Ο Ιωακείμ Κουμούσης δεν μεγάλωσε με τη βεβαιότητα ότι θα γίνει αγιογράφος. Δεν υπήρχε κάποιο παιδικό όνειρο που να τον οδηγεί συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση, ούτε μια προδιαγεγραμμένη πορεία. Αντίθετα, η σχέση του με την αγιογραφία ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, όταν σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών οι γονείς του τον έγραψαν στο εργαστήριο αγιογραφίας της Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών. Από εκείνη τη στιγμή, όμως, κάτι άλλαξε. «Από το πρώτο μάθημα, που μας έμαθε ο δάσκαλος πώς να φτιάχνουμε το μάτι, ερωτεύτηκα αυτή την τέχνη», θυμάται. Και αυτή η πρώτη επαφή εξελίχθηκε σε μια βαθιά, διαρκή σχέση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Πάτρα ως το μεσαίο παιδί μιας πενταμελούς οικογένειας, κουβαλάει μαζί του εικόνες γεμάτες ζεστασιά και δημιουργικότητα. «Έχω μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου υπάρχει πολλή αγάπη», λέει, και αυτή η αγάπη φαίνεται να διαπερνά τόσο τον τρόπο με τον οποίο μιλά για την οικογένειά του όσο και τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την τέχνη. Από μικρός ζητούσε από τους γονείς και τα αδέλφια του να ζωγραφίζουν μαζί του, σαν να προσπαθούσε ήδη να χτίσει έναν κόσμο μέσα από εικόνες, χρώματα και σχήματα.
Η αγιογραφία, για τον Ιωακείμ, είναι μια «ζώσα παράδοση». Δεν ανήκει στο παρελθόν, ούτε περιορίζεται σε μουσεία και ναούς. Συνεχίζει να υπάρχει, να εξελίσσεται, να προσελκύει νέους ανθρώπους.
Σήμερα είναι φοιτητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, όπου σπουδάζει ζωγραφική με ειδίκευση στη βυζαντινή ζωγραφική και την αγιογραφία. Ωστόσο, ο ίδιος αποφεύγει να περιορίσει τον εαυτό του σε έναν τίτλο. «Πρωτίστως προσπαθώ να είμαι ζωγράφος», τονίζει. «Δεν ξεχωρίζω τη ζωγραφική από την αγιογραφία. Για μένα είναι δύο πράγματα που πάνε μαζί». Αυτή η άρνηση να διαχωρίσει τις δύο μορφές έκφρασης δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή. Είναι μια βαθύτερη στάση απέναντι στην τέχνη, που βλέπει την ενότητα εκεί όπου άλλοι βλέπουν κατηγορίες.
Για τον Ιωακείμ, η αγιογραφία δεν είναι μια αποκομμένη, «ιερή» πρακτική που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν ή στον χώρο της θρησκείας. Είναι μια ζωντανή, εξελισσόμενη μορφή ζωγραφικής που συνομιλεί με το παρόν. «Αν το δούμε καθαρά καλλιτεχνικά και αισθητικά, είναι μια μορφή ζωγραφικής. Υπακούει σε όλους τους κανόνες σχεδίου και χρώματος», εξηγεί. Εκείνο που τη διαφοροποιεί, όμως, είναι η πρόκληση που θέτει: “Σε καλεί να αποτυπώσεις το θείο”».
Η σχέση του με το θείο δεν ορίζεται από δογματικούς όρους, αλλά αποτελεί περισσότερο μια υπαρξιακή αναζήτηση. «Η αγιογραφία για μένα σημαίνει το να έρχεσαι πιο κοντά με το ιερό και το θείο», λέει. Και αυτή η προσέγγιση περνά μέσα από την ύλη, μέσα από την ίδια την εικόνα. «Ο άνθρωπος ξεκινάει από την ύλη για να μπορέσει να φτάσει στο πιο βαθύ πνευματικό. Είναι απαραίτητη η εικόνα, ώστε ο πιστός να φτάσει στο σημείο που δεν τη χρειάζεται». Σε αυτήν τη φράση συνοψίζεται μια ολόκληρη φιλοσοφία: η εικόνα ως μέσο υπέρβασης της ίδιας της εικόνας.
