Το 1954 ο Ουίλιαμ Μπάροουζ εγκαταστάθηκε στην Ταγγέρη, της οποίας τα σκιερά δρομάκια, τα αδιέξοδα σοκάκια και ο κοινωνικός εκπεσμός αποτέλεσαν καταφύγιο για τον ίδιο. Τούτη η πόλη υπήρξε καταλυτική στη συγγραφική εξέλιξη του Μπάροουζ, αποτελώντας το σκηνικό μιας από τις δραστικότερες υφολογικές μεταμορφώσεις στην ιστορία της λογοτεχνίας.

 

Η ζωή του Μπάροουζ εκείνης της περιόδου σκιαγραφείται σε αυτή τη συλλογή από σύντομα έργα, αυτοβιογραφικές βινιέτες, επιστολές και καταχωρίσεις σε ημερολόγια. Όλα τους αναδεικνύουν το χαρακτηριστικό καυστικό χιούμορ του και ταυτόχρονα ανιστορούν τον εθισμό του στα ναρκωτικά και στο σεξ, που αποτελούν βασικά μεταφορικά σχήματα στο έργο του.

 

Και οπωσδήποτε, το κείμενο που σηματοδοτεί το πραγματικό σημείο καμπής για τον Μπάροουζ ως συγγραφέα είναι ο συναρπαστικός «Λόγος» –ένας μακροσκελής, σεξουαλικά σφοδρός και εσκεμμένα προσβλητικός αφορισμός–, ένα κράμα εξομολογήσεων, λογυδρίων και φαντασίας. Πρόκειται για ορόσημο στη διαδρομή του προσωπικού του ύφους, ενός ύφους το οποίο ωρίμασε πλήρως στο «Γυμνό γεύμα».

 

Η «Διαζώνη» (Interzone), που μεταφράζεται και κυκλοφορεί πρώτη φορά στα ελληνικά, αποτελεί μια ουσιώδη προσθήκη στον κατάλογο με τα σημαντικότερα έργα του. Ακολουθεί ένα απόσπασμα:

 

♦ ♦ ♦ ♦ ♦



ΦΑΝΤΑΣΤΕΙΤΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΙΑ ΕΚΡΗΞΗ ΣΕ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ

Ένας άντρας με πάρεση, Πέρκινς στ’ όνομα, στραβοκαθόταν στο χαλασμένο αναπηρικό καροτσάκι του. Ίσιωσε το κρεμασμένο του στόμα.

«Άχρηθτο παλιοκουμάθι!» φώναξε.


 

Η Μπάρμπαρα Κάνον, επιβάτισσα της δεύτερης θέσης, ήταν ξαπλωμένη γυμνή στη γαμήλια σουίτα της πρώτης θέσης δίπλα στον Στιούαρτ Λίντι Άνταμς. Ο Λίντι σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε μέχρι το φινιστρίνι και κοίταξε έξω.

«Ντύσου, καλή μου», της είπε. «Κάποιο ατύχημα έγινε».

Μια επιβάτισσα της πρώτης θέσης ονόματι κυρία Νόρις τινάχτηκε από τον πάταγο της έκρηξης κι έπεσε από το κρεβάτι. Άρχισε να τσιρίζει σωριασμένη στο πάτωμα μέχρι που ήρθε η υπηρέτριά της και τη βοήθησε να σηκωθεί.

«Φέρε μου την περούκα μου και το κιμονό», διέταξε την υπηρέτρια. «Πάω να μιλήσω στον καπετάνιο».


 

O δρ Μπένγουεϊ, ο γιατρός του πλοίου, πιωμένος, με μια απότομη κίνηση του νυστεριού προέκτεινε μια τομή δέκα εκατοστών κάνοντάς τη δεκαπέντε.

«Υπήρχε ήδη μια μικρή ουλή, γιατρέ», είπε η νοσοκόμα, η οποία λοξοκοιτούσε πίσω από τον ώμο του.

«Μπορεί να την έχει βγάλει τη σκωληκοειδίτιδα».

«Να την έχει βγάλει;» φώναξε ο γιατρός. «Κι εγώ τι νομίζεις ότι βγάζω τόση ώρα; Τη σκωληκοειδίτιδα βγάζω!»

