Στο έργο του Μιχάλη Κιούση η ανθρώπινη φιγούρα δεν είναι απλώς στο επίκεντρο αλλά λειτουργεί και ως άξονας προσανατολισμού: γύρω από αυτήν αρθρώνεται ένας κόσμος πολλαπλών αντιθέσεων, όπου η ιστορική μνήμη, η πολιτισμική διαφορετικότητα και η ευρωπαϊκή εικαστική παράδοση συναντούν το αστικό τοπίο. Ο Μιχάλης Κιούσης έχει ιδιαίτερη αγάπη στην Αφρική, και στα έργα του οι αφρικανικές φιγούρες και τα τοπία των περιοχών που έχει επισκεφτεί λειτουργούν ως βασικά μοτίβα, παρότι «ο τόπος δεν ορίζεται ως σταθερή γεωγραφία αλλά ως εμπειρία που προκύπτει από την περιπλάνηση, τη συλλογή θραυσμάτων και τη μνήμη».
Στην τρίτη προσωπική του έκθεση με τίτλο «The spaces in between» (12/3-18/4 στην γκαλερί Alma) εκτίθενται έργα όπου το fusion έχει πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο: λαϊκές πρακτικές και τελετουργικά γλυπτά πλέκονται με εκκλησιαστικές αναφορές, ενώ σύγχρονα υλικά και αστικά μοτίβα διασταυρώνονται με στοιχεία της φύσης. Ο μυστικισμός, ο ανιμισμός και ο θρησκευτικός συμβολισμός συνυπάρχουν και συγκρούονται σε συνθέσεις μεγάλων διαστάσεων που δημιουργούν έναν δικό του κόσμο, αναγνωρίσιμο και γεμάτο χρώματα.
Απεικονίζω φιγούρες με φυσικά και αστικά στοιχεία, αρχιτεκτονικά θραύσματα, σύμβολα και αντικείμενα που μοιάζουν να έρχονται από διαφορετικούς τόπους και χρόνους και συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Τα θέματα γεννιούνται απ’ την περιπλάνηση, τη μνήμη και την ιστορία.
«Ζωγραφίζω από τότε που με θυμάμαι», λέει, δείχνοντάς μου τα σχέδια που γεμίζουν τον τοίχο του εργαστηρίου του. Είναι έργα μικρών διαστάσεων με λαδοπαστέλ, φτιαγμένα κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, τα οποία λειτουργούν ως βάση για τα μεγάλων διαστάσεων έργα που έχει φτιάξει για την έκθεση. «Στη Σχολή Καλών Τεχνών πήγα το 2009 και έκανα ζωγραφική και λίγο γλυπτική. Έκανα και γκράφιτι όταν πήγα στη σχολή. Τελείωσα το 2016 και επέλεξα να κάνω το Erasmus Placement, την πρακτική μου, στη Ρεϊνιόν. Αρχικά ήθελα να πάω στη Μαρτινίκα, αλλά δεν είχε Καλών Τεχνών, οπότε πήγα στη Ρεϊνιόν που είχα δει ότι είχε. Έκανα αίτηση, με δέχτηκαν και δούλεψα εκεί ως βοηθός καθηγητή για τέσσερις μήνες, γιατί για τόσο ήταν η πρακτική. Έμεινα όμως παραπάνω. Τους τέσσερις μήνες ζούσα με την υποτροφία του ΙΚΥ, αλλά μετά, που αποφάσισα να μείνω, έκανα πάρα πολλές δουλειές. Δούλεψα λίγο στη σχολή, πόζαρα, έκανα σκηνογραφία σε ένα θέατρο εκεί που με απασχόλησε αρκετό καιρό, δούλεψα σε ένα κέντρο με παιδιά με αυτισμό –τους έκανα μαθήματα καλλιτεχνικών–, έκοψα μπαμπού, μάζεψα φρούτα, και είχα μεροκάματο και απ’ τα κρουστά σε μια σχολή χορού· έκανα ό,τι μπορούσα. Ο λόγος που ήθελα να πάω στην Αφρική ήταν επειδή ήδη είχα αναπτύξει μια έρευνα για την αποικιοκρατία και τη μετα-αποικιοκρατία, και θεώρησα πως το καλύτερο μέρος για να το κάνω αυτό ήταν η Ρεϊνιόν. Έχω κάνει αρκετά ταξίδια στην Αφρική, έχω πάει δύο φορές στη Σενεγάλη, στη Μοζαμβίκη, στη Νότια Αφρική, στον Μαυρίκιο, στις Κομόρες, έχω γυρίσει αρκετά εκεί.
