Η «ΑΓΡΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ» του Κωστή Παπαϊωάννου δεν προσθέτει απλώς άλλο ένα λιθαράκι στην πλούσια περί του ακροδεξιού φαινομένου και των παραφυάδων του βιβλιογραφία. Θέτει επίσης μια σειρά επιτακτικά ερωτήματα προς την Πολιτεία, την Εκκλησία αλλά και την κοινωνία, ερωτήματα που σχετίζονται τόσο με το παρόν και το μέλλον όσο και με ένα «ενοχλητικό» παρελθόν που παραμένει εν πολλοίς ταμπού: από τους εγχώριους συνεργούς του εκτοπισμού και της εξόντωσης του εβραϊκού στοιχείου στη διάρκεια της Κατοχής, τη μεταπολεμική «άφεση αμαρτιών» σε δωσίλογους και συνεργάτες των κατακτητών, τη συμμετοχή Ελλήνων παραστρατιωτικών στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα (1995) έως τις αγαστές σχέσεις που, όπως φαίνεται να επιβεβαιώνει η «εξαφάνιση» του καταδικασμένου αρχιχρυσαυγίτη Χρήστου Παππά, πάντοτε διατηρούσε και διατηρεί η ακροδεξιά με το κράτος, την αστυνομία, το δικαστικό σώμα και την Εκκλησία στην Ελλάδα – την Εκκλησία που «δεν διδάχτηκε τίποτε» από τη στάση της στο Ολοκαύτωμα, στη μετεμφυλιακή περίοδο και στη δικτατορία και που παραμένει σήμερα σταθερή συνομιλήτρια της Πολιτείας για θέματα εκπαίδευσης: «Τόσες συναντήσεις υπουργού Παιδείας με ιερωμένους είχαμε να δούμε από τα έτη του Βυζαντίου».

 

Στα πλαίσια αυτά εντάσσει τη συστηματική απαξίωση της Μεταπολίτευσης που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια από μερίδα των ΜΜΕ και του πολιτικού προσωπικού και η οποία δεν είναι άσχετη «με τη συνειδητή, αποφασισμένη υιοθέτηση της ακροδεξιάς ατζέντας από μεγάλο μέρος της συντηρητικής παράταξης και των “κεντροαριστερών” δορυφόρων της». Συμφωνεί ότι λάθη έκανε και η Αριστερά, επισημαίνει ωστόσο ότι «κάποιοι θυμούνται τον Καμμένο στην καμπούρα του Τσίπρα αλλά ξεχνούν ότι σήμερα έχουν τραμπικό Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εσωτερικών τον κουμπάρο του Λεπέν».

 

Αναφέρεται, επιπλέον, στη συνεχιζόμενη στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας, που φοβάται ότι «θα πληρωθεί ακριβά», καθώς «η δυσφορία στους εφήβους για την αστυνομία είναι οριζόντια και είναι έντονη».

 

Η ακροδεξιά κάνει ντρίπλα: εκμεταλλεύεται τη φτώχεια και τις ανισότητες αλλά το οικονομικό θέμα δεν το αγγίζει γιατί δεν διαφωνεί με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που γεννά ακραία φτώχεια. Η ακροδεξιά ξέρει: ο άνεργος και ο συνταξιούχος δεν βγαίνουν στον δρόμο για την κομμένη τους σύνταξη, την ανεργία, τις λίγες ΜΕΘ. Θυμώνουν για το μεταναστευτικό ή τα θρησκευτικά στο σχολείο.

 

Ο συγγραφέας είναι γνωστός για την αντιφασιστική του δράση και τους αγώνες του υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με πλούσιο ερευνητικό, συγγραφικό και εκπαιδευτικό έργο. Διετέλεσε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, πρωτοστάτησε στη σύσταση του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, συμμετείχε ως συντονιστής στο Παρατηρητήριο για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, διευθύνει επίσης την πρωτοβουλία «Σημείο για τη μελέτη και την Αντιμετώπιση της Ακροδεξιάς».   

 

Παρομοιάζοντας τον ακροδεξιό «σαν τον απατεώνα στις ταινίες γουέστερν, που στέκεται πάνω σε ένα καφάσι στη μέση του χωριού, λέει ψέματα και πουλάει “φάρμακα” για κάθε αρρώστια», εστιάζει στον μεταφασισμό, ο οποίος «δεν απειλεί να ανατρέψει άμεσα και βίαια τις βασικές αρχές μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας αλλά τις διαβρώνει μετατρέποντάς τη σε μια αυταρχική, ανελεύθερη δημοκρατία».

