Δύο γυναίκες που δεν συναντήθηκαν ποτέ συναντιούνται εδώ. Η τρανς Βαγγελιώ μια αόρατη ζωή που αποκαλύπτει τη σιωπηλή εγκατάλειψη. Και η Cookie Mueller μέσα από 3 φωτογραφίες της Nan Goldin, μια ζωή που επιβιώνει στη μνήμη. Δύο ιστορίες για τις ζωές που δεν έγιναν μύθος, αλλά άφησαν ίχνος και για το βλέμμα που συχνά φτάνει αργά.
Οι Τρεις Θάνατοι της Βαγγελιώς
Μια τρανς αόρατη ζωή, μια σιωπηλή εγκατάλειψη και το βλέμμα εκείνων που έμειναν όταν όλοι οι άλλοι έφυγαν.
Δεν ήξερα τη Βαγγελιώ. Όπως δεν ξέραμε και ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ, χιλιάδες ανθρώπους που έζησαν δίπλα μας αθόρυβα, με έναν πόνο που δεν φώναξε ποτέ. Έμαθα γι’ αυτήν όταν ήταν πια αργά. Πάντα αργά μαθαίνουμε για αυτούς τους ανθρώπους. Για εκείνους που δεν έμαθαν να ζητούν, που δεν πίστεψαν ποτέ πως δικαιούνται να φανούν, που έζησαν σαν να μην τους ανήκει ούτε ο κόσμος ούτε η θέση τους μέσα σε αυτόν.
Ήταν τρανς, φτωχή, μόνη. Μία από εκείνες τις γυναίκες που η κοινωνία τις κοιτά μόνο όταν θέλει να τις χλευάσει ή να τις χρησιμοποιήσει. Καμία ορατότητα, κανένα βήμα, καμία «ιστορία» από αυτές που γράφονται σήμερα με καθαρές λέξεις και φωτεινά πρόσωπα. Ζούσε όπως έζησαν πολλές της γενιάς της: με συστολή, με φόβο, με μια σιωπηλή βεβαιότητα ότι ο δρόμος δεν της ανήκει, το σπίτι δεν της ανήκει, ούτε καν η ίδια της η ζωή.
Τον Δεκέμβριο τη βρήκαν στο τελικό στάδιο καρκίνου, και με ασιτία μόνη στο διαμέρισμά της. Δεν ήθελε να ανοίξει σε κανέναν. Όχι από ντροπή∙ από εκείνη τη βαθιά εξάντληση που σε κάνει να λες «είμαι εντάξει» ενώ δεν είσαι εντάξει εδώ και χρόνια. Στο νοσοκομείο είπαν πως οι μέρες ήταν λίγες. Εκείνοι που τη φρόντισαν έμαθαν αργότερα πως είχε σταματήσει να τρώει. Όταν ένας άνθρωπος παραδίδεται, το σώμα είναι πάντα το πρώτο που το ξέρει.
Η Βαγγελιώ πέθανε τρεις φορές. Την πρώτη εκεί, στο σπίτι της. Τη δεύτερη από την ασιτία. Την τρίτη όταν έμεινε έναν μήνα στο ψυγείο, επειδή ο αδελφός της, απόστρατος αστυνομικός δεν εμφανιζόταν πουθενά. Η κοινωνία είχε τελειώσει μαζί της πολύ πριν τελειώσει η ζωή της. Κι όμως, στο τέλος βρέθηκαν άνθρωποι. Πήγαν στο σπίτι της όταν κανείς δεν πήγαινε. Της κράτησαν το χέρι. Της έκαναν γενέθλια τρεις μέρες πριν πεθάνει, την τελευταία γιορτή μιας γυναίκας που δεν είχε γιορτάσει τίποτα. Και όταν ήρθε η ώρα της ταφής, όταν η οικογένεια αρνήθηκε τα πάντα, εκείνοι πλήρωσαν, οργάνωσαν, τη συνόδεψαν.
Αυτοί είναι οι αληθινοί συγγενείς. Όχι το αίμα. Το βλέμμα.
Η ιστορία της Βαγγελιώς δεν είναι τραγική. Είναι κοινή. Και γι’ αυτό είναι αβάσταχτη. Γιατί αποκαλύπτει πως οι ζωές κάποιων ανθρώπων δεν θεωρήθηκαν ποτέ εξίσου σημαντικές. Δεν απέτυχε η Βαγγελιώ. Εμείς αποτύχαμε που δεν τη βλέπαμε όσο ζούσε.
