Φωτό: Πωλίνα Σαρρή
Φωτό: Πωλίνα Σαρρή
 

 

  • Όταν ήμουν στην απομόνωση, ο φύλακας κατά κάποιον τρόπο είχε το ίδιο πρόβλημα με 'μένα. Δεν περνούσε η ώρα ούτε για εκείνον. Οπότε, έπιανε κουβέντα μαζί μου μέσα απ' τον φεγγίτη, χωρίς να ανοίγει την πόρτα. Αυτός από τη μια μεριά της πόρτας κι εγώ από την άλλη, και συζητούσαμε. Ήταν ένας θηριώδης τύπος σαν ντουλάπα, με μια κεφάλα να, και μου έλεγε «Έτρεχα, κύριε Διονύση, στην παραλιακή με τη μοτοσικλέτα με μεγάλη ταχύτητα και έπεσα σ' έναν στύλο κι εκσφενδονίστηκα δέκα μέτρα ψηλά. Ευτυχώς, έπεσα με το κεφάλι».

 

  • Η επιτυχία έρχεται στο Rodeo Club το 1969, στην πλατεία Βικτωρίας. Παίζαμε στις μπουάτ στην Πλάκα για 70 ανθρώπους. Πήγα στη Χέυδεν της πλατείας Βικτωρίας γιατί μου απαγόρευαν να παίξω στην Πλάκα. Χούντα μιλάμε! Και τότε, όταν σε βγάζανε Αριστερό και δεν σου επέτρεπαν να παίζεις στην Πλάκα, ήσουν χαμένος, γιατί το ρεπερτόριο αυτό μόνο στην Πλάκα μπορούσε να λειτουργήσει. Είχα ένα γραφείο που ανέλαβε να μου βρει δουλειά και μου βρήκε ένα κοτοπουλάδικο στην Κηφισιά! Μα, πώς να παίξω εκεί; Και, τελικά, μου βρήκαν το Rodeo, το πρώην Φουτζιγιάμα. Παντού ζωγραφισμένοι καουμπόηδες. «Δεν μου πάει» του λέω του Παύλου Ζέρβα και μου απαντάει: «Κοιτάξτε, Rodeo, έχετε υπόψη σας, είναι το μέρος όπου συγκεντρώνονται οι κάου-μπόι κι εδώ που λέει "Wanted" σημαίνει "καταζητείται"». Δηλαδή, πήγαινε να μου πει ότι έχει concept. «Εντάξει» του λέω «καταλαβαίνω, απλώς δεν ταιριάζει» και μου απαντάει «αυτό είναι το μαγαζί, κι αν θέλετε». Έπαιξα εκεί. Ο Γιώργος ο Ρωμανός, που θα τραγουδούσαμε μαζί, τρόμαξε, έφυγε και δεν ξαναήρθε σ' αυτή την υπόγα. Μετά, βέβαια, το μαγαζί το έφτιαξε ο μακαρίτης ο Ηλίας ο Παπαγιαννόπουλος εξαιρετικά.

 

Δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, αν δεν λέω αυτό που αισθάνομαι, ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι δημοφιλές. Θα 'θελα να μου το αναγνωρίσετε αυτό. Μου το ζήτησαν, αλλά δεν έγινα υπουργός, δεν έβγαλα λεφτά, δεν πήρα αξιώματα, ζω από τη δουλειά μου, δηλαδή ό,τι βγάζει το ταμείο .

 

  • Το ακροατήριο που με παρακολουθούσε ήρθε και δεν του άρεσε που με είδε με την ορχήστρα, με τα «Μπουρμπούλια» τότε. Δεν τους άρεσε αυτή η αλλαγή, ήθελαν την εικόνα του καταπιεσμένου τροβαδούρου που τραγουδάει πάνω σε ένα σκαμνί, έτοιμος να φύγει η ψυχή του. Όταν είδαν, ξέρω 'γώ, ντραμς, ενισχυτές και τα λοιπά, «συμβιβάστηκε» είπαν και φύγανε. Άλλα, σιγά σιγά, ήρθαν οι άλλοι από τη Φωκίωνος Νέγρη, κάτι γιεγιέδες, που είχαν ενθουσιαστεί με την ταινία Woodstock. Οπότε, μετά ήρθαν και οι δικοί μας ξανά, για να μη μείνουν εκτός της φάσης. Πάντα έτσι κάνανε. Προβλήματα με το ακροατήριο είχα σε όλη μου την καριέρα. Δεν δεχόντουσαν στην αρχή αυτό που έκανα ή αυτό που έλεγα. Αποχωρούσαν, φεύγανε, μου πετάγανε κέρματα, σφυρίζανε. Αυτά είναι δυσάρεστα πράγματα, αλλά για μένα είναι παράσημα. Ο Ντύλαν έλεγε κάποτε « Τροβαδούρος που δεν τον προγκάρανε δεν αξίζει».

 

  • Το κοινό στοιχείο μου με τότε είναι η χαζομάρα και η αδράνεια που επιφέρει. Χαζεύω όταν θαυμάζω κάτι και προτιμώ να μείνω χαζός απέναντί του παρά να πιάσω να το καταγράψω, να το φτιάξω, να το διηγηθώ. Το θαυμάζειν μου προκαλεί μια ραθυμία. Σε τι διαφέρω τώρα; Δεν θυμώνω, όπως τότε.

