ΑΠΑΝΤΩΝΤΑΣ ΣΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ της αντιπολίτευσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και τα στελέχη της κυβέρνησής του επαναλαμβάνουν σταθερά αυτές τις μέρες ότι είναι υπέρ της αποκλιμάκωσης των συγκρούσεων στο Ιράν και της επιστροφής της διπλωματίας. Δηλώνουν επίσης κατηγορηματικά ότι η Ελλάδα ούτε συμμετέχει ούτε υποστηρίζει τον πόλεμο, ωστόσο η κυβέρνηση δεν τον έχει καταδικάσει κιόλας, όπως της έχουν ζητήσει κάποια κόμματα της αριστεράς. Αντιθέτως, ο πρωθυπουργός με δηλώσεις του δείχνει να συμμερίζεται τους λόγους της επίθεσης που επικαλούνται οι ΗΠΑ και το Ισραήλ όταν προτάσσει τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ενώ στη Βουλή υποστήριξε ότι «είναι λογικό το Ισραήλ να αντιδράσει στις απρόκλητες επιθέσεις της Χεζμπολάχ».
Στην κριτική που δέχεται από αριστερά γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν πήρε μια θέση παρόμοια με της ισπανικής κυβέρνησης, στελέχη της ΝΔ απαντάνε ότι τα εθνικά συμφέροντα των δύο χωρών είναι διαφορετικά. «Η ισπανική κυβέρνηση αφενός πιέζεται από τους αριστερούς εταίρους της και αφετέρου έχει επιλέξει άλλες συμμαχίες, π.χ. με την Τουρκία», αναφέρει βουλευτής της ΝΔ, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα έχει αναπτύξει μία στενή συμμαχία τα τελευταία 15 χρόνια με το Ισραήλ» και ότι αυτή η πολιτική επιλογή δεν έγινε από τη σημερινή κυβέρνηση, που τη βρήκε και τη στηρίζει, αλλά «από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου και τη συνέχισαν οι κυβερνήσεις του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα». Εννοούν δηλαδή τα κυβερνητικά στελέχη ότι η συμμαχία με το Ισραήλ είναι εθνική πολιτική η οποία δεν αμφισβητείται από κανένα από τα κόμματα εξουσίας.
Η κυβέρνηση θα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμμαχίες της και στην ανάγκη να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, ενώ κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά.
Σύμφωνα με τις κυλιόμενες δημοσκοπήσεις που διενεργούνται για λογαριασμό του Μεγάρου Μαξίμου και όπως αναφέρουν οι σχετικές πληροφορίες, φαίνεται πως η επίθεση στο Ιράν και η ανησυχία που αυτή προκαλεί συσπειρώνει τους συντηρητικούς ψηφοφόρους γύρω από το κυβερνών κόμμα, ενώ πολύ θετικά έχει εκληφθεί από την κοινή γνώμη η αποστολή των δύο φρεγατών και των τεσσάρων F-16 Viper, για τα οποία υπήρξε επίσης διαμαρτυρία από ορισμένα στελέχη της αριστεράς αλλά και από τα δεξιά της ΝΔ. Ορισμένοι μάλιστα ερμήνευσαν την αποστολή τους ως εμπλοκή της Ελλάδας στην επίθεση του Ιράν, κάτι που βεβαίως δεν ισχύει. Άλλωστε την κριτική αυτή δεν συμμερίστηκε ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας, που θέλησε να τοποθετηθεί για το θέμα του Ιράν.
Οι δύο φρεγάτες και τα τέσσερα F-16 Viper, πάντως, στάλθηκαν στην Κύπρο έπειτα από αίτημα της κυπριακής κυβέρνησης, στο οποίο η ελληνική κυβέρνηση αυτονόητα ανταποκρίθηκε. Είχαν προηγηθεί τα drones κατά της βρετανικής βάσης στο Ακρωτήρι που εκτοξεύτηκαν από τον Λίβανο και μάλλον από τη Χεζμπολάχ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Λευκωσίας. Εξάλλου η Χεζμπολάχ έχει απειλήσει ξανά με επιθέσεις και στο πρόσφατο παρελθόν την Κύπρο, ενώ και αυτές τις μέρες αξιωματούχοι του Ιράν απειλούν ότι ο πόλεμος θα επεκταθεί και στην Ευρώπη, με την Κύπρο να είναι το πιο κοντινό σημείο της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, τόνισε ξανά στη Βουλή ότι η αποστολή ήταν αμυντική και ειρηνική και έγινε στη βάση της διμερούς και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης με μόνο στόχο να αποτραπούν απειλητικές ενέργειες. Επίσης, μετά την Ελλάδα, και η Βρετανία αλλά και η Γαλλία και η Γερμανία δήλωσαν ότι θα στείλουν αεροσκάφη και πλοία στην Κύπρο για να την προστατεύσουν.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι όσοι τους άσκησαν κριτική για τις φρεγάτες και τα F-16 που έστειλαν στην Κύπρο τούς έκαναν ένα μεγάλο επικοινωνιακό δώρο, συμβάλλοντας στην προσπάθεια της ΝΔ να εμφανίζεται ως «η μοναδική υπεύθυνη πολιτική δύναμη» αλλά και να ενισχύσει το πατριωτικό της προφίλ που πλήττεται κάθε φορά που ο Αντώνης Σαμαράς –και όχι μόνο– τοποθετείται δημόσια απέναντί τους, όπως έκανε πρόσφατα για τους όρους της συμφωνίας με τη Chevron ή πριν από λίγο καιρό με το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης με την Κύπρο κ.ά.