Και τώρα; Τίποτα δεν γίνεται τώρα. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι αυτό που της αρνήθηκαν: να αναγνωριστεί ότι υπήρξε. Ότι άξιζε μια ζωή πιο ανθρώπινη. Και ότι δεν έπρεπε να πεθάνει τρεις φορές για να τη μάθουμε.
Τρεις Φωτογραφίες, Μια Ζωή
Η Cookie Mueller από τον γάμο στο φέρετρο και η αλήθεια που μένει όταν η μνήμη γίνεται σώμα.
Είδα ξανά τις εικόνες της Cookie Mueller από τη Nan Goldin στο Instagram, και για μερικά δευτερόλεπτα ένιωσα σαν να με σταμάτησε κάποιος απ’ τον γιακά και να μου είπε: «Κοίτα εδώ. Αυτό είναι η ζωή σου, πριν καν τη ζήσεις.» Δεν ξέρω αν αυτό που νιώθω λέγεται συγκίνηση ή απλώς η στιγμή που η πραγματικότητα σου κάνει ένα μικρό κόψιμο στο δέρμα, αλλά όταν βλέπω αυτές τις εικόνες δεν βλέπω αισθητική, βλέπω ρυθμό. Βλέπω την τροχιά ενός ανθρώπου που διασχίζει τον χρόνο με την τρομακτική αθωότητα του «είμαι εδώ για όσο προλάβω».
Στην πρώτη φωτογραφία η Cookie μοιάζει σαν μια ανάσα που δεν έχει μάθει ακόμα ότι κάποια μέρα θα κοπεί. Στη δεύτερη, στέκεται μπροστά στον νεκρό άντρα της σαν κάποια που κατάλαβε ξαφνικά ότι η αγάπη έχει προθεσμία. Και στην τρίτη… στην τρίτη νιώθω αυτό το παράξενο βάρος που έχουμε όλες και όλοι μέσα μας: η απώλεια δεν είναι παρελθόν. Είναι κάτι που συνεχίζει να αναβοσβήνει μέσα στο σώμα, ακόμη κι όταν έχει τελειώσει.
Και ξέρεις τι; Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω πιο καθαρά κάτι που η Goldin δεν είπε ποτέ, αλλά το έκανε πράξη με κάθε φωτογραφία: όταν τραβούσε τις εικόνες των φίλων της, προσπαθούσε να τους κρατήσει ζωντανούς για όσους θα έρχονταν μετά. Για εμάς. Για να ξέρουμε από πού ερχόμαστε, πριν μάθουμε προς τα πού πάμε.
Και τότε έρχεται το άλλο μου κομμάτι, το κομμάτι που δεν θέλει ποίηση, θέλει αλήθεια, ιδρώτα και λίγο αίμα και μου λέει: Άσε τους βρυκολακιασμένους tech bros να κυνηγάνε την αθανασία, ενώ καίνε τον κόσμο και το μέλλον. Εμείς ξέρουμε πως η αθανασία είναι πιο απλή, πιο πρόστυχη, πιο ανθρώπινη: είναι η γραμμή που έκανες μέσα στη λάθος κουζίνα, είναι το φιλί που έδωσες σε κάποιον που δεν πρόλαβες να αγαπήσεις σωστά, είναι το νερό που πέταξες στο πρόσωπο για να θυμηθείς ότι είσαι ακόμη ζωντανός.
Ζήσε. Πριν γίνει αργά, πριν πάψει το σώμα να θυμάται. Πριν σε πάρει το timeline μαζί του και σε κάνει να ξεχάσεις γιατί ζεις. Χόρεψε. Βγες έξω. Αγάπα κάποιον έστω για μια νύχτα.
Γιατί κάποια στιγμή κι αυτό είναι το μόνο βέβαιο θα συναντήσουμε την Cookie, τη Nan, και όλους όσους δεν πρόδωσαν τον εαυτό τους στη διαδρομή.
Και το μόνο που θα μετράει είναι αυτό: ότι για λίγο, για όσο μας επιτράπηκε, θυμηθήκαμε ότι η αγάπη είναι ο τρόπος που σώζεται η καύλα και η καύλα είναι ο τρόπος που επιβιώνει η αγάπη.
🜹