— Γιατί σε ενδιέφερε τόσο πολύ η Αφρική;
Είχα κάνει και άλλο Erasmus, το φοιτητικό, στην Πορτογαλία, και εκεί έγινε η πρώτη επαφή, γιατί έκανα αρκετή παρέα με παιδιά που ήταν απ’ τις αποικίες, απ’ τη Γουινέα, απ’ τη νήσο Σάο Τομέ, και από κει κάπως μου μπήκε το μικρόβιο. Είχα αρχίσει να παίζω και μουσική, κρουστά... Με τραβούσε η Αφρική, ήθελα να πάω να την εξερευνήσω μουσικά, γιατί δεν έχει γραπτή παράδοση όσον αφορά τα κρουστά, είναι όλη προφορική, οπότε πρέπει να πας εκεί για να τα σπουδάσεις. Με γοήτευε και με γοητεύει η Αφρική και εικαστικά, η ζωντάνια της εικόνας, τα χρώματα, τα μοτίβα, τα αντικείμενα, η σχέση του σώματος με το τελετουργικό και την καθημερινότητα. Υπάρχει μια αμεσότητα και μια συμβολική δύναμη που με επηρεάζει πολύ και ζωγραφικά. Δεν έχω πάει ούτε στην Ασία ούτε στη Λατινική Αμερική, αλλά στην Αφρική μού αρέσει που τα πάντα είναι συνεχώς σε κίνηση· είναι απίστευτο αυτό το πράγμα, βλέπεις άτομα να περπατάνε και δεν ξέρεις αν πάνε, αν έρχονται, προς τα πού κατευθύνονται, είναι ωραίο το πώς ένα χάος παίρνει ρυθμό.
— Πώς επηρέασε την καλλιτεχνική σου ματιά αυτός ο κόσμος; Έκανες κάποια μελέτη εκεί;
Είχα την τύχη να με πάρει μόλις τελείωσα τη σχολή στο εργαστήριό του ένας καλλιτέχνης τον οποίο θεωρώ από τους καλύτερους στο νησί, ένας γλύπτης, ο Τζακ Φερτί, ο οποίος μου παραχώρησε χώρο στο εργαστήριό του για να δουλεύω. Ασχολιόταν κι αυτός πολύ με την ιστορία του νησιού και τη δουλεία, την αποικιοκρατία, και με βοήθησε πάρα πολύ που ήμουν στο εργαστήριό του. Έμενα κιόλας εκεί, μου είχε δώσει ένα δωμάτιο σε ένα κοντέινερ, δίπλα στο εργαστήριό του, που ήταν τεράστιο, 400 τετραγωνικά, όπου εξέλιξα πολλές ιδέες που είχα. Ήμουν τυχερός γιατί έπεσα σε πολύ καλό κόσμο και δούλεψα αρκετά τις ιδέες μου μαζί μ’ αυτόν.
— Σε ενδιέφερε πάντα να ζωγραφίζεις πρόσωπα;
Ναι, πάντα η ζωγραφική μου ήταν ανθρωποκεντρική, πάντα ήμουν της φιγούρας.
— Τι είναι αυτό που παρατηρείς στα ταξίδια σου; Χαρακτηρίζεις τον εαυτό σου «flâneur».