Στον Αντώνη Σαμαρά, αλλά και στα κόμματα δεξιά της ΝΔ, απευθυνόταν ο πρωθυπουργός όταν έλεγε στη Βουλή ότι «είναι καιρός τα μικρά και τα κομματικά να υποχωρούν μπροστά στα μεγάλα και τα εθνικά» και ζήτησε να τα σκεφτούν όλα αυτά οι «επαγγελματίες ανησυχούντες» και να αντιληφθούν ότι «η εξωτερική και η αμυντική πολιτική δεν ασκείται με ιδεολογικά αλλά με εθνικά κριτήρια». Παραδέχθηκε ωστόσο ο πρωθυπουργός ότι «ένας γενικευμένος πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν παράγει νικητές. Παράγει μόνο αστάθεια, ανθρωπιστικές κρίσεις και αλυσιδωτές συνέπειες, οι οποίες φτάνουν μέχρι την Ευρώπη», κάτι που, όπως είπε, δεν θέλουν στην κυβέρνηση.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, θέλοντας να διαφοροποιηθεί από τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, που τα θεωρεί εν πολλοίς κόμματα διαμαρτυρίας, και επιδιώκοντας να επιδείξει μία θεσμική στάση, υποστήριξε εξαρχής την αποστολή των φρεγατών και των F-16 στην Κύπρο αλλά δήλωσε ότι πέρα από αυτό, δεν πρέπει να υπάρχει και δεν πρέπει να ξεκινάει καμία πολεμική επιχείρηση από τις βάσεις που βρίσκονται στην Ελλάδα, καθώς και ότι η χώρα μας πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο και στην υποστήριξη της επίλυσης των διαφορών με διπλωματικά μέσα.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, υιοθετώντας παρόμοια στάση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, μίλησε στη Βουλή για το «αυταρχικό καθεστώς του Ιράν που έχει διαχρονικά συμβάλει στην αποσταθεροποίηση της περιοχής και έχει συστηματικά καταπιέσει τον ιρανικό λαό και τα ανθρώπινα δικαιώματά του», αλλά δήλωσε και ότι η «προληπτική» στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, χωρίς απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συνιστά ξεκάθαρα ωμή παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου.
Άσκησε επίσης κριτική στους υπουργούς της κυβέρνησης, που μιλάνε «λες και είναι εκπρόσωποι του Νετανιάχου στη δημόσια σφαίρα της χώρας».
Στον ΣΥΡΙΖΑ ζητάνε από την κυβέρνηση να υπάρξουν δεσμεύσεις από τον πρωθυπουργό ότι δεν θα υπάρξει καμία εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο, ενώ τον κατηγορούν ότι «έχει επιλέξει να προσδεθεί στο άρμα Τραμπ και Νετανιάχου», κριτική που είχε δεχθεί κάποτε από τα αριστερά της και η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου όταν ήταν στην εξουσία.
Η αντιπαράθεση για το αν και πώς εμπλέκεται η Ελλάδα, παρά τις διαβεβαιώσεις του πρωθυπουργού και του υπουργείου Εξωτερικών, μάλλον δεν θα κλείσει σύντομα. Η κυβέρνηση θα επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμμαχίες της και στην ανάγκη να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, ενώ κάποια κόμματα της αντιπολίτευσης βλέπουν τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Γι’ αυτό η κυβέρνηση θα επενδύει στην εικόνα της σταθερότητας και η αντιπολίτευση θα δοκιμάζει τα όρια της κριτικής της. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι συμβαίνει σήμερα, αλλά και ποια στρατηγική θα ακολουθήσει η χώρα αν η κρίση αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO.