Στην Ελλάδα γνωρίσαμε το έργο χάρη στη θεατρική ομάδα Μορφές του Τάσου Μπαντή, του Δημήτρη Καταλειφού, της Ράνιας Οικονομίδη και του Γιώργου Κέντρου, που ανέβαζε τις παραστάσεις της στο θρυλικό θέατρο Εμπρός.
Ο «Σωσμένος» του Έντουαρντ Μποντ ήταν η εναρκτήρια παράσταση του Εμπρός, τον Μάιο του 1990, με μια διανομή που περιλάμβανε, εκτός του κεντρικού πυρήνα της ομάδας, η οποία πρόσφατα είχε αποχωρήσει από τη Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή, τους Κώστα Μπερικόπουλο, Άννα Μακράκη, Δημήτρη Γιαννακόπουλο, Κώστα Κόκλα, Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, Κώστα Αποστολίδη και Δήμητρα Παπαχρήστου, ενώ τη μουσική είχε γράψει ο Νίκος Κυπουργός. Η μετάφραση ήταν της Θάλειας Ασλανίδου και του Τάσου Μπαντή, που υπέγραφε και τη σκηνοθεσία.
Η ιστορία του έργου, βέβαια, πάει πολύ πίσω, καθώς είναι από εκείνα τα έργα που με την πρώτη τους παρουσίαση τάραξαν τα ήρεμα νερά μιας ολόκληρης κοινωνίας. Το «Saved», όπως είναι ο αγγλικός τίτλος, του πολυγραφότατου και άκρως πολιτικοποιημένου Έντουαρντ Μποντ (1934-2024) ανέβηκε στο Royal Court Theater του Λονδίνου τον Νοέμβριο του 1965 χωρίς άδεια, προκαλώντας την οργή του θεσμικού οργάνου για τη λογοκρισία στα θέατρα (Lord Chamberlain), με αποτέλεσμα να μηνυθούν όλοι οι συντελεστές.
Με σκηνική γλώσσα ωμού ρεαλισμού το έργο αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που μένει έγκυος εκτός γάμου και έρχεται αντιμέτωπη με την κοινωνική απόρριψη, την οικογενειακή αδιαφορία και τις πολλαπλές μορφές βίας ενός υποκριτικού κόσμου που λειτουργεί με απάνθρωπους κανόνες.
Η αλήθεια είναι ότι τόσο η γλώσσα όσο και η βία επί σκηνής ήταν αρκετή για να ενοχλήσει σημαντικό μέρος των θεατρόφιλων. Όπως είχε δηλώσει ο Λόρενς Ολίβιε στην εφημερίδα «The Observer», «δεν πρόκειται για ένα έργο για παιδιά αλλά για ενήλικες, όμως ακόμα και οι ενήλικες αυτής της χώρας θα χρειαστούν κουράγιο για να το παρακολουθήσουν».
Το ενδιαφέρον, πάντως, είναι ότι το «Saved» αποτέλεσε το 1968 την αφορμή για να καταργηθεί η λογοκρισία στο αγγλικό θέατρο και ανέβηκε εκ νέου τον Φεβρουάριο του 1969, διχάζοντας το αγγλικό θεατρικό κοινό, αλλά ενθουσιάζοντας τους κριτικούς. Χρόνια μετά, ο θρυλικός κριτικός των «Times» Μπένεντικτ Νάιτινγκεϊλ έγραψε ότι το «Saved» προκάλεσε τον μεγαλύτερο διχασμό ανάμεσα στους θεατές του παγκόσμιου θεάτρου μετά τους «Βρικόλακες» του Ίψεν.
Το έργο διαδραματίζεται σε μια φτωχογειτονιά του Λονδίνου, ανάμεσα σε πολύ νέα παιδιά χωρίς σκοπό και με αβέβαιο μέλλον, σε έναν κόσμο ταξικής βίας, κοινωνικού αποκλεισμού και ένδειας. Με σκηνική γλώσσα ωμού ρεαλισμού αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που μένει έγκυος εκτός γάμου και έρχεται αντιμέτωπη με την κοινωνική απόρριψη, την οικογενειακή αδιαφορία και τις πολλαπλές μορφές βίας ενός υποκριτικού κόσμου που λειτουργεί με απάνθρωπους κανόνες. Παράλληλα, γύρω της αναπτύσσονται σχέσεις αποξένωσης, αδυναμίας επικοινωνίας και συναισθηματικής εγκατάλειψης. Δεκατρείς σύντομες σκηνές με απότομες μεταβάσεις συνθέτουν ένα σύμπαν κοινωνικής αστάθειας, όπου η βία δεν παρουσιάζεται ως εξαίρεση αλλά ως δομικό στοιχείο της κοινωνίας. Η διαχρονική επιρροή του έργου υπήρξε καθοριστική για τις επόμενες γενιές θεατρικών συγγραφέων, όπως η Σάρα Κέιν, οι οποίοι αναγνώριζαν σε αυτό όλα τα στοιχεία που άνοιξαν νέους δρόμους στην αναπαράσταση της βίας και της κοινωνικής ρήξης στο σύγχρονο θέατρο.
