Το κόκκινο χρώμα που πλημμυρίζει ορμητικά τα έργα του Στάθη Λογοθέτη μάς συστήνει έναν καλλιτέχνη της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας της γενιάς του ’70 στην Ελλάδα, με δημιουργίες που σπάνε τις συμβάσεις και ανατρέπουν τον παραδοσιακό τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη ζωγραφική τέχνη, χωρίς ωστόσο να απομακρύνονται από αυτήν.
Στο ισόγειο του ΕΜΣΤ η μεγάλη αναδρομική του έκθεση με τίτλο «Στη γη» («Earth to Earth») σε επιμέλεια Σταμάτη Σχιζάκη μάς συστήνει μια μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του πρακτική σε διάλογο με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του, αλλά ουσιαστικά χωρίς συνομιλητές στην Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το 1973.
Η δύναμη του έργου του προκύπτει από τη συχνά βίαιη ταύτιση των στοιχείων της ζωγραφικής –τον καμβά, το χρώμα, το τελάρο– με το ανθρώπινο σώμα, το δέρμα και το αίμα. Στο πλαίσιο των πειραματισμών του πραγματοποίησε καλλιτεχνικές δράσεις εμψύχωσης των ζωγραφικών του έργων με το ίδιο του το σώμα ή με τη συνεργασία του κοινού. Στη συνέχεια της καλλιτεχνικής του έρευνας ενσωμάτωσε στο έργο του τις φυσικές φθορές και το τυχαίο, εκθέτοντάς το στα στοιχεία της φύσης.
Η έκθεση, που θα διαρκέσει από τις 2 Απριλίου έως τις 8 Νοεμβρίου 2026, θα είναι η πρώτη αναδρομική παρουσίαση του καλλιτέχνη μετά την τελευταία του έκθεση το 1994 στη Θεσσαλονίκη. Θα περιλαμβάνει περίπου 50 έργα από κάθε περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας, ενώ θα συγκεντρώνει έργα από σημαντικές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Στην πρακτική του Στάθη Λογοθέτη ξεχωρίζουν η ταφή και έκθεση των ζωγραφικών υλικών στα στοιχεία της φύσης, μια που αποτελεί και ηθική στάση, όχι μόνο μια πρωτοποριακή χειρονομία.
Παράλληλα, θα περιλαμβάνει πρωτογενείς και αδημοσίευτες πηγές από το προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη και θα αξιοποιεί πρωτότυπη έρευνα γύρω από το διασωζόμενο έργο του. Στόχος της έκθεσης είναι μια βαθύτερη κατανόηση των καλλιτεχνικών επιδιώξεων του Λογοθέτη, η ανάδειξη της μοναδικής θέσης του στην πρωτοπορία της εποχής του, καθώς και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την καλλιτεχνική του πρακτική, εμπλουτισμένου από μια νέα οπτική γύρω από την οικολογία και την πολιτική του σώματος.
Παράλληλα, η έκθεση θα αναδείξει τις πολλαπλές συνδέσεις ανάμεσα στο έργο του και τα γεγονότα της ταραχώδους κοσμοπολίτικης ζωής του, καθώς και τη διά βίου δημιουργική σχέση και συνεργασία με τον αδελφό του και αναγνωρισμένο Ελληνοαυστριακό συνθέτη Ανέστη Λογοθέτη (1921-1994). Συναντήσαμε τον επιμελητή της έκθεσης Σταμάτη Σχιζάκη και ζητήσαμε να μας διαφωτίσει γύρω από την περίπτωση αυτού του σημαντικού καλλιτέχνη που αξίζει να γνωρίσουμε.
