Ντ. Χάντερ: «Η μητέρα μου με παρακινούσε να γίνω σεξεργάτης – δεν είχαμε να φάμε»

ΤΕΤΑΡΤΗ Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα, το οφείλω στην τύχη και στο ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος» Facebook Twitter
Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα, το οφείλω στην τύχη και στο ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος»
0

Το πρώτο βιβλίο του Ντ. Χάντερ, που μόλις εκδόθηκε στα ελληνικά, είναι σωστό ηλεκτροσόκ, κανονική «γροθιά στο στομάχι». Δεν τον αποκάλεσαν τυχαία «Βρετανό Εντουάρ Λουί», καθώς η γραφή του είναι εξίσου αιχμηρή, διεισδυτική και «από τα κάτω», μόνο που τα δικά του βιώματα υπήρξαν πολύ πιο ακραία, η δε συγκλονιστική «εξομολόγησή» του προϋπέθετε μια ριζική μεταστροφή που δεν ήταν καθόλου εύκολη, ούτε αναμενόμενη. Σε κάθε περίπτωση, η σχεδόν ταυτόχρονη ανάδειξη τέτοιων συγγραφέων σε δύο μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες κάτι δείχνει.

Παιδί μιας φτωχής, προβληματικής οικογένειας δίχως κανένα στήριγμα ή εφόδιο, ο Ντομ, που σήμερα ζει στο Μάντσεστερ, γεννήθηκε, καθώς λέει, «κατά τύχη», επειδή η μητέρα του, που είχε υπάρξει και θύμα βιασμού, «δεν πίστευε πως ήταν σε θέση να πει “όχι” και να κάνει την άρνησή της να ακουστεί είτε επειδή απλώς τα “όχι” της αγνοήθηκαν».

Ήδη από τα προεφηβικά του χρόνια στο Νότιγχαμ βρέθηκε στο περιθώριο, έγινε κλέφτης, μικρέμπορος και χρήστης ουσιών, σεξεργάτης και ό,τι άλλο θα τον βοηθούσε να την παλέψει, όντας ένας ακόμα «λούμπεν προλετάριος». Εντάχθηκε σε συμμορίες, εθίστηκε στη βία και στη μισανθρωπία, κοιμήθηκε πολλά βράδια στον δρόμο, σε πάρκα, σε υπόστεγα ή όπου αλλού έβρισκε, έκατσε χρόνια σε αναμορφωτήρια και καταστήματα κράτησης ανηλίκων.

Υπήρξα πράγματι σεξεργάτης από τα δεκατρία ως τα δεκαπέντε μου, όχι μόνο για να μπορώ να κάνω τα δικά μου κουμάντα και να προμηθεύομαι τις ουσίες που ήδη έπαιρνα αλλά και για τη μητέρα και τις αδελφές μου – υπήρχαν μέρες που κυριολεκτικά δεν είχαμε να φάμε. Ουσιαστικά, η ίδια η μάνα μου με «παρακίνησε», εκδιδόταν άλλωστε κι εκείνη περιστασιακά.

Η πορεία του προς το χειρότερο έμοιαζε προδιαγεγραμμένη, κάποια καλά διαβάσματα και συναναστροφές όμως την αντέστρεψαν θεαματικά. Λίγο μετά τα είκοσί του αφυπνίστηκε, πολιτικοποιήθηκε και εντάχθηκε στον ευρύτερο κινηματικό χώρο, βάζοντας δίπλα στη «λύσσα» τη συνείδηση.

Σύντομα όμως διαπίστωσε, καθώς λέει, τις ανεπάρκειες και της αριστεράς, η οποία όχι σπάνια αναπαρήγε έναν πατερναλιστικό, ηγεμονικό, προνομιούχο λόγο σαν αυτόν που θεωρητικά μάχεται τους «chavs», τους «αλήτες φτωχομπινέδες», όπως υπήρξε κι εκείνος:

«Πολλές από αυτές τις συλλογικότητες δεν καταφέρνουν να είναι αρκετά συμπεριληπτικές ώστε να αγκαλιάσουν όσους βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, όσους δεν έχουν το σωστό χρώμα δέρματος, το σωστό φύλο ή τη σωστή έκφραση φύλου, όσους στερούνται ακόμα και τη στοιχειώδη μόρφωση ή ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές εισόδημα. Οι τελευταίοι προβάλλονται μεν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των συνεπειών της κρατικής βίας και της καπιταλιστικής εξαθλίωσης, δεν μετράνε όμως το ίδιο, καθώς δεν θεωρούνται "συνεπείς" ούτε και ικανοί να εκφράσουν έναν συγκροτημένο λόγο. Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να έχουν ευαισθησίες, αλλά δεν έζησαν ποτέ στο πετσί τους τι σημαίνει να πεινάς πραγματικά ή να κοιμάσαι σε πάρκα και υπόστεγα στο καταχείμωνο», λέει σε μια χαρακτηριστική αποστροφή του.

Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα το οφείλω βασικά στην τύχη και στο γεγονός ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος» Facebook Twitter
Φωτογραφία από την αγγλική έκδοση του βιβλίου. Φωτ.: Κέλι Ο'Μπράιεν

Πιστεύει ότι αν κάποιος επιδιώκει μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή οφείλει να αγκαλιάσει και καταρχάς να ακούσει αυτόν ακριβώς τον κόσμο και γενικότερα τους μη προνομιούχους, ώστε να μην τους «χαρίσει» στην ακροδεξιά, ελπίζει ότι ο ίδιος έχει καταφέρει πια να δείχνει «σαν εμάς», με όλη τη λεπτή ειρωνεία που εμπεριέχει αυτή η φράση, λέει ότι γράφει για να επουλώσει τα τραύματά του και μνημονεύει τους φίλους που τον στήριξαν και τον στηρίζουν σε αυτό παρότι «παλιοχαρακτήρας», βρίσκει την ευτυχία σε απλά πράγματα, όπως οι νίκες της ομάδας του, και εγώ ευελπιστώ να κυκλοφορήσει κάποια στιγμή στα ελληνικά και το δεύτερο βιβλίο του με τον εύγλωττο τίτλο «Tracksuits, traumas and class traitors» (Lumpen, 2020). 

chav solidarity
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Ντ. Χάντερ, «Chav - Αλληλεγγύη από τα υπόγεια», Εκδόσεις των Συναδέλφων

— Τι σε κέντρισε να γράψεις το «Chav Solidarity»; 
Όπως αναφέρω και στην εισαγωγή, ένας πρώτος καλός λόγος ήταν να δείξω πώς λειτουργεί το σύστημα στην Αγγλία, όπου οι ταξικές διαφορές είναι χαώδεις. Είμαστε μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου κι όμως πολλοί άνθρωποι στερούνται ακόμα και τα βασικά, ζουν χωρίς αύριο και η παρανομία τούς φαίνεται πιο ελκυστική από την κρατική ελεημοσύνη.

Υπήρξαν όμως κι άλλοι, εξίσου καλοί λόγοι, όπως το να μιλήσω για τις πολλαπλές σεξουαλικές, σωματικές και συναισθηματικές κακοποιήσεις που υφίστανται οι γυναίκες και τα παιδιά της εργατικής τάξης, ιδίως οι μη λευκές και τα μη λευκά, ως αποτέλεσμα αυτής ακριβώς της ανέχειας που βιώνουν, για τη βία που υπέστην αλλά και τη βία που εγώ άσκησα σε άλλους στο ίδιο πλαίσιο. Για τη ζωή μου στον δρόμο, σε αναμορφωτήρια και σε φυλακές, για τα διαβάσματα εκείνα που με αφύπνισαν, τον Αντόνιο Γκράμσι, την Άντζελα Ντέιβις, την Ντόροθι Άλισον, τον Τζορτζ Τζάκσον, για την πολιτική μου στράτευση και τις εμπειρίες που αποκόμισα από αυτήν. 

— Αναγνωρίζεις την αριστερά ως φυσικό σύμμαχο των καταπιεσμένων και των μη προνομιούχων, αυτό όμως δεν σε κάνει λιγότερο αυστηρό απέναντί της. 
Κοίτα, αφότου βρέθηκα στον χώρο της αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων γνώρισα αρκετά αξιόλογα άτομα και οι ορίζοντές μου σίγουρα διευρύνθηκαν. Ταυτόχρονα όμως διαπίστωσα ότι πολλές από αυτές τις συλλογικότητες δεν καταφέρνουν να είναι αρκετά συμπεριληπτικές ώστε να αγκαλιάσουν όσους βρίσκονται στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, όσους δεν έχουν το σωστό χρώμα δέρματος, το σωστό φύλο ή τη σωστή έκφραση φύλου, όσους στερούνται ακόμα και τη στοιχειώδη μόρφωση ή ένα στοιχειωδώς αξιοπρεπές εισόδημα.