 

Ο φασισμός δεν είναι, γράφει, μια υπόθεση του παρελθόντος. Αντλεί ιδέες κι εργαλεία από τον δεξιό εξτρεμισμό του Μεσοπολέμου, αξιοποιεί ψηφιακά μέσα, διασπείρει fake news, δικτυώνεται, σπέρνει μίσος, πυροδοτεί συγκρούσεις, νομοθετεί τον νέο αυταρχισμό. Στοχεύει ειδικά στην καρδιά και το μυαλό των νέων, διδάσκοντάς τους να υποτάσσουν τους αδύναμους και να υποτάσσονται στους ισχυρούς, γι΄αυτό και γίνεται ολοένα πιο πιεστική η ανάγκη να μελετάμε το ακροδεξιό φαινόμενο.  

 

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ο φασισμός καθαυτός, είναι και οι «μήτρες» που τον τρέφουν και που «κανονικοποιούν» την ακροδεξιά: ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός, η συνωμοσιολογία, ο θρησκευτικός φανατισμός, ο συγκαλυμμένος ακροδεξιός, ρατσιστικός, μισαλλόδοξος λόγος που απευθύνεται σε ευρύτερα κοινά, βρίσκοντας απήχηση σε συνθήκες μεγάλων οικονομικών αλλά και υγειονομικών κρίσεων:

 

«Στην Ελλάδα ο εθνοκεντρισμός είναι επίσημη κρατική ιδεολογία. Τον αναπαράγουν εκπαίδευση, Εκκλησία, πνευματικοί άνθρωποι, ΜΜΕ. Η Χρυσή Αυγή έλεγε λίγο-πολύ αυτά που πιστεύει ο μέσος Έλληνας για την εθνική του ταυτότητα… Το εκπαιδευτικό μας αφήγημα υπερτονίζει την ομοιογένεια και την καθαρότητα: μια γλώσσα, μια θρησκεία, μια ταυτότητα. Η λατρεία του εθνικού ενός. Ενώ η βιωμένη πραγματικότητα των παιδιών σήμερα επιτάσσει ακριβώς το αντίθετο» λέει για να συμπληρώσει ότι στην τρέχουσα πανδημία και με πρόσχημα την «αντισυστημικότητα», «ο εθνικισμός των Μακεδονομάχων έγινε κινδυνολογία των μασκομάχων»! 

 

ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ
Κωστής Παπαϊωάννου, Άγρια Ιστορία για μεγάλα παιδιά, εκδόσεις Πόλις

— «Ο φασισμός δεν είναι υπόθεση του παρελθόντος. Μια νέα έκφανση του ακροδεξιού φαινομένου ξετυλίγεται γύρω μας. Την έχουν ονομάσει μεταφασισμό», διαβάζω στο οπισθόφυλλο. Πώς θα ορίζαμε τον μεταφασισμό και σε τι διαφέρει από τον «κλασικό» φασισμό; 

Είναι διαρκής υπόθεση ο φασισμός. Βασικό χαρακτηριστικό του η βαθιά εχθρότητα προς την καθολική ιδιότητα του πολίτη. Ήταν πάντα παρών: όσο λιγότεροι πολίτες, όσο λιγότερα δικαιώματα.

 

Ο Τραβέρσο μιλά για «μεταφασισμό», εν εξελίξει φαινόμενο με συνέχειες και ρήξεις. Στην Ευρώπη, δεν έχει πλέον στο στόχαστρο τα άλλα ευρωπαϊκά έθνη, αλλά τη μετανάστευση και το Ισλάμ. Ο μεταφασισμός σήμερα δεν απειλεί να ανατρέψει άμεσα και βίαια τις βασικές αρχές μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Τις διαβρώνει, τις μετατρέπει σε μια αυταρχική, ανελεύθερη δημοκρατία. Ένα πολίτευμα που συνεχίζει τυπικά να λέγεται δημοκρατία αλλά η εκλεγμένη κυβέρνηση υπονομεύει ή ακυρώνει τους θεσμούς. Το βλέπουμε από τη Ρωσία και την Τουρκία ως την Ουγγαρία. 

 

— Η ακροδεξιά με τη μία ή την άλλη μορφή έχει ομολογουμένως «ρεύμα» στην Ευρώπη και διεθνώς. Τι είναι εκείνο που την τρέφει και πόσο απειλητική μπορεί να γίνει ακόμα κι αν δεν γίνει εξουσία; 

Πάντα ασκούσε γοητεία ο φασισμός. Στον μεσοπόλεμο θάμπωνε με τον ριζοσπαστισμό και την αντιφιλελεύθερη τόλμη του, το νεανικό σφρίγος. Έλαμπαν οι φασιστικές λόγχες, το χτες έσβηνε. Μην υποτιμάμε τη γοητεία τέτοιων ιδεών, συγκίνησαν φτωχούς απεγνωσμένους, πλούσιους αστούς, πνευματικούς ανθρώπους. Μαγεύει η προοπτική νίκης σε εποχές ήττας.