Παράλληλα, η πρακτική του παραμένει βαθιά συνδεδεμένη με την παράδοση. Δουλεύει κυρίως σε ξύλο, χρησιμοποιεί αυγό ως συνδετική ύλη –την κλασική αυγοτέμπερα– αλλά δεν διστάζει να στραφεί και σε σύγχρονα υλικά, όπως η ακρυλική ρητίνη, όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Η παλέτα του είναι συχνά περιορισμένη: λευκό, μαύρο, ώχρα και κόκκινο. «Μερικές φορές κλέβω και λίγο κανένα μπλε», λέει με χιούμορ, αποκαλύπτοντας μια παιχνιδιάρικη πλευρά που συνυπάρχει με τη σοβαρότητα της τέχνης του.
Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην πειθαρχία και την ελευθερία φαίνεται να τον απασχολεί ιδιαίτερα. Η αγιογραφία, όπως λέει, είναι μια τέχνη που λειτουργεί μέσα σε κανόνες, αλλά αυτοί οι κανόνες δεν τον περιορίζουν. «Είσαι ελεύθερος να εκφραστείς κάτω από κάποιους κανόνες», εξηγεί. «Δεν ένιωσα ποτέ ότι με περιορίζουν». Αντίθετα, τους βλέπει ως ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί δημιουργικά, ένα έδαφος που του επιτρέπει να εξερευνήσει χωρίς να χάνεται.
Ωστόσο, η σχέση του με την παράδοση δεν είναι στατική. Αντιθέτως, βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τη σύγχρονη πραγματικότητα. «Είμαι προϊόν της σύγχρονης κουλτούρας», παραδέχεται. Και αυτή η επίγνωση τον οδηγεί στο να ενσωματώνει στοιχεία τού σήμερα στη δουλειά του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα έργο που ετοιμάζει, όπου απεικονίζεται ο Χριστός «ως το φόντο στην οθόνη ενός κινητού και πίσω από τις εφαρμογές». Πρόκειται για μια εικόνα που φέρνει σε σύγκρουση –ή ίσως σε συνομιλία– το ιερό με το καθημερινό, το διαχρονικό με το ψηφιακό.
Η έμπνευσή του δεν περιορίζεται στη βυζαντινή παράδοση. «Αν κάτι εμπίπτει στην αισθητική μου, το απορροφώ σαν σφουγγάρι», λέει. Από την πρωτοχριστιανική ζωγραφική των κατακομβών μέχρι τη νατουραλιστική ζωγραφική της Αναγέννησης, οι επιρροές του αλλάζουν και εξελίσσονται. «Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν πέρσι», παραδέχεται. Αυτή η συνεχής μεταμόρφωση είναι κάτι που όχι μόνο αποδέχεται, αλλά και επιδιώκει.
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή του έχουν παίξει και οι δάσκαλοί του. Ο Πέτρος Λαμπρινάκος, με τον οποίο ξεκίνησε στην Πάτρα, και στη συνέχεια ο Δημοσθένης Αβραμίδης, η Ολυμπιάδα Κελαϊδή και ο Κωνσταντίνος Δημητρέλλος στην Αθήνα, αποτελούν πρόσωπα-σταθμούς στη διαδρομή του. Δεν μιλά για έναν και μοναδικό καθοριστικό άνθρωπο, αλλά για «ένα σύνολο ανθρώπων» που συνέβαλαν στην εξέλιξή του.
Αυτό που τον κρατά σήμερα στην αγιογραφία δεν είναι μόνο η τεχνική ή η αισθητική της αξία. Είναι κάτι βαθύτερο. «Με κρατά το γεγονός ότι είναι μια τέχνη που με εκφράζει και μου δίνει ελευθερία», λέει. Είναι επίσης μια διαδικασία που τον διαμορφώνει ως άνθρωπο. «Μου μαθαίνει όχι μόνο τεχνικά πράγματα, αλλά το πώς να ζω, να ταπεινώνομαι και να είμαι αληθινός». Σε αυτήν τη φράση αποκαλύπτεται η ηθική διάσταση της τέχνης του, που ξεπερνά το ορατό αποτέλεσμα.
