Η ΝΤΟΝΑ ΤΑΡΤ ΑΡΧΙΣΕ να γράφει τη «Μυστική ιστορία», το πρώτο από τα τρία μυθιστορήματά της, στα μέσα της δεκαετίας του '80, μια εποχή όπου βασιλιάς στους λογοτεχνικούς κύκλους των ΗΠΑ ήταν ένας φίλος της, ο Μπρετ Ίστον Έλις. Με τη δική του βοήθεια, σ' οποιονδήποτε εκδότη κι αν πρότεινε το χειρόγραφό της σίγουρα θα έβρισκε ανταπόκριση.

 

Όμως η Ταρτ δεν βιάστηκε. Έγραφε, έγραφε, κι όταν το 1991 ένιωσε απόλυτα ικανοποιημένη, πήρε τις 800 σελίδες της κι επισκέφτηκε την πιο ισχυρή ατζέντισσα της Νέας Υόρκης. Η τελευταία απευθύνθηκε σε δέκα εκδοτικούς οίκους και, τελικά, το βαρύ πακέτο της Ταρτ κατακυρώθηκε έναντι 450.000 δολαρίων στον Knopf. Έγιναν κάποιες περικοπές, κάποιες μικρές αλλαγές, το κείμενο ξαναδουλεύτηκε γι' αρκετούς μήνες ακόμη και η δημοσίευσή του, το καλοκαίρι του '92, αντιμετωπίστηκε ως το εκδοτικό γεγονός της χρονιάς. Αμέσως σχεδόν, η «Μυστική ιστορία» άρχισε να μεταφράζεται σε δεκάδες γλώσσες – στα ελληνικά, το 1995, από τη Σάντυ Παρίση για τον Λιβάνη.

 

Η διαδρομή του χειρογράφου από τα χέρια της Ταρτ σ' εκείνα της ατζέντισσας και από τον οίκο Knoph στα βιβλιοπωλεία του δυτικού κόσμου, από μόνη της δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σημασία έχει ότι μια νεαρή διανοούμενη Αμερικανίδα κατάφερε να επιβληθεί σ' ένα τεράστιο αναγνωστικό κοινό μ' ένα βιβλίο όπου οι ήρωες είναι εικοσάχρονοι φοιτητές αρχαίων ελληνικών, ρουφάνε σαν σφουγγάρια ό,τι τους διδάσκει ο εστέτ, μυστηριώδης καθηγητής τους, εκστασιάζονται ανακαλύπτοντας τις βακχιχές γιορτές και, μέσα στη δίψα τους να γίνουν ημίθεοι, αρχίζουν να διαπράττουν φόνους!

 

Από το σημείο αυτό αρχίζει η γεμάτη ενοχές «μυστική ιστορία» του βιβλίου. Μια ιστορία πλούσια αλλά και άνιση, με εκλάμψεις αλλά και αδεξιότητες, μια ιστορία δηλαδή όπως τη γράφει ένας πρωτοεμφανιζόμενος.

 

«Δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, αλλά η ιδέα της απώλειας του ελέγχου είναι εκείνη που γοητεύει τους χαλιναγωγημένους ανθρώπους σαν κι εμάς περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο»

 

Βρισκόμαστε στο Χάμπτεντ, στο Βερμόντ, ένα κολέγιο μεικτό, προοδευτικό, αυστηρά επιλεκτικό, εξειδικευμένο στις ανθρωπιστικές σπουδές. Ανάμεσα στους πεντακόσιους φοιτητές, μια ομάδα ξεχωρίζει: ο Τσάρλς και η Καμίλα, τα δίδυμα αδέλφια που «θυμίζουν φλαμανδικούς αγγέλους», ο εξωτικός Φράνσις, «κάτι ανάμεσα σε φοιτητή-πρίγκιπα και Τζακ Αντεροβγάλτη», ο απόμακρος Χένρι και ο μάλλον ανεπρόκοπος Μπάνι. Είναι η ομάδα που παρακολουθεί τα μαθήματα αρχαίων ελληνικών του Τζούλιαν Μόροου, ενός εκκεντρικού καθηγητή με αινιγματικό παρελθόν που δεν αμείβεται για τη δουλειά του κι επιμένει να διαλέγει ο ίδιος τους φοιτητές του. Τους διδάσκει Πλάτωνα και Αριστοτέλη, καθορίζει το υπόλοιπο πρόγραμμα των σπουδών τους και συζητά μαζί τους για το αληθινό νόημα της ζωής.

 

Σ' αυτή την ερμητικά κλειστή παρέα καταφέρνει να διεισδύσει κι ένας καινούριος, ο Ρίτσαρντ Παπέν. Από δω και πέρα η διδασκαλία του Τζούλιαν Μόροου, με τις καταστροφικές συνέπειες, έχει έναν ακόμη αποδέκτη.