Συνήθως ταξιδεύω σε μέρη που ξέρω κάποιον, σπάνια πάω κάπου για αναψυχή. Επίσης πάντα κουβαλάω μαζί μου το sketchbook, δηλαδή πάντα κάνω live studies, σχεδιάζω τόσο πολύ που δεν έχω φωτογραφικό αρχείο, έχω άπειρη δουλειά που είναι όλη από σχέδια. Στη Μοζαμβίκη, όπου πήγα για έναν μήνα, δεν τράβηξα ούτε μία φωτογραφία, μόνο σχεδίαζα, όλη την ώρα, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν τα έχω δείξει τα έργα αυτά. Όπου πάω, μου αρέσει να ζω περισσότερο την πραγματικότητα του άλλου, οποιαδήποτε κι αν είναι. Πολλές φορές δεν έχω όρεξη να τρέξω να δω τα πάντα, τα αξιοθέατα, μ’ ενδιαφέρει να δω λίγο πώς ζει ο άλλος, που συνήθως είναι φίλος μου, κάποιος καλλιτέχνης, οπότε ζω λίγο με τη ματιά του και αποκτώ τις δικές μου εντυπώσεις, πιο πολύ ως παρατηρητής. Τα sketches είναι μεγάλο κομμάτι της δουλειάς μου, πολλά απ’ τα έργα μου τα δουλεύω live σε σχέδια και μετά επεμβαίνω με τη μνήμη και ενσωματώνω όσα στοιχεία έχω κρατήσει απ’ τα live. Μετά αυτά «μεταπηδούν» στα μεγαλύτερα. Αυτή είναι η λογική με την οποία δουλεύω πάντα. Τα τελευταία πέντε χρόνια που διδάσκω σε σχολεία δεν ταξιδεύω τόσο συχνά, πλέον το κάνω μόνο όποτε έχω χρόνο. Επίσης, έχει αρχίσει να με ενδιαφέρει και η εδώ κατάσταση και το πώς μπορώ να συνδυάσω όλα αυτά τα πράγματα μεταξύ τους.
— Μου έκανε εντύπωση που φτιάχνεις μόνος σου τα λαδοπαστέλ με κερί μέλισσας.
Δουλεύω με λαδοπαστέλ από τότε που μπήκα στη σχολή, επειδή μου άρεσε, το χρώμα, η γραμμή. Είναι ένα υλικό που σου δίνει όλες τις ποιότητες της ζωγραφικής, αλλά παραμένει φορητό, το παίρνεις εύκολα μαζί σου. Κι επειδή μ’ αρέσουν πολύ τα μικρά σχέδια που έχουν τη φρεσκάδα του χρώματος, ήθελα να τα μεταφέρω και σε μεγάλη διάσταση για να έχουν τα ζωγραφικά μου έργα τον ίδιο χαρακτήρα. Έτσι αποφάσισα να φτιάχνω τα χρώματα ο ίδιος, σε πολλές αποχρώσεις, και για τα μεγαλύτερα έργα. Τα φτιάχνω με μελισσοκέρι, λινέλαιο και σκόνες αγιογραφίας.
— Πόσο διαφορετική είναι η νέα σου έκθεση «The spaces in between» από τις προηγούμενες;
Έχω κάνει δύο ατομικές εκθέσεις. Η πρώτη, η «Visions Croiseés», έγινε μόλις είχα έρθει από τη Ρεϊνιόν, και η δεύτερη, η «Day by Day», περιείχε κυρίως δουλειά απ’ τη Σενεγάλη. Και οι δύο είχαν περισσότερο χαρακτήρα καταγραφής, ήταν δηλαδή πιο ωμές οι εικόνες, αυτό που είχα ζήσει περισσότερο, πιο πολύ από live studies και από πράγματα που μετέφερα απ' τα σχέδιά μου στο sketchbook σε μεγαλύτερες διαστάσεις. Τώρα είναι σαν όλα αυτά τα πράγματα να έχουν διασταυρωθεί και να βγαίνει κάτι καινούργιο με όλα αυτά τα στοιχεία. Τα spaces in between είναι οι ενδιάμεσοι χώροι όπου τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, είναι ρωγμές ανάμεσα σε τόπους, πολιτισμούς, υλικά και καταστάσεις. Εκεί που συνυπάρχουν το παρελθόν με το παρόν, η μνήμη με την εμπειρία, το αστικό με το οργανικό. Η ζωγραφική μου κατοικεί ακριβώς σε αυτές τις μεταβατικές ζώνες, εκεί όπου γεννιούνται οι εικόνες μου. Ουσιαστικά ήθελα να δημιουργήσω καινούργιους χώρους, ανοιχτούς, με πολλή διασταύρωση. Το στοιχείο που έχω κρατήσει περισσότερο από τη Ρεϊνιόν είναι ότι είναι ένα πολυπολιτισμικό χωνευτήρι, μια μείξη πραγμάτων, οπότε άρχισα να σκέφτομαι πολύ περισσότερο αυτή την έννοια που με οδήγησε στους ανοιχτούς χώρους ουσιαστικά.