 

Είναι ντροπή που χώρεσαν σε κόμμα της Αριστεράς απερίγραπτες περιπτώσεις σαν τη Ραχήλ Μακρή. Θυμηθείτε και τη συνύπαρξη βουλευτών με τον Κασιδιάρη στα ακριτικά νησιά. Εκτρωματικές θεσμικά καταστάσεις, αποτέλεσμα του βραχυκυκλώματος που επέφερε η κοινοβουλευτική προβιά της εγκληματικής οργάνωσης. 

 

Σήμερα πάλι κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής τάξης, γενικευμένη αμφισβήτηση. Δουλειές χάνονται, ασθενικό κράτος πρόνοιας, ελαστική και μαύρη εργασία. Ανασφάλεια και θυμός. Καύσιμη ύλη για ακροδεξιούς τσαρλατάνους. Ο ακροδεξιός είναι σαν τον απατεώνα στις ταινίες γουέστερν: στέκεται πάνω σε ένα καφάσι στη μέση του χωριού, λέει ψέματα και πουλάει «φάρμακα» για κάθε αρρώστια. Όποια ασθένεια και αν αναφέρει κάποιος, ο απατεώνας θα φωνάξει θριαμβευτικά «Σας το έλεγα, βλέπετε; Να το φάρμακο!».

 

Τα ΜΜΕ, το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δηλητηριάζονται από φυλετικό μίσος, ξενοφοβία, αντισημιτισμό, σεξισμό και ομοφοβία. Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να πάρει την εξουσία για να βλάψει τη δημοκρατία. Τη στριμώχνει στον τοίχο. Τη γελοιοποιεί. Θυμηθείτε τι έλεγε ο σημερινός πρωθυπουργός υπό την πίεση της ακροδεξιάς για το Μακεδονικό. Θυμηθείτε τι έλεγε για τους εξωγήινους «που βάζουν παιδιά να αλλάζουν ταυτότητα φύλου».

 

 Μόνο η οικονομική κρίση εξηγεί την άνοδο της ακροδεξιάς; 

Η οικονομία είναι η βάση, η φτώχεια και η ανισότητα. Η ακροδεξιά γνωρίζει πως κυρίαρχη ταυτότητα είναι η εθνική/πολιτισμική, αυτή χωρίζει «εμάς» και τους «άλλους». Γι’ αυτό λέει «πρώτα οι Έλληνες, οι Γάλλοι ή οι Γερμανοί» και κατηγορεί την αριστερά «εσείς νοιάζεστε μόνο για τους πρόσφυγες». Πώς απαντά στον φόβο του κόσμου για τις ανισότητες, τις περικοπές στην υγεία και την πρόνοια; Με τον φόβο του «άλλου», την απειλή πολιτισμικής αλλοίωσης.

 

Η ακροδεξιά κάνει ντρίπλα: εκμεταλλεύεται τη φτώχεια και τις ανισότητες αλλά το οικονομικό θέμα δεν το αγγίζει γιατί δεν διαφωνεί με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που γεννά ακραία φτώχεια. Η ακροδεξιά ξέρει: ο άνεργος και ο συνταξιούχος δεν βγαίνουν στον δρόμο για την κομμένη τους σύνταξη, την ανεργία, τις λίγες ΜΕΘ. Θυμώνουν για το μεταναστευτικό ή τα θρησκευτικά στο σχολείο.

 

— Ποια είναι η εικόνα σήμερα στην Ελλάδα; Υπάρχει μια εντύπωση ότι μετά την καταδίκη και τη φυλάκιση των πρωτοκλασάτων μελών της Χρυσής Αυγής και την εκλογική της συντριβή, το τοπίο καθάρισε, τουλάχιστον όσο αφορά το εξτρεμιστικό κομμάτι. Είναι έτσι και αν ναι, αρκεί αυτό για να μας καθησυχάσει;

Η σημασία της καταδίκης είναι τεράστια. Επιτέλους λειτούργησε η δικαιοσύνη, αντέδρασε το κράτος. Επιτέλους η δημοκρατία αμύνθηκε. Αλλά προηγουμένως απέκτησε δύναμη η Χρυσή Αυγή, χωρίς να κρύβει ότι είναι μια βίαιη συμμορία. Και άλλοι λαοί βίωσαν κρίση, δεν έστειλαν νεοναζί μαχαιροβγάλτες στη Βουλή.

