Από τις 6 Μαρτίου έως τις 31 Μαΐου, το Kunsthaus Zurich αφιερώνει τη μεγάλη έκθεση Laboratory of Lust στον Βέλγο καλλιτέχνη Félicien Rops (1833–1898), έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους δημιουργούς της ευρωπαϊκής belle époque. Η παρουσίασή του σήμερα — σε ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Ελβετίας — δεν είναι απλώς μια ιστορική αναδρομή. Είναι μια συνειδητή επανεκτίμηση ενός καλλιτέχνη που μετέτρεψε τον ερωτισμό σε πολιτισμική σύγκρουση.
Ο Rops υπήρξε από τις πιο διχαστικές μορφές του ευρωπαϊκού συμβολισμού. Δημιούργησε έναν ολόκληρο εικαστικό κόσμο όπου ο φαλλός, η σατανική αλληγορία, η κοινωνική σάτιρα και η αστική υποκρισία συνυπήρχαν με προκλητική ειλικρίνεια. Το πιο γνωστό του έργο, Pornocrates (1878), απεικονίζει μια γυμνή γυναίκα με δεμένα μάτια να οδηγεί ένα γουρούνι με λουρί — μια αλληγορία για τη σχέση επιθυμίας και εξουσίας στη νεωτερική κοινωνία.
Η φράση του Γάλλου κριτικού Félix Fénéon — «ζωγραφίζει φαλλούς όπως άλλοι ζωγραφίζουν τοπία» — συνοψίζει την ιδιοσυγκρασία του. Οι μάγισσες, οι γυμνές γυναίκες της “demimonde”, οι σατανικές μορφές και τα ανδρικά βλέμματα που παρακολουθούν ηδονοβλεπτικά δεν ήταν απλώς διακοσμητικές φαντασιώσεις· ήταν σχόλια πάνω στην υποκρισία της belle époque.
Παρότι συχνά παρουσιάζεται ως «πρωτοπόρος της ερωτικής τέχνης», ο Rops δεν υπήρξε περιθωριακός. Συνεργάστηκε με λογοτέχνες όπως ο Charles Baudelaire και ο Paul Verlaine, έγινε από τους πιο καλοπληρωμένους εικονογράφους στο Παρίσι της δεκαετίας του 1870 και τιμήθηκε με τη Λεγεώνα της Τιμής το 1898. Το έργο του κυκλοφορούσε τόσο σε εκθέσεις όσο και σε ιδιωτικά άλμπουμ για συλλέκτες — συχνά σε έναν ημι-κρυφό ανδρικό κύκλο κατανάλωσης εικόνων.
Η σημερινή επανεμφάνισή του αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Η συζήτηση γύρω από το #MeToo, τη συναίνεση και την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος έχει μετατοπίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαβάζουμε έργα του παρελθόντος. Οι επιμελητές της έκθεσης επιλέγουν να τον παρουσιάσουν «ολόκληρο»: όχι εξαγνισμένο, αλλά ούτε και ακυρωμένο.
Το ερώτημα δεν είναι αν τα έργα του παραμένουν σοκαριστικά — σε αρκετές περιπτώσεις παραμένουν. Το ερώτημα είναι τι αποκαλύπτουν για τη σχέση επιθυμίας και εξουσίας. Ο Rops απεικόνιζε γυναίκες ως μοιραίες μορφές, σχεδόν δαιμονικές. Όμως ταυτόχρονα στόχευε τους άνδρες της αστικής τάξης: εκείνους που καταρρέουν μπροστά στον πειρασμό, τους ηδονοβλεψίες με ημίψηλα καπέλα, τους φορείς μιας δημόσιας ηθικής που λειτουργούσε επιλεκτικά.
Η ένταση ανάμεσα στη σάτιρα και την αναπαραγωγή του ίδιου του βλέμματος παραμένει ανοιχτή. Είναι ο Rops ένας κυνικός ανατόμος της ανδρικής υποκρισίας ή ένας καλλιτέχνης που ενισχύει αυτό που σατιρίζει; Η έκθεση στη Ζυρίχη δεν δίνει οριστικές απαντήσεις. Παρουσιάζει ακόμη και τα «μυστικά άλμπουμ» που προορίζονταν για ιδιωτικά γραφεία συλλεκτών, φωτίζοντας το πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής.
Στον πυρήνα του έργου του βρίσκεται η πεποίθηση ότι η τέχνη δεν οφείλει να είναι ευγενική. Η πρόκληση ήταν μέθοδος. Σε επιστολές του σημείωνε ότι δημιουργούσε σκόπιμα εικόνες που θα προκαλούσαν αμηχανία ή οργή. Δεν επιδίωκε απλώς αισθητική απόλαυση, αλλά αναστάτωση.
Η παρουσία του σήμερα σε έναν θεσμικό χώρο όπως το Kunsthaus Zurich έχει συμβολική σημασία. Σε μια πόλη ταυτισμένη με την οικονομική σταθερότητα και τη θεσμική σοβαρότητα, μια τόσο ωμή εικαστική γλώσσα λειτουργεί ως δοκιμασία. Πόσο έτοιμο είναι το σύγχρονο κοινό να δει την επιθυμία χωρίς φίλτρο;
Το σημαντικότερο ίσως δεν είναι το σοκ, αλλά η υπενθύμιση ότι η συζήτηση για το σώμα, το βλέμμα και την εξουσία δεν είναι νέο φαινόμενο. Οι εικόνες του 19ου αιώνα ήδη κουβαλούσαν αυτές τις εντάσεις. Σήμερα τις διαβάζουμε με διαφορετικούς όρους, όμως εξακολουθούν να μας αφορούν.
Η Laboratory of Lust δεν επιχειρεί να μετατρέψει τον Rops σε ήρωα ούτε σε αποδιοπομπαίο τράγο. Τον παρουσιάζει ως έναν καλλιτέχνη που έσπρωξε τα όρια της εποχής του — και που, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, εξακολουθεί να δοκιμάζει τα δικά μας.