 

«Δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, αλλά η ιδέα της απώλειας του ελέγχου είναι εκείνη που γοητεύει τους χαλιναγωγημένους ανθρώπους σαν κι εμάς περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο» υποστηρίζει ο καθηγητής. «Όλοι οι πραγματικά πολιτισμένοι άνθρωποι –και οι αρχαίοι δεν αποτελούν εξαίρεση– έχουν εκπολιτιστεί μέσα από την συνειδητή απώθηση του παλιού, κτηνώδους εαυτού. Και είναι πειρασμός για κάθε έξυπνο άνθρωπο και ιδιαίτερα για τους εραστές της τελειότητας σαν τους αρχαίους κι εμάς, να προσπαθούμε να δολοφονήσουμε τον πρωτόγονο, συγκινησιακό, λαίμαργο εαυτό μας. Αυτό, όμως, είναι λάθος! Είναι επικίνδυνο να αγνοούμε την ύπαρξη του παραλόγου. Τα αιματηρά, φρικτά πράγματα είναι μερικές φορές τα ομορφότερα. Η ομορφιά είναι τρόμος. Οτιδήποτε αποκαλούμε όμορφο μας προκαλεί ρίγη. Και τι θα μπορούσε να είναι πιο τρομακτικό και όμορφο, για ψυχές σαν τις ελληνικές και τις δικές μας, από το να χάσουμε κάθε έλεγχο; Από το να σπάσουμε για μια στιγμή τις αλυσίδες της ύπαρξης, από το να καταστρέψουμε τους θνητούς εαυτούς μας;»

 

Ο νεοφερμένος στην παρέα φοιτητής, ο φτωχός επαρχιώτης Ρίτσαρντ Παπέν, ενσωματώνεται γρήγορα στον «βυζαντινό» κύκλο του Τζούλιαν Μόροου. Πριν καλά-καλά, όμως, γευτεί ικανοποίηση από την ένταξή του στη μικρή αυτή ελίτ, κι ενώ έχει ήδη κερδίσει τη φιλία των μελών της, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το τρομερό μυστικό που του κρύβουν για μήνες, επιμελώς, οι συμφοιτητές του.

 

Ο Τσαρλς, η Καμίλα, ο Χένρι και ο Φράνσις, κατά τη διάρκεια μιας «διονυσιακής» βραδιάς, από τις πολλές που οργανώνουν, ποτισμένοι αλκοόλ και ναρκωτικά, υπερβαίνουν εαυτούς και σκοτώνουν έναν ανύποπτο περαστικό. Το έγκλημα που τους βαραίνει το κρατάνε βέβαια κρυφό. Γρήγορα ωστόσο συνειδητοποιούν ότι το μέλλον και η καριέρα τους εξαρτώνται από την εχεμύθεια του παραγκωνισμένου φίλου τους, του Μπάνι. Κι όταν νιώσουν ότι ο κίνδυνος είναι όντως μεγάλος, δεν διστάζουν να διαπράξουν ένα έγκλημα ακόμη, δολοφονώντας εκείνον που ένιωθαν ότι τους απειλεί.

 

Ο Ρίτσαρντ Παπέν συμπράττει στη δολοφονία του Μπάνι. Το βάρος της ενοχής του είναι εκείνο που τον οδηγεί, πολλά χρόνια αργότερα, στην καταγραφή όλων αυτών των γεγονότων σ' ένα βιβλίο. Μ' άλλα λόγια, η «Μυστική ιστορία» της Ταρτ είναι η ιστορία που αφηγείται ο Παπέν: το χρονικό της καταστροφής μιας ομάδας φερέλπιδων φοιτητών που ηδονίζονται στη σκέψη ότι ανήκουν σ' έναν αριστοκρατικό πνευματικό κύκλο και οι οποίοι, εν ονόματι του Διονύσου, αναζητούν την τελειότητα μέσα από την απελευθέρωση των ενστίκτων τους. Θα χρειαστεί να περάσουν από φωτιά και σίδηρο, ο καθένας προσωπικά, μέχρι ν' απομυθοποιήσουν τον καθηγητή τους και να καταλάβουν ότι η ομορφιά, ως αξία, από μόνη της δεν αρκεί.

 

Συνδυάζοντας τη φρεσκάδα με την ωριμότητα, η Ντόνα Ταρτ, με το παρθενικό της μυθιστόρημα, μίλησε για τη χαμένη αθωότητα της γενιάς της, την αμφιλεγόμενη ηθική της, τον εγωισμό της, τη δίψα της για το απόλυτο. Σ' ένα άλλο επίπεδο, το βιβλίο της ήρθε να ενισχύσει την άποψη ότι είναι επικίνδυνο να ερμηνεύουμε το παρόν αποκλειστικά με τον τρόπο σκέψης των αρχαίων. Αν μη τι άλλο, πάντως, η φιλόδοξη και ανάρπαστη «Μυστική ιστορία» της απέδειξε ότι, εκτός από το lifestyle, υπήρχαν κι άλλες δεξαμενές έμπνευσης για τους συνομηλίκους της Αμερικανούς συγγραφείς.