— Πώς ήρθατε σε επαφή με το έργο του Στάθη Λογοθέτη;
Με το έργο του Στάθη Λογοθέτη ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή το 2005, ως βοηθός επιμελητής για την έκθεση της Μπίας Παπαδοπούλου «Τα χρόνια της αμφισβήτησης: Η τέχνη του ’70 στην Ελλάδα» που οργανώθηκε από το ΕΜΣΤ και παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
— Πόσο αναγνωρίστηκε ο Στάθης Λογοθέτης όσο ήταν εν ζωή;
Φυσικά και η αναγνώριση είναι μια ολοένα και εντεινόμενη εμμονή της εποχής μας, ενώ κάποτε υπήρχε και μια στόχευση στην ίδια την εργασία και στην ποιότητά της. Ο Στάθης Λογοθέτης αναγνωρίστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του, όσο μπορούσε να αναγνωριστεί ένας χαμηλών τόνων καλλιτέχνης στην Ελλάδα τις δεκαετίες του 1970-1990. Εξέθεσε στους χώρους που πλέον θεωρούμε σημαντικούς, όπως στο Ινστιτούτο Goethe και την Αίθουσα Τέχνης Δεσμός, συμμετείχε σε εκθέσεις που πλέον θεωρούμε ιστορικές, όπως στις εκθέσεις που διοργάνωσε η Έφη Στρούζα στη Ιταλία («Avanguardia e Sperimentazione» στη Μόντενα και τη Βενετία το 1978), στην έκθεση «Περιβάλλον-δράση: τάσεις της ελληνικής τέχνης σήμερα» το 1981, στα Europalia 1982, κ.ά. Πραγματοποίησε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση προς το τέλος της ζωής του στο πλαίσιο των Δημητρίων στη Θεσσαλονίκη το 1994, κάτι όχι και τόσο δεδομένο για τους καλλιτέχνες της γενιάς του. Το έργο του έχει μια πολύ διακριτή ταυτότητα, είναι αναγνωρίσιμο, αλλά τελικά αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να μεταφέρει έναν καλλιτέχνη στην καθημερινή δημόσια σφαίρα. Ο λόγος φυσικά είναι ότι ασχολήθηκε σε όλο του το έργο με ζητήματα που είναι δύσκολα, όπως το τραύμα και η επούλωσή του, η εμμονή της πληγής, το αναπόφευκτο πέρασμα στο μετά.
— Αν και σπούδασε Ιατρική, δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα, ωστόσο συναντάμε πρακτικές «χειρουργικές» στα έργα του.
Χρησιμοποίησε ως πρόσχημα τις σπουδές Ιατρικής για να φύγει από την οικογενειακή στέγη στη Θεσσαλονίκη και να συναντήσει τον αδερφό του στη Βιέννη, όπου τελικά σπούδασε μουσική, με την οποία όμως δεν ασχολήθηκε ποτέ επαγγελματικά. Παρόλο που δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Ιατρική, τα πρώτα ώριμα έργα του θα μπορούσαν να είναι και δημιουργίες ενός χειρουργού, καθώς ο καμβάς υποκαθιστά το δέρμα και τη σάρκα.
— Αν αναζητήσουμε σήμερα τη σημασία του έργου του και μελετήσουμε την πρακτική που ακολουθούσε, τι θα λέγαμε;
Η σημασία του έργου του είναι πολλαπλή. Υπάρχει μια σύνδεση με τη ζωγραφική παράδοση, γιατί μέσα από το έργο βλέπουμε μια σάρκινη πνευματικότητα (στην παράδοση του Αγίου Μανδηλίου ή της Ιεράς Σινδόνης, που υποτίθεται ότι αποτελούν αποτυπώματα του σώματος του Χριστού), που όμως συνυπάρχει με μια εννοιολογική προσέγγιση στα στοιχεία του ζωγραφικού μέσου (ξύλο, καμβάς, χρώμα).
Υπάρχει μια σημαντική συμβολή στη διεύρυνση της ζωγραφικής πρακτικής και της σύνδεσής της με πρακτικές όπως η περφόρμανς ή οι εγκαταστάσεις, καθώς δημιούργησε περιβάλλοντα από ζωγραφικά έργα που ο ίδιος ή το κοινό καλούνταν να ενεργοποιήσουν με διάφορους τρόπους.
Κυρίως όμως ξεχωρίζει η πρακτική της ταφής και έκθεσης των ζωγραφικών υλικών στα στοιχεία της φύσης, μια πρακτική που αποτελεί και ηθική στάση, όχι μόνο μια πρωτοποριακή χειρονομία. Στη γενικότερη ταύτιση του ζωγραφικού έργου με το ανθρώπινο σώμα στην πρακτική του Λογοθέτη, η ταφή παραπέμπει και στον ενταφιασμό νεκρών σωμάτων, όμως η πρόθεση που δηλώνεται είναι η συνδημιουργία με τις φυσικές διεργασίες της σήψης και της μεταβολής των υλικών. Έτσι στην ταφή προσδίδεται η έννοια μιας συνέχειας και όχι ενός τέλους.