Οι τελευταίοι προβάλλονται μεν ως χαρακτηριστικά παραδείγματα των συνεπειών της κρατικής βίας και της καπιταλιστικής εξαθλίωσης, δεν μετράνε όμως το ίδιο, καθώς δεν θεωρούνται «συνεπείς» ούτε και ικανοί να εκφράσουν έναν συγκροτημένο λόγο. Υπάρχει δηλαδή ένας πατερναλισμός κι ένας ελιτισμός από την ανάποδη και είναι αναμενόμενο αυτό όταν εκφράζεται από ανθρώπους που μπορεί να έχουν ευαισθησίες, αλλά δεν έζησαν ποτέ στο πετσί τους τι σημαίνει να πεινάς πραγματικά ή να κοιμάσαι σε πάρκα και υπόστεγα στο καταχείμωνο.

Αν η κινηματική αριστερά επιδιώκει μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή θα πρέπει να πάψει να βλέπει τα πράγματα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των προνομίων και του δικού της ηγεμονικού λόγου. 

Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα το οφείλω βασικά στην τύχη και στο γεγονός ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος» Facebook Twitter
Φωτογραφία από την αγγλική έκδοση του βιβλίου. Φωτ.: Κέλι Ο'Μπράιεν

— Πάντως, καθώς γράφεις, ήταν η επαφή σου με βιβλία ριζοσπαστών διανοητών που σε παρακίνησε να γυρίσεις σελίδα.
Ισχύει. Πολιτική συνείδηση όμως είχα ήδη, έστω σε πρωτόλεια μορφή, αντιλαμβανόμουν δηλαδή απόλυτα και στην πράξη παιχνίδια εξουσίας και εκμετάλλευσης που παίζονται στον κόσμο. Η πολιτικοποίηση ήρθε ως φυσική συνέχεια – μέσω αυτής βρήκα το λεξιλόγιο και τα εργαλεία να εκφραστώ αλλά και την ευκαιρία να μοιραστώ τις εμπειρίες, τις επιθυμίες και τις ιδέες μου με άλλους ανθρώπους από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Μπόρεσα έτσι να συνειδητοποιήσω και τα δικά μου προνόμια, το ότι αν δεν ήμουν λευκός θα είχα πολύ χειρότερη τύχη, ίσως να μη ζούσα καν σήμερα. Η συνύπαρξη και η αλληλεγγύη δεν είναι στόχοι τους οποίους φτάνεις ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα αλλά μια διαρκώς εξελισσόμενη διαδικασία. Πρόκειται άλλωστε για αξίες που μπορούν να ανθήσουν ακόμα και στο πιο εξτρίμ κοινωνικό περιθώριο.   

— Ποια είναι η κατάσταση στη βρετανική κοινωνία, στην αριστερά και στο ανταγωνιστικό κίνημα μετά το Brexit;
Για τους φτωχούς και τις μειονότητες, σίγουρα χειρότερη. Ο απομονωτισμός ευνοεί τον κοινωνικό συντηρητισμό και τη δαιμονοποίηση του ξένου, του διαφορετικού.

Στην αριστερά, από την άλλη, επικρατεί μεγάλο κομφούζιο. Άνθρωποι μεγαλύτερων ειδικά ηλικιών θα θυμούνται ότι οι πολιτικές των Εργατικών άλλαξαν θεαματικά από τον Μπλερ και μετά, απομακρύνθηκαν από την εργατική τάξη και τα προβλήματά της. Ο Κόρμπιν προσπάθησε να αντιστρέψει αυτό το κλίμα, όμως δεν τα κατάφερε και τελικά παραιτήθηκε. Οι υποψήφιοι των Εργατικών οργώνουν προεκλογικά τις λαϊκές συνοικίες πόρτα-πόρτα, ζητώντας την ψήφο των ανθρώπων εκεί, εξαφανίζονται όμως την επομένη των εκλογών.

Οι μικρότερες αριστερές οργανώσεις προσπαθούν φιλότιμα, αλλά έχουν ακόμα λιγότερη επαφή με τα στρώματα των μη προνομιούχων. Δεν αρκεί το πρόταγμα της συμπεριληπτικότητας όταν απευθύνεσαι σε άτομα των οποίων πρώτο μέλημα είναι η καθημερινή επιβίωση. Τέτοια άτομα ήταν που πρωταγωνίστησαν στις μεγάλες ταραχές του 2011, με το κίνημα να ακολουθεί ασθμαίνοντας και να τα εγκαταλείπει στο όργιο καταστολής που ακολούθησε. Χρειάζεται πολλή δουλειά ακόμα σε αυτό το πεδίο.     

