O πληθυσμός της Κίνας μειώθηκε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά, ενώ οι γεννήσεις υποχώρησαν στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 1949, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα τη Δευτέρα.
Το μήνυμα των αριθμών είναι σαφές. Μέσα σε έναν χρόνο η χώρα έχασε περίπου 3 εκατ. κατοίκους και οι γεννήσεις κατέγραψαν νέα απότομη πτώση, μετά τη μικρή ανάκαμψη που είχε διαφανεί το 2024. Το 2025 γεννήθηκαν 7,92 εκατ. παιδιά, σχεδόν 1,6 εκατ. λιγότερα σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά. Ο δείκτης γεννητικότητας υποχώρησε στις 5,63 γεννήσεις ανά 1.000 κατοίκους, τη χαμηλότερη επίδοση που καταγράφεται από το 1949.
Τα νέα δεδομένα αυξάνουν την πίεση προς το Πεκίνο, το οποίο εδώ και χρόνια προσπαθεί να ανακόψει τη δημογραφική κάμψη. Δέκα χρόνια μετά την κατάργηση της πολιτικής του «ενός παιδιού», η κυβέρνηση εφαρμόζει ένα μίγμα κινήτρων και ρυθμίσεων για να ενθαρρύνει τις γεννήσεις, χωρίς έως τώρα να φαίνεται αποτέλεσμα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται μέτρα που επιχειρούν να μειώσουν το κόστος για τις οικογένειες, όπως επιδοτήσεις ανά παιδί και φοροελαφρύνσεις για βρεφονηπιακούς σταθμούς και νηπιαγωγεία. Παράλληλα προχώρησε σε αλλαγές στη φορολόγηση των αντισυλληπτικών. Τα προφυλακτικά επιβαρύνονται πλέον με φόρο 13% από την 1η Ιανουαρίου, μετά την αφαίρεσή τους από τη λίστα φοροαπαλλαγών. Στη λίστα φοροαπαλλαγών εντάχθηκαν επίσης υπηρεσίες «ταιριάσματος» για ζευγάρια.
Παράλληλα, ειδικοί επισημαίνουν ότι τα βασικά εμπόδια για τα νέα ζευγάρια είναι πιο δύσκολα να αντιμετωπιστούν μόνο με επιδόματα. Το υψηλό κόστος στέγασης και ανατροφής παιδιού, οι απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και η πίεση γύρω από την εκπαίδευση λειτουργούν αποτρεπτικά, ειδικά σε περίοδο οικονομικής επιβράδυνσης και πίεσης στα εισοδήματα.
Το δημογραφικό πρόβλημα έχει και άμεση οικονομική διάσταση. Οι άνω των 60 ανέρχονται πλέον σε 323 εκατ., περίπου το 23% του πληθυσμού, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων μειώνεται. Αυτό δυσκολεύει τη στήριξη ενός ολοένα μεγαλύτερου πληθυσμού ηλικιωμένων, τη στιγμή που η χώρα προσπαθεί να αφήσει πίσω της την ανάπτυξη που βασίστηκε σε φθηνή εργασία και μαζική παραγωγή και να στραφεί σε μια οικονομία τεχνολογίας και κατανάλωσης.
Ερευνητές τονίζουν ότι κρίσιμο στοιχείο είναι και η εργασιακή πραγματικότητα για τις γυναίκες. Διατυπώνονται αιτήματα για πολιτικές που να περιορίζουν το επαγγελματικό κόστος της μητρότητας και να μην μετατρέπουν την απόφαση για παιδί σε «ποινή» στον χώρο εργασίας.
Με πληροφορίες από Associated Press