— Πoιοι θα λέγαμε ότι είναι πέντε σταθμοί στην καριέρα του Στάθη Λογοθέτη;
Η πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα ήταν στο Ινστιτούτο Goethe το 1969, όπου παρουσίασε μια σειρά έργων με γενικότερο τίτλο «Torso», μια σειρά από καμβάδες που είχαν αντιμετωπιστεί σαν ανθρώπινα σώματα, δημιουργώντας γλυπτικές απεικονίσεις τραυματισμένων σωμάτων. Προλογίζοντας τα έργα αυτά στον κατάλογο, ο αρχιτέκτονας, ζωγράφος και συγγραφέας Δημήτρης Φατούρος (1928-2020) θα γράψει ένα ποιητικό κείμενο που αποτυπώνει τη δύναμη των έργων της περιόδου 1963-1969 παρουσιασμένων μαζί:
Εφιαλτικό δάσος μνήμης,
για όσους το θέλουν,
για όσους προβλέπουν,
πάντως όχι για όσους αγνοούν.
Αποδεσμεύονται από τα στηρίγματά τους
και ακολουθούν τον επισκέπτη,
κινούνται ανάμεσά μας,
για όσους το θέλουν και για όσους δεν το θέλουν,
οι τόρσοι
δεν έχουν φωνή, δανείζονται τη δική μας.
To 1975, η Αίθουσα Τέχνης Δεσμός πραγματοποίησε μια εκδήλωση αφιερωμένη στη μνήμη του πρωτοπόρου πολεοδόμου και αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δοξιάδη, στο σχεδιασμένο από τον ίδιο κτιριακό συγκρότημα «Απολλώνιο» στο Πόρτο Ράφτη, με τη συμμετοχή του Ανέστη και του Στάθη Λογοθέτη και με τίτλο «Συσχετίσεις». Για τις ανάγκες του αφιερώματος, ο Στάθης Λογοθέτης εξέθεσε έναν καμβά μεγάλων διαστάσεων στα στοιχεία της φύσης, με τον οποίο στη συνέχεια πραγματοποίησε μια επιτόπια εγκατάσταση που παρουσιάστηκε μαζί με τη σύνθεση του Ανέστη Λογοθέτη «Απολλώνιον». Ο Στάθης Λογοθέτης σημειώνει για τη διαδικασία: «Η φύση και εγώ συνεργαστήκαμε για να εκφράσει τη δύναμή της εκείνη, και εγώ τη σκέψη μου / δράση - επέμβαση - μετάπλαση - καταστροφή - αναδημιουργία».
Το 1979 ο Στάθης ξανασυνεργάστηκε με τον Ανέστη για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των σκηνικών και των κοστουμιών της μουσικής παράστασης «Δαιδάλια ή Η ζωή μιας θεωρίας», που παρουσίασε ο Ανέστης Λογοθέτης για πρώτη φορά στο Ηρώδειο το 1979. Τα σκηνικά του Στάθη Λογοθέτη για την παράσταση μπορούσαν να φορεθούν από τους ερμηνευτές.
Το 1982, στην έκθεση σύγχρονης ελληνικής τέχνης που οργανώθηκε στο πλαίσιο της διεθνούς έκθεσης τέχνης Europalia στις Βρυξέλες, οι ρόλοι των αδερφών αντιστράφηκαν, με τον Ανέστη να συμμετέχει σε περφόρμανς και τον Στάθη να έχει πραγματοποιήσει τη μουσική σύνθεση. Ο Στάθης Λογοθέτης παρουσίασε κύκλο έργων της περιόδου 1978-1982 με τον γενικό τίτλο «Ταύτιση», μαζί με φωτογραφικό υλικό του εαυτού του και φιλικών προσώπων εντός των έργων του. Σε εκδήλωση κατά τη διάρκεια της έκθεσης, ο καλλιτέχνης πραγματοποίησε περφόρμανς μέσα σε ένα σκηνικό που αποτελούνταν από τα έργα της σειράς «Ταύτιση» και έχοντας διαμορφώσει ακόμα και τα καθίσματα του κοινού σαν έργα, τυλίγοντάς τα σε καμβά.
Κατά την πολύμηνη παραμονή του στην καλλιτεχνική κοινότητα Worpswede (1978-1979), ο Στάθης Λογοθέτης είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει την καθημερινή επίδραση της φύσης πάνω σε έργα που δημιούργησε για την ύπαιθρο. Τα έθαψε στο χώμα σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις, τα εγκατέστησε σε προσόψεις κτιρίων, τα βύθισε σε ρυάκια της περιοχής, τα παρακολούθησε και τα φωτογράφισε καθώς οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη. Φρόντιζε και κατεύθυνε τη μεταβολή των υλικών όπως ένας γεωργός φροντίζει μια καλλιέργεια.