— Στις γαλλικές προεδρικές εκλογές είδαμε ξανά την ακροδεξιά να πρωταγωνιστεί στο πολιτικό σκηνικό. Υπάρχει αντίστοιχο «ρεύμα» στη Βρετανία;  
Στη Γαλλία φάνηκε ξανά ότι η ακροδεξιά καταφέρνει να έχει επιρροή όχι μόνο σε μη προνομιούχα λαϊκά στρώματα που κάποτε θα ψήφιζαν αριστερά αλλά και σε πιο μεσαία που δοκιμάζονται σκληρά από τις απανωτές κρίσεις, όπως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και στη Βρετανία.

Δεν έχουμε μεν εδώ έναν μεγάλο ακροδεξιό πολιτικό σχηματισμό αντίστοιχο του Εθνικού Μετώπου της Λεπέν –η απήχηση των καθαυτό ακροδεξιών είναι αναλογικά περιορισμένη– ούτε σημειώνονται οργανωμένες επιθέσεις κατά μειονοτήτων στον βαθμό που συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες, συναντάς όμως την ακροδεξιά και το ιδεώδες της λευκής αγγλοσαξονικής υπεροχής που διαφέντευε κάποτε τον μισό κόσμο σε άλλα σημεία του πολιτικού φάσματος, όπως το εθνικιστικό, αντιευρωπαϊκό UKIP, που έχει πια «ξεφουσκώσει», τον στόχο του εντούτοις τον πέτυχε, και βέβαια στις τάξεις του κυβερνώντος Συντηρητικού Κόμματος.

Οι Συντηρητικοί έχουν άλλωστε υιοθετήσει πολλές ακροδεξιάς κοπής ιδέες, όπως η «βρετανικότητα» και η αντίθεση σε οτιδήποτε «υπερβολικά» νεωτερικό και κοσμοπολίτικο. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η ακροδεξιά δεν είναι μεν τόσο ισχυρή εδώ, το αφήγημά της όμως έχει περάσει στην κοινωνία κι εκεί πρέπει να στοχεύσουμε. 

Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα το οφείλω βασικά στην τύχη και στο γεγονός ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος» Facebook Twitter
Φωτογραφία από την αγγλική έκδοση του βιβλίου. Φωτ.: Κέλι Ο'Μπράιεν

— Τόσο στην εισαγωγή όσο και μέσα στο βιβλίο αποδίδεις τα εύσημα στους φίλους σου που σε στήριξαν στη συγγραφική σου προσπάθεια.
Ναι, πολλές φορές μάλιστα το έκαναν από μόνοι τους, χωρίς να ζητήσω οτιδήποτε. Και ήταν πολύ σημαντική η συμπαράσταση και η στήριξή τους ακόμα και όταν ήμουν στα χειρότερά μου, ακόμα και όταν η συμπεριφορά μου απέναντί τους δεν ήταν ακριβώς υποδειγματική, γιατί αλλιώς δεν ξέρω αν θα το ολοκλήρωνα ποτέ, ήταν πολύς ο πόνος και το βάρος.  

— Γράφεις ότι ακόμα και η ψυχική υγεία περνά μέσα από το φίλτρο της φυλής και της κοινωνικής τάξης.
Ψέματα; Όλη η φασαρία που γίνεται στη δημόσια σφαίρα αφορά το άγχος και την κατάθλιψη που βιώνουν οι λευκοί μεσοαστοί. Οι μη λευκοί, οι μη αστοί που αντιμετωπίζουν όχι μόνο ψυχολογικά προβλήματα αλλά και επιβίωσης, όπως συνέβαινε με τη μητέρα μου, είναι σχεδόν ανύπαρκτοι και στη χώρα αυτή ειδικά είναι πολύ διαδεδομένη η πεποίθηση ότι οι ίδιοι φταίνε για την κατάστασή τους, επειδή δεν κατάφεραν να πετύχουν στη ζωή τους, ότι δηλαδή δεν είναι θέμα συστήματος αλλά ατομικής ευθύνης. 