 

Καλώς πήγαν λοιπόν φυλακή αλλά μην εφησυχάζουμε, ο εθνικισμός παραμένει, ο αντικοινοβουλευτισμός επίσης. Οι θεσμοί έκαναν στραβά μάτια στα εγκλήματά της. Ακούστε σήμερα με πόση απαξίωση μιλάνε μεγάλα ΜΜΕ και πολιτικό προσωπικό για τη Μεταπολίτευση. Εκεί αποδίδουν όλα τα δεινά. Από τη μια, άθικτη και συμπαγής ακροδεξιά σε δομές του βαθέως κράτους, αστυνομία, Εκκλησία και αλλού. Και μέρος του δικαστικού σώματος εμφορείται από τέτοιες ιδέες. Από την άλλη απαξιώνεται συστηματικά η Μεταπολίτευση, η πιο μακρά δημοκρατική περίοδος στην ιστορία της χώρας. Δεν είναι καθησυχαστικός ο συνδυασμός. 

 

— Έχουν άραγε λάβει μετά τη ΧΑ το μήνυμα θεσμοί, ΜΜΕ και κόμματα του δημοκρατικού τόξου ώστε μια «αναβίωση» αυτού του φαινομένου να μη γίνει εξαρχής ανεκτή στον δημόσιο χώρο και λόγο; 

Σαφώς όχι. Και ξέρεις κάτι; Δεν φοβάμαι τόσο τον Βελόπουλο ή άλλο μόρφωμα παραδοσιακής ακροδεξιάς. Φοβάμαι την κανονικοποίηση της ακροδεξιάς, το mainstreaming. Μεγάλα κόμματα διολισθαίνουν ακροδεξιά, ο δημόσιος λόγος επίσης. Και από την άλλη, ο σκληρός εξτρεμισμός, τα μέλη των ταγμάτων εφόδου, οι «πατριώτες ακτιβιστές» στα νησιά και στη Θράκη, οι μιλίτσιες, δεν έχουν καθόλου ζοριστεί. Σιγοσφυρίζει αδιάφορα πάλι η δικαιοσύνη.

 

Οι διωκτικές αρχές εξακολουθούν να βλέπουν τρομοκρατία μόνο στο αριστερό άκρο. Ακόμα και σήμερα, μετά τη δίκη, αυτός ο χώρος, το εξτρεμιστικό εθνικιστικό και νεοφασιστικό περιθώριο, είναι ακέφαλος αλλά όχι απενεργοποιημένος. Και στα συλλαλητήρια του Μακεδονικού τον είδαμε, και σε βεβηλώσεις εβραϊκών μνημείων, και στις ρατσιστικές επιθέσεις που συνεχίζονται. 

 

— Καθώς αναφέρεις και στο βιβλίο, η ακροδεξιά στη χώρα μας είχε πάντοτε λίγο-πολύ ερείσματα στον κρατικό μηχανισμό. Εξακολουθεί να ισχύει αυτό και πόσο σχετίζεται με τον υπέρμετρο αστυνομικό αυταρχισμό αλλά και την «εξαφάνιση» του καταδικασμένου αρχιχρυσαυγίτη Χρήστου Παππά;

Η φυγή Παππά είναι όνειδος για την ελληνική δημοκρατία. Σε άλλη χώρα o αρμόδιος υπουργός θα είχε πάει σπίτι του. Ποια είναι η μεγάλη εικόνα; Μεγάλο μέρος των σωμάτων ασφαλείας βλέπει την ακροδεξιά με συμπάθεια, σαν φυσικό σύμμαχο. Αποτυπώνεται αυτό στον λόγο κάποιων συνδικαλιστών αστυνομικών. Αποτυπώνεται στην εκλογική συμπεριφορά των ειδικών μονάδων όταν ψήφιζαν στα ειδικά εκλογικά τμήματα κατά 50-60% Χρυσή Αυγή.

 

Έχει μακρά ιστορία η σχέση της αστυνομίας με την ακροδεξιά. Μετά τη δικτατορία υπήρξαν περίοδοι με κάποια λογοδοσία, υπήρξαν και περίοδοι μεγαλύτερης αυθαιρεσίας. Δεν έλειψαν όμως ποτέ οι στενές σχέσεις αστυνομικών με συμμορίες νεοναζί. Έχει αποδειχθεί στον δρόμο η αλληλοϋποστήριξη. Τεκμηριώνεται εμπλοκή αστυνομικών σε πράξεις ρατσιστικής βίας. Υπήρχε ενεργός συμμετοχή αστυνομικών στη Χρυσή Αυγή. Επιβεβαιώθηκαν καταγγελίες ότι αστυνομικοί αξιοποιούσαν τη θέση τους για να ενισχύσουν τη δράση της Χρυσής Αυγής και να αποτρέψουν τη διαλεύκανση εγκλημάτων. 