Ποιος είναι ο Στάθης Λογοθέτης;
Γεννήθηκε το 1925 στον Πύργο Ανατολικής Ρωμυλίας στη Βουλγαρία, από όπου έφυγε με την οικογένειά του για να εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη το 1934. Εκεί ξεκίνησε την Ιατρική, την οποία εγκατέλειψε για χάρη της μουσικής. Το 1952 πήρε το δίπλωμα βιολιού από το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και συνέχισε τις σπουδές του στη Musikakademie της Βιέννης. Ενώ έχει αρχίσει ήδη να ζωγραφίζει στη Βιέννη, το 1954 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και αποφάσισε να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη ζωγραφική. To 1956 κέρδισε μία υποτροφία του Ινστιτούτου Γκαίτε Θεσσαλονίκης για το Μόναχο και το 1960 μία του Dante Alighieri Θεσσαλονίκης για το Ουρμπίνο.
Η ζωγραφική του αρχικά είχε επιρροές από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, αλλά σύντομα στράφηκε στην αφαίρεση. Κατά την περίοδο 1956-1960 συμμετείχε στις ομαδικές εκθέσεις του δήμου Θεσσαλονίκης και παρουσίασε την πρώτη του ατομική στην αίθουσα ΧΑΝ, επίσης στη Θεσσαλονίκη. Θα ακολουθήσουν άλλες δύο ατομικές στην Αίθουσα «Τέχνη» στη Θεσσαλονίκη το 1960 και το 1964, μία συμμετοχή στην 7η Πανελλήνια Έκθεση το 1963, ενώ το 1965 θα πραγματοποιήσει ατομική έκθεση στην Galerie im Griechenbeisl της Βιέννης. Στα έργα του, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, κατεστραμμένοι τενεκέδες συνδιαλέγονται με κατεστραμμένους καμβάδες, πανιά, σύρματα, σπάγκους και λάδια για τη δημιουργία του έργου, προμηνύοντας τη συνέχεια, όπου το κάδρο και ο καμβάς παίρνουν τον ρόλο των υλικών γλυπτικής. Ο καμβάς κόβεται, ράβεται, ενώ η παλέτα του περιορίζεται στις αποχρώσεις του κόκκινου και το έργο παίρνει τη μακάβρια μορφή ανθρώπινου δέρματος τεντωμένου σε κάδρο. Το 1968 συμμετέχει στην έκθεση «Avantgarde Griechenland» στο Βερολίνο, ενώ το 1972-1973 βρίσκεται πάλι στο Βερολίνο με υποτροφία DAAD. Επιστρέφοντας, εγκαθίσταται στην Αθήνα.
Την περίοδο αυτή το έργο του αποκτά τα πρώτα διαδραστικά στοιχεία, καθώς επιτρέπει στο κοινό να διαμορφώσει ένα μέρος του καμβά που προεξέχει από το κάδρο. Αργότερα, στα δίπτυχα και στα τρίπτυχα που κατασκευάζει στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο καμβάς ντύνει και διαμορφώνει γλυπτικά δύο ή και περισσότερα κάδρα. Το 1975 συνεργάζεται με την Αίθουσα Τέχνης Δεσμός και τον αδερφό του Ανέστη Λογοθέτη στην υλοποίηση ενός happening στο Πόρτο Ράφτη. Το 1976 ο Λογοθέτης είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη του ΣΥ.Σ.Τ. (Σύνδεσμος Σύγχρονης Τέχνης).
Το 1978 η δράση του στο πλαίσιο της έκθεσης «Πρωτοπορία και πειραματισμός» στη Μόντενα και στη Βενετία λειτουργεί ως πρόδρομος του έργου του «Ταύτιση». Μέσα σε ένα κάδρο κατασκευασμένο από τον καλλιτέχνη αλλά κενό στο εσωτερικό του, οι θεατές καλούνταν να φωτογραφηθούν ως μέρος του έργου. Στην «Ταύτιση», μια σειρά έργων που ξεκίνησε το 1980, ο θεατής καλείται να δώσει ζωή στο προηγουμένως άψυχο καλλιτεχνικό αντικείμενο εισχωρώντας μέσα στον καμβά. Η διαρκής καλλιτεχνική εξέλιξή του διακόπτεται απότομα το 1988, όταν η κατάστασή του, λόγω του συνδρόμου Σαρκό (πλάγια αμυοτροφική σκλήρυνση), δεν του επιτρέπει πια να ασχοληθεί με τη ζωγραφική έως τον θάνατό του το 1997. Το 1994 ο δήμος Θεσσαλονίκης τον τίμησε με μία ατομική αναδρομική έκθεση σε αποθήκη του ΟΛΘ.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση εδώ.