— Πες μου για τα έργα. Ποια είναι η θεματική της έκθεσης;
Είναι έντεκα μεγάλα τελάρα και περίπου είκοσι σχέδια Α3, όλα με λαδοπαστέλ. Η θεματική μου περιστρέφεται γύρω από την ανθρώπινη παρουσία μέσα σε μεταβατικά τοπία. Απεικονίζω φιγούρες με φυσικά και αστικά στοιχεία, αρχιτεκτονικά θραύσματα, σύμβολα και αντικείμενα που μοιάζουν να έρχονται από διαφορετικούς τόπους και χρόνους και συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Τα θέματα γεννιούνται απ’ την περιπλάνηση, τη μνήμη και την ιστορία. Οι εικόνες κινούνται ανάμεσα στο αναγνωρίσιμο και το ονειρικό – φιγούρες, χειρονομίες, λαϊκές τελετουργικές αναφορές, στοιχεία της φύσης και της αστικής εμπειρίας μπλέκονται σε πολυεπίπεδες επιφάνειες. Κάθε έργο λειτουργεί ως ενδιάμεσος χώρος, όπου διαφορετικοί ρευστοί κόσμοι συναντιούνται.
— Η παράδοση τι ρόλο παίζει στο έργο σου;
Η παράδοση παίζει σημαντικό ρόλο στην πρακτική μου, αλλά όχι ως κάτι στατικό και νοσταλγικό. Τη βλέπω σαν ζωντανό υλικό που μπορώ να μετασχηματίσω· την αναπαράγω και τη φέρνω σε διάλογο με το παρόν. Είναι, δηλαδή, για μένα κάτι ανοιχτό, το οποίο το είδα αρκετά στην Αφρική. Εμείς εδώ έχουμε την τάση κάπως να συντηρούμε την παράδοση και να μην την αγγίζουμε, ενώ στην Αφρική, τουλάχιστον όσον αφορά τη μουσική, παίρνουν τα κρουστά και μεταφράζουν μέσω αυτών πράγματα σύγχρονα. Θυμάμαι, η ομάδα με την οποία έπαιζα επέλεξε ένα καινούργιο ποπ κομμάτι για να παίξουμε στα κρουστά. Είχαν μεταφέρει όλη την πολυρρυθμία, τα λόγια μέσα απ' τα κρουστά, είχαν πάρει ένα παραδοσιακό μέσο και μίλαγαν για το σήμερα μέσω αυτού. Οπότε, απ’ αυτή την άποψη με ενδιαφέρει αρκετά η παράδοση...
— Γιατί επέλεξες να ασχοληθείς με τα κρουστά;
Έχω ανήσυχα χέρια, κυρίως είναι αυτό. Επειδή άκουγα πολλή μουσική από μικρός, ήθελα να μάθω κάποιο όργανο· ο τρόπος που παίζω περνάει και στη ζωγραφική μου: οι επαναλήψεις, οι παύσεις, η ένταση και η χειρονομία είναι στοιχεία που τα συναντούσα και στη ζωγραφική, κι όσο έπαιζα μουσική καταλάβαινα πόσο πολύ συνδέεται το ένα με το άλλο. Δηλαδή, όπως χτίζεται ένα πολυρρυθμικό κομμάτι στα κρουστά, κάπως έτσι κι εγώ άρχισα να δουλεύω τα έργα μου. Η επαφή με τον ρυθμό και το σώμα με βοηθούσε να σκέφτομαι και τη ζωγραφική περισσότερο. Επίσης, τα κρουστά είναι μια γλώσσα, ένας τρόπος επικοινωνίας χωρίς λόγια, και μου άρεσε που ξέφευγα από την επιφάνεια και επικοινωνούσα με τον κόσμο μέσω ενός άλλου τρόπου. Γιατί η ζωγραφική είναι πολύ μοναχικό άθλημα. Επίσης, μου αρέσει πολύ και ο χορός...