«Μπορεί να ’ναι απ’ τα αριστερά», είπε η νοσοκόμα.

«Συμβαίνει καμιά φορά».

«Μπορείς να κάνεις ησυχία;» διαμαρτυρήθηκε ο γιατρός. «Θα το κοιτάξω κι αυτό!» Τράβηξε απότομα τους αγκώνες του προς τα πίσω από την αγανάκτηση. «Δεν μπορώ να σ’ έχω πάνω απ’ το κεφάλι μου!» φώναξε και τίναξε τη γροθιά του, κόκκινη από το αίμα, προς τη νοσοκόμα. «Άντε, δώσε ένα άλλο νυστέρι. Τούτο δω δεν κόβει καθόλου».

Ο Μπένγουεϊ σήκωσε τα κοιλιακά τοιχώματα και άρχισε να ψηλαφεί κατά μήκος της τομής. «Δεν ξέρω εγώ πού είναι η σκωληκοειδίτιδα; Εγώ σπούδασα σκωληκοειδεκτομή στο Χάρβαρντ το 1904».

Το δάπεδο έγειρε από τη δύναμη της έκρηξης. Ο γιατρός παραπάτησε, έφυγε προς τα πίσω και χτύπησε στον τοίχο.

«Ράψ’ την!» είπε καθώς έβγαζε τα γάντια του. «Πώς περιμένουν να δουλέψω υπό τέτοιες συνθήκες;»


 

diazoni
Διαζώνη, του Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ,
μτφρ: Γιώργος Μπέτσος, εκδόσεις Τόπος

Στο μπαρ του πλοίου ο Κρίστοφερ Χιτς, πλούσιος φιλελεύθερος, ο Συνταγματάρχης Μέρικ, απόστρατος, ο Μπίλι Χάινς, καταγωγής Νιούπορτ, και ο Τζο Μπέιν, συγγραφέας, κάθονταν στο ίδιο τραπέζι.

«Τόσα χρόνια ταξιδιώτης», έλεγε ο Συνταγματάρχης, «πρώτη φορά βλέπω τόσο άθλια εξυπηρέτηση». Ο Μπίλι Χάινς έστριβε το ποτήρι του δεξιά κι αριστερά και παρακολουθούσε τα παγάκια. «Επαίσχυντη εξυπηρέτηση», είπε μορφάζοντας ενώ επιχειρούσε να συγκρατήσει ένα χασμουρητό.

«Νομίζεις πως το καράβι το ελέγχει ο καπετάνιος;» είπε ο Συνταγματάρχης, καρφώνοντας τα γαλανά κοκκινισμένα μάτια του στον Κρίστοφερ Χιτς. «Τα σωματεία!» φώναξε ο Συνταγματάρχης. «Αυτά το ελέγχουν!»

Ο Χιτς γέλασε με έναν τρόπο που, ενώ προοριζόταν να ακουστεί κατευναστικός, κατέληξε δουλοπρεπής.

«Δεν είναι δα και τόσο άσχημα τα πράματα», είπε επιχειρώντας να δώσει ένα ελαφρύ χτύπημα στο χέρι του Συνταγματάρχη. Το χτύπημα δεν βρήκε στόχο, καθώς ο Συνταγματάρχης τράβηξε το χέρι του. «Θα φτιάξουν από μόνα τους τα πράματα».

Ο Τζο Μπέιν σήκωσε το βλέμμα του από το σκέτο ουίσκι που έπινε. «Εγώ λέω το εξής, Συνταγματάρχα. Ο άντρας...»

Το τραπέζι σηκώθηκε στον αέρα και τα ποτήρια γκρεμίστηκαν. Ο Μπίλι Χάινς παρέμεινε στη θέση του κοιτώντας απλανώς το σημείο όπου μέχρι πρότινος βρισκόταν το ποτό του. Ο Κρίστοφερ Χιτς σηκώθηκε διστακτικά.

Ο Τζο Μπέιν πετάχτηκε όρθιος και το έβαλε στα πόδια.

«Μάρτυς μου ο Θεός!» αναφώνησε ο Συνταγματάρχης. «Το περίμενα!»


 

Σε ένα άλλο τραπέζι του μπαρ καθόταν ο Φίλιπ Μπραντσίνκελ, τραπεζικός επενδυτής, η σύζυγός του, η Τζόαν Μπραντσίνκελ, ο Μπραντς Μόρτον, πολιτικός του Σεντ Λούις, και η σύζυγός του, η Μέρι Μόρτον. Η έκρηξη αναποδογύρισε το τραπέζι τους.

Η Τζόαν σήκωσε τα φρύδια παίρνοντας μια έκφραση ξινίλας και δυσανασχέτησης. Κοίταξε τον άντρα της και αναστέναξε.

«Συγγνώμη για όλη αυτή την κατάσταση, αγάπη μου», είπε ο σύζυγός της. «Ποιος ξέρει τι συνέβη...»

Η Μέρι Μόρτον αναφώνησε: «Ε, άλλο και τούτο!».

Ο Μπραντς Μόρτον σηκώθηκε κι έσυρε την καρέκλα του προς τα πίσω πιάνοντάς τη με το μεγάλο κόκκινο χέρι του. «Περιμένετε εδώ», είπε. «Πάω να μάθω».

 

• • •

 

Η κυρία Νόρις προχώρησε με κόπο ανάμεσα στο πλήθος στο κατάστρωμα C. Χτύπησε το κουδούνι του ασανσέρ και περίμενε. Το ξαναχτύπησε και συνέχισε να περιμένει. Έπειτα από πέντε λεπτά ανέβηκε στο κατάστρωμα Α από τις σκάλες.


 

Η ορχήστρα των νέγρων, χασικλωμένη, παρέμεινε στη θέση της μετά την έκρηξη. Ο Μπραντς Μόρτον πήγε στον αρχηγό της ορχήστρας κι έκανε παραγγελιά.

«Παίξτε το “Star-Spangled Banner”»1.

Εκείνος τον κοίταξε.

«Πώς το πες;» ρώτησε.

«Σου ’πα να παίξεις τoν Εθνικό Ύμνο με την καραμούζα σου, κυρ-μαυροπίθηκα!»

«Δεν λέει πουθενά εμένα το συμβόλαιο για τίποτα Εθνικούς Ύμνους», είπε ένας λεπτός διοπτροφόρος νέγρος.

 

«Τούτο το τραμπάκουλο πάει για φούντο!» φώναξε κάποιος από την ορχήστρα και οι μουσικοί πήδηξαν από την εξέδρα και σκόρπισαν ανάμεσα στους επιβάτες.

Ο Μπραντς Μόρτον πήγε προς το τζουκ μποξ σε μια γωνία του μπαρ. Είδε το «Star-Spangled Banner» σε εκτέλεση Φατς Γουόλερ. Έβαλε μια χούφτα δεκάρες στο μηχάνημα. Αυτό άρχισε να κροταλίζει και να βουίζει και το τραγούδι ξεκίνησε:

«Ω, ΛΕΓΕ, ΜΠΟΡΕΙΣ ΑΡΑΓΕ; ΝΑΙ ΝΑΙ»


 

Ο Τζο Μπέιν έπεσε πάνω στην πόρτα της καμπίνας του και ρίχτηκε μέσα. Σωριάστηκε στο κρεβάτι και έφερε τα γόνατά του στο πιγούνι. Άρχισε να κλαίει με αναφιλητά.

Η γυναίκα του καθόταν στο κρεβάτι και του μιλούσε με απαλή υπνωτιστική φωνή. «Δεν γίνεται να κάτσεις εδώ, Τζόι. Θα το καταπιεί η θάλασσα το κρεβάτι. Δεν μπορείς να κάτσεις εδώ».

Σιγά σιγά τα κλάματα σταμάτησαν και ο Μπέιν ανακάθισε. Η γυναίκα του τον βοήθησε να φορέσει το σωσίβιο. «Έλα μαζί μου», του είπε.

«Ναι, γλυκούλα μου», αποκρίθηκε εκείνος και την ακολούθησε έξω από την καμπίνα.

«ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ»


 

Η κυρία Νόρις βρήκε την πόρτα της καμπίνας του καπετάνιου μισάνοιχτη. Την έσπρωξε και την άνοιξε διάπλατα χτυπώντας την καθώς έμπαινε μέσα. Ένας ψηλός λεπτός κοκκινομάλλης με κοκάλινα γυαλιά καθόταν πίσω από ένα γραφείο διάσπαρτο με χάρτες. Ο άντρας σήκωσε φευγαλέα το βλέμμα του χωρίς να μιλήσει.

«Καπετάνιε μου, μήπως βουλιάζει το πλοίο; Λένε ότι κάποιος έβαλε βόμβα. Είμαι η κυρία Νόρις –θα γνωρίζετε–, κύριος Νόρις, εφοπλιστικές δραστηριότητες. Όντως βουλιάζει το πλοίο! Κάτι θα λέγατε αν δεν βούλιαζε. Καπετάνιε, θα μας πάρετε υπό την προστασία σας; Την υπηρέτριά μου κι εμένα;» Άπλωσε το χέρι της για να αγγίξει το μπράτσο του καπετάνιου. Το πλοίο μπάταρε απότομα και την πέταξε με δύναμη στο γραφείο. Η περούκα της γλίστρησε.

Ο καπετάνιος σηκώθηκε. Άρπαξε την περούκα από το κεφάλι της και τη φόρεσε.

«Για δώσε μου κι αυτό το κιμονό!» πρόσταξε.

Η κυρία Νόρις έβαλε τις φωνές. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, αλλά ο καπετάνιος την πρόλαβε με τρεις μεγάλες χοροπηδηχτές δρασκελιές και της έκλεισε τον δρόμο. Η κυρία Νόρις έτρεξε ουρλιάζοντας προς ένα παράθυρο. Ο καπετάνιος έβγαλε ένα περίστροφο

από την τσέπη. Σημάδεψε το είδωλο της κασίδας της στο παράθυρο και πυροβόλησε.

«Μωρή αναθεματισμένη ψωφόγρια», της είπε. «Φέρε μου το κιμονό!»


 

Ο Φίλιπ Μπραντσίνκελ, χαμογελώντας φιλικά, πλησίασε έναν ναύτη.

«Έχει χώρο για τις κυρίες εδώ;» ρώτησε δείχνοντας μια σωσίβια λέμβο.

Ο ναύτης τον κοίταξε με δυσαρέσκεια.

«Όχι!» του απάντησε. Έπειτα γύρισε την πλάτη του και καταπιάστηκε πάλι με το καπόνι.

«Για κάτσε ένα λεπτάκι», παραπονέθηκε ο Μπραντσίνκελ. «Δεν είναι έτσι τα πράματα. Αφού ξέρεις ότι προηγούνται τα γυναικόπαιδα».

«Τούτη η βάρκα είναι πιασμένη για το πλήρωμα, για κανέναν άλλο», είπε ο ναύτης.

«Μάλιστα. Κατανοητό», είπε ο Μπραντσίνκελ κι έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα.

Ο ναύτης άρπαξε τα χρήματα.

«Καλά το κατάλαβα», είπε ο Μπραντσίνκελ. Έπιασε τη γυναίκα του από το μπράτσο και πήγε να τη βοηθήσει για να ανέβει στη λέμβο.

«Πάρ’ το τούτο το ψοφίμι από δω!» έσκουξε ο ναύτης.

«Μα κάναμε συμφωνία! Σου έδωσα λεφτά!»

«Για όνομα του Θεού», είπε ο ναύτης. «Εγώ το κομπόδεμα το πήρα για να μη γίνει μούσκεμα!»

«Ναι, αλλά η σύζυγός μου είναι γυναίκα!»

Ξαφνικά ο ναύτης έγινε μειλίχιος.

«Ανέκαθεν», είπε, «ψοφούσα για φινετσάτες κυρίες.

Τις βλέπω στις κυριακάτικες εφημερίδες ξάπλα στην παραλία. Μαλακά βυζιά, χυμένα. Έτσι που κάθονται ξαπλωμένες και χαμογελάνε πρόστυχα... τούμπανο μου τονε κάνουν!»

Ο Μπραντσίνκελ σκούντησε τη γυναίκα του. «Χαμογέλα στον κύριο». Ο Μπραντσίνκελ έκλεισε το μάτι στον ναύτη. «Τι έχεις να πεις;»

«Μπα», είπε εκείνος. «Δεν προλαβαίνω να την αυτώσω τώρα».

«Αργότερα», είπε ο Μπραντσίνκελ.

«Τι να την κάνω αργότερα; Έτσι κι αλλιώς αυτή είναι φτιαγμένη ειδικά για σένα. Δεν μπορεί να μου κάνει παιδιά και είναι και μπεκρού. Σου ’πα και πριν, την είδα μονάχα στην κυριακάτικη την εφημερίδα και μου ’τρεξαν τα σάλια σαν να ’μουν σκύλος και να ’χα δει χαλασμένη μπριζόλα».

«Άσε να μιλήσω εγώ στον άνθρωπο», είπε ο Μπραντς Μόρτον. Ακούμπησε σιγά σιγά την παλάμη του στον παχουλό ώμο της γυναίκας του και την έφερε κάτω από τη μασχάλη του.

«Αυτή η δύσμοιρη γυναίκα είναι μητέρα», είπε. Ο ναύτης φύσηξε τη μύτη του στο κατάστρωμα. Ο Μόρτον τον άρπαξε από τους δικέφαλους.

«Στο Κλέιτον, στο Μισούρι, εφτά παιδάκια ψιθυρίζουν τ’ όνομά της με τον αντίχειρα στο στόμα πριν πέσουν για ύπνο».

Ο ναύτης ελευθέρωσε το μπράτσο του. Ο Μόρτον κρέμασε και τα δυο χέρια του, οι παλάμες του στραμμένες προς τον ναύτη.

«Σαν άντρας προς άντρα», εκλιπαρούσε. «Σαν άντρας προς άντρα».

Δυο νέγροι μουσικοί πλησίασαν τις δυο γυναίκες από πίσω. Τα μάτια τους γυάλιζαν. Ο ένας πήρε αγκαζέ την κυρία Μόρτον και ο άλλος την κυρία Μπραντσίνκελ.

«Θα μας τονε χαρίσουνε τούτο τον χορό οι καλές οι κεράδες;»

«ΟΤΙ Η ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ»


 

Ο καπετάνιος Κρέιμερ, φορώντας το κιμονό και την περούκα της κυρίας Νόρις, και με ένα δάχτυλο κρέμα προσώπου πασαλειμμένο στη μούρη, κατέβηκε τις σκάλες μέχρι το κατάστρωμα C με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι· το κιμονό ανέμιζε πίσω του. Άνοιξε με αντικλείδι την πλαϊνή πόρτα από το γραφείο του αρχιλογιστή του πλοίου. Ένας άντρας με λεπτούς ώμους και στολή αρχιλογιστή έχωνε χρήματα και κοσμήματα σε μια βαλίτσα

μπροστά σε ένα ανοιχτό χρηματοκιβώτιο.

Ο καπετάνιος έβαλε το χέρι μέσα στο σουτιέν, τράβηξε το περίστροφό του και πυροβόλησε δυο φορές.

«ΚΥΜΑΤΙΖΑΝ ΤΟΣΟ ΠΕΡΗΦΑΝΑ»


 

Ο Φιντς, ο ασυρματιστής, διέλυσε μαγειρική σόδασε νερό, την κατέβασε και ρεύτηκε στη χούφτα του. Ακούμπησε το ποτήρι στο τραπέζι και άρχισε να εκπέμπει S.O.S.

«S.O.S... εδώ ατμόπλοιο America... S.O.S... ανοιχτά του Τζέρσεϊ... S.O.S... σκατομαρκόνι... S.O.S... μπορεί και να μας μυρίσουν... S.O.S... σκατοτσούρμο... S.O.S... εδώ Σύντροφος Φιντς... αρχίδια σύντροφος... S.O.S... ο μπάσταρδος ο καπετάνιος είναι ψωλαρπάχτρας...

S.O.S... εδώ ατμόπλοιο America... S.O.S... εδώ ατμόπλοιο Ψαροκασέλα...»

Αφού σήκωσε το κιμονό με το αριστερό του χέρι, ο καπετάνιος μπήκε στην καμπίνα του ασυρματιστή και πήγε από πίσω του. Τον πυροβόλησε μία φορά στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Έδωσε μια στο μικρόσωμο πτώμα και το έκανε στην άκρη. Έπειτα διέλυσε τον ασύρματο με μια καρέκλα.

«ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΠΡΟΜΑΧΩΝΕΣ ΑΝΤΙΚΡΙΖΑΜΕ»

 

• • •

 

Ο δρ Μπένγουεϊ, με την τσάντα του κρεμασμένη στον ώμο, προχώρησε κάνοντας στην άκρη τους επιβάτες που ήταν συνωστισμένοι γύρω από τη σωσίβια λέμβο Νο. 1.

«Είμαστε όλοι καλά;» φώναξε κι έκατσε ανάμεσα στις γυναίκες. «Είμαι ο γιατρός».

«ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΘΑΜΒΟΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΟΒΙΔΑ»


 

Όταν ο καπετάνιος έφτασε στη λέμβο Νο. 1 είχαν μείνει δυο θέσεις. Μερικοί επιβάτες διαγκωνίζονταν προσπαθώντας να μπουν με τη βία μέσα, άλλοι έσπρωχναν γυναίκες, μητέρες ή παιδιά προς τη βάρκα. Ο καπετάνιος τούς έκανε όλους στην άκρη, πήδηξε στη λέμβο κι έκατσε. Ξοπίσω του ένα αγόρι μπόρεσε κι εκείνο να διασχίσει το πλήθος.

«Σας παρακαλώ», είπε. «Τώρα πάτησα τα δεκατρία».

«Εντάξει, εντάξει», είπε ο καπετάνιος, «έλα και κάτσε δίπλα μου».

Η βάρκα άρχισε να πλησιάζει σπασμωδικά το νερό καθώς την κατέβαζαν τέσσερις επιβάτες. Μια γυναίκα έδωσε το μωρό της στον καπετάνιο.

«Πρόσεξε το παιδί μου, να χαρείς ό,τι έχεις!»

Ο Τζο Μπέιν βούτηξε στη βάρκα και σύρθηκε με θόρυβο κάτω από τα καθίσματα των κωπηλατών. Ο δρ Μπένγουεϊ πέταξε τα σκοινιά. Ο γιατρός και το αγόρι άρχισαν να τραβούν κουπί. Ο καπετάνιος γύρισε και κοίταξε το πλοίο.

«Ω, ΠΕΣ ΜΑΣ, ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΡΑΓΕ»


 

Ένας τριτοετής φοιτητής θεολογίας ονόματι Τίτμαν άκουσε τον Πέρκινς να ωρύεται στην καμπίνα του και να φωνάζει τον συνοδό του. Ο Τίτμαν άνοιξε την πόρτα και κοίταξε μέσα.

«Τι θεθ, ρε μπουχέθα;» είπε ο Πέρκινς.

«Να σε βοηθήσω θέλω», είπε ο Τίτμαν.

«Θύρε και γαμήθου!» απάντησε ο Πέρκινς.

«Έλα, ηρέμησε», είπε ο Τίτμαν καθώς πλησίαζε το χαλασμένο αναπηρικό καροτσάκι. «Μια χαρούλα θα πάνε όλα».

«Το έθκαθε!» Ο Πέρκινς έβαλε το χέρι στον γοφό και τίναξε τον αγκώνα προς τα εμπρός· μια χονδροειδής χειρονομία που παρέπεμπε σε χορό. «Το έρικθε θτον χορό με τιθ θουρλουλούδεθ!»

«Θα τον βρούμε», είπε ο Τίτμαν και σήκωσε τον Πέρκινς από το καροτσάκι. Κουβάλησε το καχεκτικό κορμί του στα χέρια σαν να ήταν παιδί. Την ώρα που ο Τίτμαν έβγαινε από την καμπίνα ο Πέρκινς άρπαξε το χασαπομάχαιρο με το οποίο του έφτιαχνε σάντουιτς ο συνοδός του.

«Το έρικθε θτον χορό με τιθ θουρλουλούδεθ!»

«ΣΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ»


 

Πλήθος επιβατών δερνόταν γύρω από τη σωσίβια λέμβο Νο. 7. Ήταν η μόνη που δεν είχε κατέβει ακόμα. Χρησιμοποιούσαν μπουκάλια, σπασμένες καρέκλες από το κατάστρωμα και πυροσβεστικά τσεκούρια. Ο Τίτμαν, με τον Πέρκινς στα χέρια, πέρασε απαρατήρητος μέσα

από το χάος. Τον άφησε πάνω σε ένα κάθισμα στην πρύμνη της λέμβου.

«Ορίστε», είπε. «Έτοιμος».

Ο Πέρκινς δεν είπε τίποτα. Καθόταν αμίλητος, με το πιγούνι βουλιαγμένο και μάτια που γυάλιζαν. Το χασαπομάχαιρο το κρατούσε σφιχτά στο χέρι του.

Ένα πλήθος επιβατών της δεύτερης θέσης άρχισε να σπρώχνει από πίσω σε κατάσταση υστερίας. Ένας πωλητής παπουτσιών με μεγάλο πρόσωπο και μακριά κίτρινα δόντια άρπαξε την κυρία Μπέιν και την έσπρωξε με δύναμη προς τα εμπρός. «Προηγούνται οι κυρίες», φώναξε.

Μια στρατιά αντρών που είχε σχηματίσει μια σφήνα πίσω του άρχισε να σπρώχνει. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός και η κυρία Μπέιν έπεσε μπρούμυτα χτυπώντας

πάνω στη σωσίβια λέμβο. Ο σχηματισμός διαλύθηκε· οι άνθρωποι κυλιούνταν στο κατάστρωμα και πάλευαν να ανέβουν στη βάρκα. Ένας άντρας με στολή εκπαιδευόμενου αξιωματικού και αυτόματο σαρανταπεντάρι στο χέρι στεκόταν δίπλα στη λέμβο. Προστάτευε τον ναύτη που χειριζόταν το καπόνι.

«Κατέβασ’ τη!» τον διέταξε.

Καθώς η λέμβος γλιστρούσε προς το νερό, ακούγονταν οι κραυγές των ανθρώπων που είχαν ξεμείνει στο κατάστρωμα. Ορισμένοι πήδηξαν στη θάλασσα, άλλους τους πέταξε το πλήθος πίσω τους.

«Κατέβαθ’ τη, γαμώ το θτανιό μου, κατέβαθ’ τη!» φώναξε ο Πέρκινς.

«Πετάχτε τον έξω!»

Ένα χέρι αναδύθηκε από το νερό και πλησίασε την κουπαστή της βάρκας. Ο Πέρκινς πετάχτηκε σαν ελατήριο· κατέβασε το μαχαίρι με φόρα. Τα δάχτυλα έπεσαν μέσα στη βάρκα και το ακρωτηριασμένο χέρι γλίστρησε ματωμένο ξανά στο νερό.

Ο άντρας με το όπλο στεκόταν στην πρύμνη. «Παίξτε τα χεράκια σας!» διέταξε. Οι ναύτες άρχισαν να τραβούν κουπί δυνατά.

Ο Πέρκινς δούλευε το μαχαίρι ιλιγγιωδώς· πετσόκοβε ό,τι έκανε να ανέβει δεξιά κι αριστερά. «Κοπρόθκυλα, κερατάδεθ!» Οι ναυαγοί ούρλιαζαν κι έπεφταν ξανά στο νερό.

«Μπράβο, λεβέντη μου».

«Μη τους αφήσεις να μας πνίξουν».

«Εύγε, Σύντροφε».

«Κοπρόθκυλα, κερατάδεθ!» «Κοπρόθκυλα, κερατάδεθ!».

«Ω, ΠΕΣ ΜΑΣ, ΤΟΥΤΗ Η ΑΣΤΕΡΟΕΣΣΑ ΑΚΟΜΗ ΚΥΜΑΤΙΖΕΙ»


 

Απογευματινά Νέα

Η Μπάρμπαρα Κάνον μάς έδειξε τα αναμνηστικά της από την καταστροφή: ένα σωσίβιο υπογεγραμμένο από το πλήρωμα και ένα κομμένο δάχτυλο.

«Τι να σας πω», είπε η δεσποινίς Κάνον. «Στεναχωριέμαι λιγάκι για το κακόμοιρο το δαχτυλάκι».

«ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ ΤΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ»

 

 

1. Ο Εθνικός Ύμνος των Ηνωμένων Πολιτειών. Στίχοι του απαντώνται σε όλη την έκταση αυτής της ιστορίας, από τους οποίους προέρχεται και τίτλος του διηγήματος. Απόδοση Α. Μαραγκόπουλος. (Σ.τ.Μ.)