 

Κωστής Παπαϊωάννου
Η δυσφορία σήμερα στους εφήβους για την αστυνομία είναι οριζόντια, είναι έντονη. Μυρίζει μπαρούτι. Η στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας θα πληρωθεί ακριβά. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Και σήμερα; Τι γίνεται με την αστυνομία;

Έχετε ακούσει τη φράση «να λυθούν τα χέρια της αστυνομίας, να αφεθεί να κάνει τη δουλειά της». Το αποτέλεσμα το βλέπουμε: Τζακ ποτ. Αύξηση αυθαιρεσίας, καμία αίσθηση λογοδοσίας και ταυτόχρονα ελλιπής αστυνόμευση. Είτε αστυνομία που δέρνει, είτε καθόλου. Προσλαμβάνονται ειδικοί φρουροί εκτός πάγιας διαδικασίας, χωρίς επαρκή εκπαίδευση και τους στέλνουν στις πλατείες να συνετίσουν τους πιτσιρικάδες. Ράμπο σε νηπιαγωγείο.

 

Η δυσφορία σήμερα στους εφήβους για την αστυνομία είναι οριζόντια, είναι έντονη. Μυρίζει μπαρούτι. Η στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας θα πληρωθεί ακριβά. Δρουν σαν ομάδες οπαδών που συγκρούονται με αντιπάλους. Και από πάνω, όποιος δυσφορεί με την αστυνομική αυθαιρεσία κατηγορείται ότι δεν θέλει ασφάλεια. 

 

— Πέρα από τις κατασταλτικές της επιδόσεις, η κυβέρνηση της ΝΔ ελέγχεται ότι πρωτοκλασάτοι υπουργοί της έχουν πλούσιο ακροδεξιό παρελθόν. Ωστόσο και ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ συγκυβέρνησε με ένα εθνολαϊκιστικό κόμμα στις παρυφές της ακροδεξιάς. Σημαίνει άραγε κάτι αυτό για την ελληνική πολιτική σκηνή, για την ελληνική κοινωνία επίσης;

Αφότου μπήκε το κόμμα του Καρατζαφέρη στην κυβέρνηση Παπαδήμου έσπασε το ταμπού που ήθελε την ακροδεξιά εκτός διακυβέρνησης. Ιδίως η υπουργοποίηση Βορίδη είχε βαρύ συμβολισμό. Δεν μιλάμε για light ακροδεξιά: δήλωνε εθνικοσοσιαλιστής, φωτογραφιζόταν με ναζιστικά σύμβολα, δεν έκανε ποτέ μια αναστοχαστική δήλωση, καμία μεταμέλεια. Η συνεργασία της Αριστεράς με τους εθνολαϊκιστές του Καμμένου ήταν μια μελανή κηλίδα. Και μετά το 2019 δεν έχουμε πλέον την ακροδεξιά κυβερνητικό εταίρο αλλά στυλοβάτη εντός κυβερνώντος κόμματος. Δεν συγκυβερνά, είναι μόνιμη κομματική συνιστώσα του κυβερνώντος κόμματος. Πρόκειται για γερό πολιτικό κάταγμα.

 

— Πέρα από τη συστημική ανοχή, ενίοτε και «αβάντα», έκανε και η Αριστερά λάθη που λειτούργησαν υπέρ της ΧΑ και γενικότερα της ακροδεξιάς; 

Φυσικά έκανε. Είναι ντροπή που χώρεσαν σε κόμμα της Αριστεράς απερίγραπτες περιπτώσεις σαν τη Ραχήλ Μακρή. Θυμηθείτε και τη συνύπαρξη βουλευτών με τον Κασιδιάρη στα ακριτικά νησιά. Εκτρωματικές θεσμικά καταστάσεις, αποτέλεσμα του βραχυκυκλώματος που επέφερε η κοινοβουλευτική προβιά της εγκληματικής οργάνωσης. 

 

Ναι, η Αριστερά έχει τις ευθύνες της. Διακρίνω, όμως, μια επιλεκτική προσήλωση στην επισήμανση λαθών της Αριστεράς τα οποία ωχριούν μπροστά στη συνειδητή, αποφασισμένη υιοθέτηση ακροδεξιάς ατζέντας από μεγάλο μέρος της συντηρητικής παράταξης και των «κεντροαριστερών» δορυφόρων της. Κάποιοι θυμούνται τον Καμμένο στην καμπούρα του Τσίπρα αλλά ξεχνούν ότι σήμερα έχουν τραμπικό Αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και υπουργό Εσωτερικών τον κουμπάρο του Λεπέν. 