— Μπήκες ανήλικος στη σεξεργασία, αναφέρεσαι μάλιστα εκτενώς σε εκείνη την περίοδο δίχως καθόλου να φοβάσαι μήπως «εκτεθείς».  
Σιγά. Πόσο πια και σε ποιους να εκτεθώ; Υπήρξα πράγματι σεξεργάτης από τα δεκατρία ως τα δεκαπέντε μου, όχι μόνο για να μπορώ να κάνω τα δικά μου κουμάντα και να προμηθεύομαι τις ουσίες που ήδη έπαιρνα αλλά και για τη μητέρα και τις αδελφές μου – υπήρχαν μέρες που κυριολεκτικά δεν είχαμε να φάμε. Ουσιαστικά η ίδια η μάνα μου με «παρακίνησε», εκδιδόταν άλλωστε κι εκείνη περιστασιακά.

Συνευρισκόμουν κυρίως με μεγαλύτερους άντρες τους οποίους άφηνα να με χρησιμοποιούν όπως ήθελαν, ενώ θα μπορούσα να τους κάνω τα χειρότερα, ειδικά με τα μυαλά που είχα τότε. Ορισμένοι μάλιστα είχαν μια τόσο υποκριτική, προσβλητική και εκβιαστική συμπεριφορά ώστε μπορεί και να τους άξιζε.

Το πρόβλημα, ξέρεις, δεν ήταν η σεξουαλικότητά τους αλλά η κοινωνική απόσταση που μας χώριζε και από την οποία πήγαζαν αυτές οι συμπεριφορές και νοοτροπίες.       

— Λες ότι υπήρξες τόσο θύμα όσο και θύτης βίας και κακοποίησης. 
Ναι, γιατί ο φόβος που προξενούσα σε κάποιους ανθρώπους και η εξουσία που ως εκ τούτου ένιωθα με τρέφανε και με παρακινούσαν να το επαναλάβω.

Δεν είχα, ξέρεις, πολλές άλλες ευκαιρίες να νιώσω ότι με υπολογίζουν, ασχέτως του ότι ο ίδιος δεν υπολόγιζα τότε κανέναν και τίποτε, πόσο μάλλον πιο ευνοημένους από την τύχη ή απλώς πιο αδύναμους συνομηλίκους μου, ή πελάτες που ξηγιούνταν άσχημα. Το ότι μπορεί να έτρωγα κι εγώ μερικές μού ήταν αδιάφορο, είχα συνηθίσει από μικρός να με δέρνουν.

Βασικά, έκανα ακριβώς ό,τι ένας λευκός macho άντρας που νιώθει αδικημένος και ας είναι ακόμα κι έτσι σαφώς πιο προνομιούχος από τον αντίστοιχο μαύρο ή Ασιάτη, από μια γυναίκα ή ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο. Αντί να στρέψει την οργή του στους από πάνω, τη στρέφει ενάντια σε όσους βλέπει ως υποδεέστερους ώστε να εξασφαλίσει λίγη από την «αύρα» των εκμεταλλευτών με τους οποίους θεωρεί ότι ταυτίζεται επειδή είναι επίσης λευκός, κι ας βγάζει σε έναν χρόνο λιγότερα από όσα εκείνοι κερδίζουν σε μία μόνο μέρα.

Υπήρξα κι εγώ ρατσιστής ως έφηβος, ο πατέρας και οι θείοι μου με πήγαιναν σε συγκεντρώσεις του BNP και του Εθνικού Μετώπου, χαίρονταν που υπήρχαν ολόκληρες εθνότητες, φυλές και κοινωνικές ομάδες που απέναντί τους ακόμα κι εκείνοι, παρότι φτωχοί και κακομοίρηδες, ένιωθαν φύσει ανώτεροι. Η ίδια ακροδεξιά ρητορική ακούγεται και σήμερα, ότι φιλελεύθεροι, αριστεροί και μουσουλμάνοι τάχα συνεργάζονται για να κάνουν τη Βρετανία ισλαμικό κράτος.

Χρειάστηκε, που λες, προσπάθεια για να αλλάξω το λεξιλόγιο και τις ριζωμένες αντιλήψεις μου, κάτι που συμβάδισε με την πολιτικοποίησή μου και τη δουλειά που γινόταν σε διάφορες ομάδες και συναντήσεις με τον εαυτό μας καταρχάς. Και το ζήτημα δεν είναι να νιώσεις ενοχές ή να δηλώσεις μετάνοια αλλά να μπεις σε μια διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής απαραίτητη για όποιον θέλει να αλλάξει τον κόσμο και θα αφορά όχι μόνο τη φυλή και την κοινωνική τάξη αλλά και τις έμφυλες σχέσεις, τη σεξουαλικότητα, την προσβασιμότητα κ.λπ.   