Ο Βασίλης Μπισμπίκης και η ομάδα Cartel, συνεπείς σε ένα ρεπερτόριο κοινωνικού ρεαλισμού και καταγγελτικού θεατρικού λόγου, ανεβάζουν το έργο του Μποντ εκ νέου, τοποθετώντας το στην Αθήνα του 2026. Έχοντας βασιστεί στη μετάφραση του Τάσου Μπαντή, δούλεψαν ομαδικά επάνω στη διασκευή και στον λόγο, μπολιάζοντάς τον με ένα απολύτως συγχρονισμένο με το σήμερα langage, μέσα από το οποίο αναδεικνύεται μια λεκτική βία αντίστοιχη με τη σωματική.
Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια προσωπική θεατρική ταυτότητα, αρχής γενομένης από την επιτυχημένη παράσταση «Άνθρωποι και ποντίκια», εξηγεί τους λόγους που τον έκαναν να αποφασίσει να παρουσιάσει αυτήν τη νέα εκδοχή του έργου του Μποντ: «Πάντα υπάρχει ένα θέμα που με αφορά και βρίσκω ως όχημα ένα έργο για να το μεταφέρω στο θέατρο. Στα “Ποντίκια” ήταν η φιλία που εκείνη την εποχή με απασχολούσε, ενώ τώρα με απασχολεί αυτό που συμβαίνει στις γειτονιές με την άσκοπη βία μεταξύ των πιτσιρικάδων. Η ίδια βία υπήρχε και το 1965, για διαφορετικούς λόγους∙ ήταν μια κοινωνία που ερχόταν από έναν πόλεμο και μαστιζόταν από τη φτώχεια και τη βία. Υπήρχε μια έξαρση, γι’ αυτό και έγραψε το έργο ο Μποντ. Αλλά το βλέπεις τώρα στην Αθήνα και γενικότερα, άσκοπη βία ανάμεσα στους πιτσιρικάδες – ένας 15χρονος σκοτώνει έναν άλλο 15χρονο στα καλά του καθουμένου∙ πολύ άγρια πράγματα.
Παρακολουθώ πολύ καιρό το πώς εξελίσσεται το πράγμα και επειδή έχω ένα παιδί σε αυτή την ηλικία, ήθελα να εξερευνήσω αυτό το τοπίο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο διάλεξα ως όχημα αυτό το έργο, που μιλάει ακριβώς γι’ αυτό το θέμα, και με έναν τρόπο, χωρίς να το δικαιολογεί, δείχνει και την οικογένεια μέσα σε αυτό. Εμπλέκονται και οι γονείς στην υπόθεση, εκτός από τα παιδιά της ομάδας, τα οποία θέλουν να ανήκουν κάπου για να νιώθουν ασφάλεια, γιατί έχουν αποκοπεί από την οικογένειά τους. Είναι και το κοινωνικό πλαίσιο που αυτήν τη στιγμή ρίχνει λίπασμα αρκετό για να δημιουργηθεί αυτή η κατάσταση∙ βλέπουμε την ψυχολογία των γονιών, το πώς συμπεριφέρονται.
Οι γονείς του έργου είμαστε εγώ και η Λένα Κιτσοπούλου. Προσπαθούμε να μη δώσουμε συγκεκριμένη ταυτότητα στα νέα παιδιά, αλλά κατά κάποιον τρόπο να εμπεριέχουν όλους τους κοινωνικά αποκλεισμένους. Άλλωστε σήμερα στην Αθήνα όλα αυτά δεν συμβαίνουν αποκλειστικά σε συγκεκριμένες περιοχές, δηλαδή μόνο στις υποβαθμισμένες, αλλά και σε γειτονιές όπως η Κηφισιά, ανάμεσα σε πλουσιόπαιδα, για πρεστίζ και στάτους».
Συντελεστές
Μτφρ.: Τάσος Μπάντης
Ελεύθερη διασκευή: Ομάδα Cartel
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μπισμπίκης
Σκηνικά - Κοστούμια: Κένι ΜακΛέλαν
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος
Κίνηση: Έντι Λάμε
Βοηθός σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη
Βοηθοί σκηνογράφου: Καλύδημη Μούρτζη, Δημοσθένης Μπάρμπας
Οργάνωση παραγωγής: Φαίη Τζίμα
Παίζουν: Βασίλης Μπισμπίκης, Λένα Κιτσοπούλου, Στέλιος Τυριακίδης, Αλέξανδρος Κουκιάς, Αναστασία Δέλτα, Λευτέρης Αγουρίδας, Γιάννης Κατσιμίχας, Ελένη Γεωργακοπούλου