 

Στην Ελλάδα ο εθνοκεντρισμός είναι επίσημη κρατική ιδεολογία. Τον αναπαράγουν εκπαίδευση, Εκκλησία, πνευματικοί άνθρωποι, ΜΜΕ. Η Χρυσή Αυγή έλεγε λίγο-πολύ αυτά που πιστεύει ο μέσος Έλληνας για την εθνική του ταυτότητα.

 

— Δεν έχετε άδικο. Είναι και η κυρίαρχη στην Ελλάδα κουλτούρα του ξεχωριστού, του ένδοξου, του «περιούσιου» λαού, εκκολαπτήριο τέτοιων αντιλήψεων και πρακτικών; 

Φυσικά. Στην Ελλάδα ο εθνοκεντρισμός είναι επίσημη κρατική ιδεολογία. Τον αναπαράγουν εκπαίδευση, Εκκλησία, πνευματικοί άνθρωποι, ΜΜΕ. Η Χρυσή Αυγή έλεγε λίγο-πολύ αυτά που πιστεύει ο μέσος Έλληνας για την εθνική του ταυτότητα. Σκεφτείτε το κοινότοπο και κούφιο «Οι Έλληνες από αρχαιοτάτων χρόνων…».

 

Το έθνος των Ελλήνων διατρέχει πορεία αδιάσπαστη, υπερίπταται της Ιστορίας. Έθνος ξεχωριστό, αναλλοίωτο, από τη μήτρα του αρχαίου πολιτισμού, σχεδόν προϊόν παρθενογένεσης. Τίποτα πριν από αυτό, τίποτα σαν αυτό. Ακόμα και τη βίαιη σύγκρουση του αρχαίου κόσμου με τον Χριστιανισμό τη βαφτίσαμε «Ελληνοχριστιανικό Πολιτισμό» και ησυχάσαμε. Υιοθετήσαμε δηλαδή μια ανιστόρητη αφήγηση ως κεντρικό στοιχείο της εθνικής μας αυτοεικόνας. Αυτή η αφήγηση είναι ο πυρήνας του εθνικισμού μας.

 

Δείτε πώς αντιμετωπίζεται με καχυποψία όποιος μιλήσει για το πώς φτιάχτηκαν τα έθνη-κράτη, πώς επεκτάθηκε το ελληνικό κράτος, πώς –όπως και άλλα γειτονικά κράτη– επέβαλε στο έδαφός του την εθνική ομοιογένεια. Δείτε πώς αντιμετωπίζεται όποιος πει ότι ασκήθηκε βία κατά μειονοτήτων για να επιβληθεί αυτή η ομοιογένεια. Πώς αντιμετωπίζεται σαν μειοδότης όποιος πει ότι στις σχέσεις μας με τις γειτονικές χώρες μπορεί να μην έχουμε δίκιο σε όλα, να χρειάζονται διαπραγματεύσεις ή αμοιβαίες υποχωρήσεις. 

 

— Τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό, φανατικοί θρησκευόμενοι, ακροδεξιοί και εθνικιστές πρωτοστατούν στο κίνημα των αρνητών της πανδημίας και μάλιστα στο όνομα των ατομικών ελευθεριών. Δίνουν λοιπόν και οι υγειονομικές κρίσεις πρόσφορο έδαφος σε τέτοια ιδεολογήματα; 

Ναι, η επιτήρηση, οι περιορισμοί κυκλοφορίας, η μάσκα, όλα αυτά φουντώνουν τις θεωρίες συνομωσίας. Είναι η πρώτη κρίση με αστραπιαία πλανητική μετάδοση fake news. Είμαστε διαρκώς online, ζούμε σε κλειστά δωμάτια, αντιλαλούν ακραίες θεωρίες. Οι λογικές φωνές δεν ακούγονται. Φουντώνει ο ανορθολογισμός και μάλιστα στο όνομα της ελευθερίας.

 

Ο εθνικισμός των Μακεδονομάχων έγινε κινδυνολογία των μασκομάχων. Ανακαλύπτουμε πως οι ίδιοι άνθρωποι που φορούσαν περικεφαλαίες σήμερα φωνάζουν κατά του εμβολίου. Ο λόγος φέρει αντισυστημικό στίγμα, επικαλείται την ελεύθερη κριτική σκέψη, αμφισβητεί την αλήθεια που επιβάλλεται κεντρικά. Εκμεταλλεύονται υπαρκτά κενά και προβλήματα, αντιφατικά αλληλοαναιρούμενα μέτρα. Τροφοδότης είναι και η ασυνέπεια αξιωματούχων που δεν τηρούν οι ίδιοι τα μέτρα αποστασιοποίησης. Τροφοδότης του θυμού και τα μεγάλα ΜΜΕ που παρουσιάζουν το μαύρο, άσπρο. Σπάμε τα ρεκόρ θανάτων το ένα μετά το άλλο και στα κανάλια πέρα βρέχει. 

 

— Το βιβλίο θίγει και μια σειρά ενοχλητικά για τη δημόσια μνήμη θέματα, ανάμεσά τους τη συνενοχή  αρχών και απλών πολιτών στην εξολόθρευση του εβραϊκού στοιχείου της πόλης στην Κατοχή καθώς επίσης τη συμμετοχή Ελλήνων παραστρατιωτικών στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Μήπως είναι καιρός να αναμετρηθούμε με αυτά στο φως της μέρας ως Πολιτεία και κοινωνία;

Είναι καιρός αλλά δύσκολα θα το κάνουμε. Πάρε το θέμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Πέρασαν δεκαετίες ντροπιαστικής αποσιώπησης. Δεκαετίες που μας βαρύνουν. Πολλοί ένιωθαν το βάρος, μιλούσαν, έγραφαν γι’ αυτό. Η Θεσσαλονίκη, από αιώνων εβραιούπολη, λεγόταν «μάνα του Ισραήλ». Η εβραϊκή ταυτότητα της πόλης χάθηκε στο Άουσβιτς. Η καταστροφή, η καταλήστευση των περιουσιών από επιφανή πρόσωπα, η καταπάτηση του νεκροταφείου και η χρήση των μαρμάρων, όλα αυτά σημαδεύουν την πόλη. Αλλά επίσημα, μόλις το 2014, ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης έσπασε τη σιωπή. Ζήτησε μια θαρραλέα συγγνώμη εκ μέρους της πόλης για τη συμμετοχή χριστιανών και κράτους στον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας. Το κείμενό του πρέπει να γίνει κομμάτι της συλλογικής μας μνήμης.

 

Πάντα η ακροδεξιά της Θεσσαλονίκης, πολιτικό προσωπικό, αυτοδιοίκηση, Εκκλησία, επέβαλλαν σιωπή. Και σήμερα δεν θέλουν να τα συζητάνε. Είναι σημαντικό ότι γίνονται συμβολικές κινήσεις αποκατάστασης της μνήμης και της αδικίας. 

 

Μιλώντας για τη Σρεμπρένιτσα, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα. Πολλοί πρωτοστάτησαν στη συμμαχία με τους εγκληματίες πολέμου Κάραζιτς, Μλάντιτς και λοιπούς. Οργάνωναν εκδηλώσεις λαϊκής λατρείας για σφαγείς. Το κλίμα εκείνο επέτρεψε σε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, χρυσαυγίτες και άλλους, να κάνουν εκδρομή θανάτου στη Σρεμπρένιτσα, να μετάσχουν σε σαφάρι με θηράματα αμάχους. Εύχομαι να τους κυνηγήσουμε κι εμείς κάποτε, συντεταγμένα, με όπλο το δίκαιο και τον νόμο. 

 

— Δίνεις μεγάλη σημασία όχι μόνο στη μνήμη αλλά και στην εκπαίδευση, έχεις συγγράψει σχολικά βιβλία και εγχειρίδια για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τι θα όφειλε να αλλάξει στην παιδεία ώστε να γίνει πιο εξωστρεφής, πιο συμπεριληπτική, πιο δημοκρατική; 

Σήμερα πάμε όπισθεν ολοταχώς. Καταργήθηκαν μαθήματα που άνοιγαν ορίζοντες και έδιναν ανάσες σε ένα κλειστό και λαχανιασμένο σχολείο. Το υπουργείο κρίνει περιττά τα συνεργατικά πρότζεκτ στο λύκειο, τα καλλιτεχνικά, τις κοινωνικές επιστήμες (η κοινωνιολογία κάνει τα παιδιά αριστερά, όπως λέει ο κ. Γεωργιάδης).

 

Ξέρετε, είναι περίπου οι ίδιοι άνθρωποι που φώναζαν το ’18 για τις θεματικές εβδομάδες ότι «θα κάνουν τα παιδιά μας τρανς». Στον κύκλο της υπουργού Παιδείας προξενούν αλλεργία μαθήματα όπως ο Σύγχρονος Κόσμος. Μιλάνε για μετανάστευση, ταυτότητες, ρατσισμό, δικαιώματα, φτώχεια και ανεργία, κοινωνικά κινήματα, αποκλεισμό, παραβατικότητα. Ενώ τα πολλά Λατινικά τι κακό να κάνουν; Και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, σταθερή συνομιλήτρια της Πολιτείας για θέματα εκπαίδευσης. Τόσες συναντήσεις υπουργού Παιδείας με ιερωμένους είχαμε να δούμε από τα έτη του Βυζαντίου.