Ντ. Χάντερ: «Αν ζω σήμερα το οφείλω βασικά στην τύχη και στο γεγονός ότι είχα το σωστό χρώμα δέρματος» Facebook Twitter
Fags and Flowers. Φωτογραφία από την αγγλική έκδοση του βιβλίου. Φωτ.: Κέλι Ο'Μπράιεν

— Διαβάζω ότι προσπαθείς σκληρά όλα αυτά τα χρόνια να γιατρέψεις τα τραύματά σου. Πόσο καλά τα καταφέρνεις; 
Αρκετά καλά για να μπορώ να ζω πια μια λίγο-πολύ «κανονική» ζωή και να μου ζητάνε συνεντεύξεις για τα βιβλία μου! Οι προσωπικοί αγώνες μοιάζουν με τους κοινωνικούς, δεν είναι μια διαδικασία με προκαθορισμένο χρονοδιάγραμμα και στόχους αλλά κάτι που εξελίσσεται διαρκώς. Πού θα πάει, κάποια στιγμή μπορεί να γίνω «ένας από σας»!

— Μια συμβουλή που θα έδινες σήμερα σε ένα «παιδί του δρόμου», έναν νεότερό σου «chav»;
Πριν πω οτιδήποτε, δηλαδή αν έχω κάτι να του/της πω, θα κάτσω καταρχάς να τον/την ακούσω προσεκτικά, να δω εκείνος/-η τι έχει να μου πει. Διαφορετικά, θα γινόμουν το ίδιο πατερναλιστής με εκείνους τους αριστερούς που λέγαμε παραπάνω και με το δίκιο του/της θα με έβριζε. Γενικά μιλώντας όμως, θα σύστηνα στον καθένα να μάθει να δουλεύει το μυαλό και τις αισθήσεις του, να βρίσκει άμυνες απέναντι στην απελπισία και το μίσος, προσωπικές και συλλογικές.

— Τι σε κάνει να νιώθεις πραγματικά ευτυχής, Ντομ;
Εξαρτάται από τη φάση. Η μεγαλύτερη ευτυχία μου αυτό τον καιρό θα είναι να νικήσει η ποδοσφαιρική μου ομάδα, η Μπέρνλι, ώστε να καταφέρει να ξεφύγει οριστικά από τη ζώνη του υποβιβασμού!

  

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Τζένη Χειλουδάκη: «Είμαι πιο φτωχή και πιο πλούσια από ποτέ»

Συνεντεύξεις / Τζένη Χειλουδάκη: «Είμαι πιο φτωχή και πιο πλούσια από ποτέ»

Πριν από ακριβώς δέκα χρόνια ξεκίνησε μια άλλη περίοδος στη ζωή του πρώτου τρανς μοντέλου, που δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη. Η Τζένη Χειλουδάκη λέει πως όλα αυτά τα χρόνια που μένει στη Σητεία προσπαθεί να εξαγνιστεί, πως σήμερα δεν έχει τίποτα και ταυτόχρονα έχει τα πάντα.
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ
Ραφαέλλα Αννίτα: «Να σταματήσουμε οι τρανς άνθρωποι να είμαστε “αόρατοι”»

The Upfront initiative by LiFO & Tsomokos / Ραφαέλλα Αννίτα: «Να σταματήσουμε οι τρανς άνθρωποι να είμαστε “αόρατοι”»

Η επωφελούμενη από το διετές πρόγραμμα ενίσχυσης εργοδοτών του ΟΑΕΔ για την πρόσληψη ανέργων που θεωρούνται ευάλωτα άτομα Ραφαέλλα Αννίτα περιγράφει τη νέα εργασιακή της πραγματικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω»

Βιβλίο / Η σεξεργασία τότε και τώρα: Από τη Γαβριέλα, την Τρούμπα και τον Βαρδάρη ως τη σύγχρονη εποχή

Το νέο βιβλίο της Εύας Νικολαΐδου «Στα σπίτια της αμαρτίας χτες και σήμερα – Μια δημοσιογραφική έρευνα για το φαινόμενο της πορνείας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα» (εκδ. Κάκτος) αποτελεί μια αξιόλογη συμβολή στη μελέτη του φαινομένου της σεξεργασίας στην Ελλάδα και όχι μόνο.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