 

  • Δεν έχω αποκηρύξει κανένα τραγούδι μου. Υπάρχουν τραγούδια γενικής συγκινήσεως, που άμα δεν τα πεις, δεν μπορεί να τελειώσει το πρόγραμμα. Θα φύγει ο ακροατής μισός στο τέλος. Πολλές φορές κάνω ένα πρόγραμμα που δεν έχει κανένα από τα γενικής συγκινήσεως και μόνο αφού τελειώσει το πρόγραμμα, ως μπιζάρισμα πια, χώνω τον «Καραγκιόζη», τη «Συννεφούλα». Όταν ακούω τραγούδι μου, είτε γράφτηκε πριν από πενήντα χρόνια είτε πριν από δέκα, νιώθω αμηχανία, γιατί έχω χάσει την έκπληξη. Οπότε, μένω στο ότι π.χ. το φλάουτο κάνει λάθος, ότι η ερμηνεία εδώ πέρα δεν είναι σωστή και γι' αυτό θέλω να το ξαναπαίζω. Γι' αυτό μου αρέσει το live. Ξανακοιτάω τα τραγούδια εκείνη την ώρα, μέσα στις πρόβες. Στο Gagarin θέλω να δω τι έχει απομείνει απ' τα νιάτα μου και από το ρoκ.

 

  • Μεγαλώνοντας, ένιωσα συχνά συστημικός. Εάν το σύστημα δεν αυτοκαθαρθεί, τότε θα έχουμε έκρηξη. Οι της ηλικίας μου, αλλά νομίζω και ο περισσότερος κόσμος, απευχόμαστε κάτι τέτοιο – γιατί σε αυτές τι περιπτώσεις επικρατεί το χειρότερο, το πιο κάφρικο. Αλλά, βέβαια, δεν θα την αποφύγουμε, αν συνεχίσουμε έτσι. Βλέπεις, οι πολιτικοί, αντί να ασχοληθούν με την ουσία, ασχολούνται με κάτι μικροπράγματα, κάτι μικροκομματικά, και ο κόσμος νιώθει την τραγωδία μέσα του, αλλά δεν θέλει να την ομολογήσει στον εαυτό του. Προτιμά να ψευτοξενοιάζει, έχοντας κάποιες ελπίδες, κάποιες προσδοκίες. Το δε πολιτικό σύστημα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να διαχειρίζεται αυτές τις προσδοκίες. Γιατί, κατά τα άλλα, ούτε συγχωνεύσεις έγιναν, ούτε ιδιωτικοποιήσεις, ούτε το Δημόσιο ελαφραίνει. Δεν θα φορτωθούμε τις ευθύνες των πολιτικών που μας έφεραν εδώ. Ούτε όμως μπορούμε να χρεώσουμε στους πολιτικούς τις δικές μας ευθύνες. Και εμείς έχουμε ευθύνες. Ζούσαμε πάνω από τις δυνάμεις μας. Οι τράπεζες έπαιρναν την κυρα-Άσπα και ανοήτως της έδιναν κάρτες. Ο άλλος ήθελε να διορίσει το παιδί, ο άλλος να πάρει επιδότηση. Δηλαδή και αυτός που σε λαδώνει έχει ευθύνη, αλλά και εσύ που λαδώνεσαι.

 

  • Συχνά με γοητεύει το «άλλο».  Έχω παίξει με την Καλομοίρα, τον Κουρκούλη, τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο. Από μικρός έκανα τέτοια. Όταν έβγαλα τα δημοτικά με τη Δόμνα Σαμίου, είχαν απορήσει όλοι. Γιατί τα δημοτικά τότε ήταν ταυτισμένα με τους Συνταγματάρχες που χόρευαν καλαματιανά με μαύρα γυαλιά στους στρατώνες, σαν μαφιόζοι. Μπορώ να πω ότι το κάναμε μόδα το παραδοσιακό. Μετά βγήκαν παιδιά με ταλέντο, φτιάχτηκαν Μουσικά Γυμνάσια κι εκεί μαθαίνουν παραδοσιακά όργανα.

 

  • Στενοχωριέμαι όταν αμφισβητούν την πρόθεσή μου. Ο δημιουργός ή ο περφόρμερ είναι λίγο σαν ψυχίατρος. Πρέπει να επιμείνει κι ας τρομάζει ο άλλος. Αυτή είναι η δουλειά του. Δεν μπορώ να κάνω τη δουλειά μου, αν δεν λέω αυτό που αισθάνομαι, ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι δημοφιλές. Θα 'θελα να μου το αναγνωρίσετε αυτό. Μου το ζήτησαν, αλλά δεν έγινα υπουργός, δεν έβγαλα λεφτά, δεν πήρα αξιώματα, ζω από τη δουλειά μου, δηλαδή ό,τι βγάζει το ταμείο .

 

  • Ωραία βόλτα, ξέρεις, ήταν κάποτε από την Κυψέλη, όπου έμενα, μέχρι την Πλάκα. Δεν μπορώ να την κάνω  τώρα, γιατί εκεί είναι σαν την Καλκούτα πια. Αν ήμουν νέος, θα 'πιανα κουβέντα με τους μετανάστες από περιέργεια, αλλά όταν μεγαλώνεις, αρχίζεις και φοβάσαι το άγνωστο. Μένω στη Φιλοθέη. Είναι σαν νοσοκομείο, αλλά είχαμε πάει εκεί για τα παιδιά. Τώρα μεγαλώσανε, φύγανε. Έχουμε εγγόνια κι έρχονται από εκεί, καλά είναι. Νομίζω ότι είμαι πιο πράος τώρα. Δεν παραξενεύω, καλύτερος είμαι. Ελπίζω, μεγαλώνοντας, να γίνω τελείως παιδί.