 

Ξέρεις, ο εθνικισμός είναι καταφύγιο του ημιμαθούς. Στις σχολικές γιορτές πρέπει να κεντρίζουμε τα παιδιά να σκεφτούν, να μην προσφέρουμε τσάμπα εθνικό μεγαλείο σε κιτς αναπαραστάσεις. Άλλο η ενίσχυση του εθνικού αισθήματος, άλλο ο εθνικισμός και ο εθνοκεντρισμός. Το εκπαιδευτικό μας αφήγημα υπερτονίζει την ομοιογένεια και την καθαρότητα: μια γλώσσα, μια θρησκεία, μια ταυτότητα. Η λατρεία του εθνικού ενός. Ενώ η βιωμένη πραγματικότητα των παιδιών σήμερα επιτάσσει ακριβώς το αντίθετο. 

 

— Πόσο σημαντική για την κατανόηση του ακροδεξιού φαινομένου στην Ελλάδα είναι η απλόχερη στήριξη που πρόσφερε και προσφέρει περισσότερο ή λιγότερο φανερά η Εκκλησία σε ξενοφοβικές, ομοφοβικές, μισογύνικες και ρατσιστικές ιδέες σε συνδυασμό με την ισχύ και τον θεσμικό εναγκαλισμό της με το κράτος; 

Μεγάλο μέρος ιεραρχίας και κλήρου ακόμα εκδηλώνει ωμό, συνωμοσιολογικό αντισημιτισμό. Βλέπει κανείς με λύπη ότι, όποτε καταδικάζουν εκκλησιαστικοί παράγοντες τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, την ισλαμοφοβία, το κάνουν «με μισή καρδιά», σαν παραχώρηση.

 

Οι Δυτικές εκκλησίες μετά το Ολοκαύτωμα αποδοκίμασαν τον αντισημιτισμό. Εδώ, μοιάζει να μη διδάχτηκε τίποτα η Εκκλησία από την τότε στάση της. Με τον ίδιο τρόπο, δεν διδάχτηκε τίποτε από τη στάση της στη δικτατορία και στα μετεμφυλιακά χρόνια. Επικαλούνταν επιλεκτικά την πολιτική ουδετερότητα, αλλά ήταν σταθερά υπέρ της «καθεστηκυίας τάξεως». Κατέληξε έτσι ένας ιδεολογικός βραχίονας σωφρονισμού και πειθάρχησης. Ο κρατικός αντικομμουνισμός έβρισκε στην εκκλησία τον πιο πιστό του στρατιώτη. 

 

Δυστυχώς, και σήμερα, ο λόγος εκπροσώπων της είναι συχνά λόγος εθνικιστικός, μισαλλόδοξος, αντινεωτερικός. Θυμηθείτε στο Σύμφωνο Συμβίωσης, τι ομοφοβικός λόγος ακούστηκε από άμβωνος, πόσο μίσος αντί αγάπης! Και σε εποχές εθνικιστικής παρόξυνσης, όπως στο Μακεδονικό, τι εκκλησιαστικός λόγος φανατικός, εθνικιστικός!

 

Το ίδιο συνέβαινε όποτε η Εκκλησία ερχόταν σε αντιπαράθεση με την Πολιτεία. Το 2000 ο τότε Αρχιεπίσκοπος σήκωνε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας στη λαοσύναξη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Ήταν μια κομβική στιγμή: ένας φιλόδοξος, μισαλλόδοξος, ακροδεξιός Αρχιεπίσκοπος εργαλειοποίησε κι εκμεταλλεύτηκε το αίσθημα ηθικού πανικού που ο ίδιος παρόξυνε. Οι περισσότεροι μητροπολίτες δυστυχώς συναίνεσαν ή σιώπησαν. 

 

— Λίγα λόγια για τη νεοσύστατη πρωτοβουλία «Σημείο για τη μελέτη και αντιμετώπιση της ακροδεξιάς»;

Πρόκειται για μια ανεξάρτητη πρωτοβουλία πολιτών που ανησυχούν από την άνοδο του ακροδεξιού φαινομένου. Αντιτίθεται σε κάθε ρητορική μίσους και μισαλλοδοξίας που αμφισβητεί τις βασικές αρχές της ισότητας, του σεβασμού της προσωπικότητας, της διαφορετικότητας, της ελευθερίας του ατόμου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Αντιτίθεται στη διάχυση του ρατσισμού, του εθνικισμού, του σεξισμού, της ομοφοβίας, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας και άλλων ιδεών που υποτιμούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δρα για την αντιμετώπιση του δεξιού εξτρεμισμού με έρευνες, εκδόσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα και δράσεις ευαισθητοποίησης και πληροφόρησης.