να αγαπάς αυτό που κάνεις».
Λίγο προτού τον αποχαιρετήσω, βγαίνουμε μαζί στο πεζοδρόμιο της Πλουτάρχου. Σταματά για μια στιγμή και αρχίζει να μου δείχνει λεπτομέρειες στις όψεις των πολυκατοικιών, αδιόρατες πτυχές που οι περισσότεροι προσπερνούμε βιαστικά: μια εσοχή σε μια μαρκίζα, τον ρυθμό ενός εξώστη, την ισορροπία ανάμεσα σε δύο υλικά, μια μικρή αντίθεση που δίνει χαρακτήρα σε ολόκληρη πρόσοψη. Ύστερα τον βλέπω να επιστρέφει στο γραφείο του. Και σκέφτομαι πως, ύστερα από τόσες δεκαετίες, εξακολουθεί να τον ευχαριστεί το ίδιο πράγμα: να περπατά ανάμεσα στα κτίρια που κάποτε ονειρεύτηκε.