Η αγιογραφία, για τον Ιωακείμ, είναι μια «ζώσα παράδοση». Δεν ανήκει στο παρελθόν, ούτε περιορίζεται σε μουσεία και ναούς. Συνεχίζει να υπάρχει, να εξελίσσεται, να προσελκύει νέους ανθρώπους. Στο περιβάλλον της σχολής του, βλέπει φοιτητές –ακόμη και από το εξωτερικό– να ενδιαφέρονται για αυτήν. «Αυτό δείχνει πως οι νέοι συγκινούνται από αυτήν», λέει, και αυτό το βρίσκει αισιόδοξο.
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η προσωπική έκφραση έχει σημαντικό χώρο μέσα στην αγιογραφία. «Αφήνει άπλετο χώρο», υποστηρίζει, φέρνοντας ως παράδειγμα την ποικιλία των σχολών και των τεχνοτροπιών μέσα στους αιώνες. Όσο για το δικό του ύφος, το βλέπει ακόμη υπό διαμόρφωση. «Έχω πολύ δρόμο μπροστά μου», λέει με ειλικρίνεια. Παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται ότι του αρέσει να «περνάει» ό,τι παρατηρεί μέσα από ένα «βυζαντινό φίλτρο», δημιουργώντας έναν προσωπικό τρόπο θέασης του κόσμου. Σε ορισμένες φάσεις της δουλειάς του, ο Ιωακείμ φαίνεται να ξεφεύγει από τα στενά όρια της κλασικής αγιογραφίας και να κινείται προς μια πιο σύγχρονη, υπαρξιακή ζωγραφική κατεύθυνση, που θυμίζει καλλιτέχνες όπως ο Αντρέι Μπόντκο. Χωρίς να εγκαταλείπει τη βυζαντινή του βάση, διατηρεί τη λιτότητα, τη μετωπικότητα και τη σιωπηλή ένταση των μορφών, αλλά ταυτόχρονα εισάγει μια πιο προσωπική, σχεδόν εσωτερική ανάγνωση των προσώπων. Οι φιγούρες του δεν λειτουργούν μόνο ως σύμβολα του θείου, αλλά αποκτούν μια υπαρξιακή διάσταση, σαν να αιωρούνται ανάμεσα στο ιερό και το ανθρώπινο. Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη ευαισθησία είναι που δίνει στη δουλειά του μια ιδιαίτερη δυναμική και τον φέρνει, έστω και υπαινικτικά, σε διάλογο με πιο σύγχρονες ζωγραφικές πρακτικές.
Η πρώτη εικόνα που τον συγκλόνισε παραμένει χαραγμένη στη μνήμη του: η Δευτέρα Παρουσία στον ναό των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στην Πάτρα. «Ήταν μια παράσταση σοκαριστική για μένα», θυμάται. Η ένταση ανάμεσα στο καλό και το κακό, στους αγγέλους και τους δαίμονες, του προκάλεσε έντονα συναισθήματα. Ίσως εκεί, σε εκείνη την παιδική ανάμνηση, να βρίσκεται και η απαρχή μιας βαθύτερης αναζήτησης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα καταναλώνεται γρήγορα και επιφανειακά, η προσέγγιση του Ιωακείμ μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Επιμένει στη διαδικασία, στη διάρκεια, στην εσωτερικότητα. Δεν τον ενδιαφέρει απλώς να παράγει εικόνες, αλλά να δημιουργεί κάτι που να έχει νόημα – για τον ίδιο και για τους άλλους. Και ίσως αυτή η στάση να είναι που κάνει τη δουλειά του να ξεχωρίζει.
«Θέλω να είμαι ένας ζωγράφος που, μεταξύ άλλων, ασχολείται με την αγιογραφία», λέει. Σε αυτή την απλή φράση κρύβεται μια ολόκληρη κοσμοθεωρία: η άρνηση της ταμπέλας, η επιθυμία για ελευθερία, η ανάγκη για αναζήτηση.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ουσιαστικό στοιχείο της διαδρομής του: όχι το πού θα καταλήξει, αλλά το γεγονός ότι συνεχίζει να ψάχνει. «Είναι μια συνεχής αναζήτηση», λέει. Και αυτή η αναζήτηση –ανάμεσα στο παλιό και το νέο, στο υλικό και το πνευματικό, στο προσωπικό και το συλλογικό– είναι που κρατά την τέχνη του ζωντανή.