Πώς αναμετριέται κανείς με την αποτυχία και την ντροπή που τον τυλίγει πατόκορφα;

Χρήστος Τσιόλκας: «Μπαρακούντα» Facebook Twitter
Ο Τσιόλκας με το «Μπαρακούντα» ζωντανεύει ένα παιδί της εργατικής τάξης που ετοιμαζόταν να γίνει Ολυμπιονίκης, ένα αγόρι που νόμιζε ότι θα κατακτήσει το σύμπαν κολυμπώντας, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι τ’ όνειρό του μπορεί και να μην επαληθευτεί. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
0


Ο ΕΛΛΗΝΟΑΥΣΤΡΑΛΟΣ Χρήστος Τσιόλκας πρωτοεμφανίστηκε το 1995, στα τριάντα του, μ’ ένα βιβλίο-ουρλιαχτό, το «Κατά μέτωπο» (Οξύ), όπου ακτινογραφούσε την ψυχή ενός νεαρού «μαυριδερού μετανάστη», έτοιμου να σκάσει από τις προσδοκίες των γονιών του, τις εκρήξεις της λίμπιντό του και τη σύγχυση της διπλής του ταυτότητας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το βιογραφικό του εμπλουτίστηκε με δύο βραβεία για το ανελέητο οδοιπορικό «στο αίμα και τα σκατά της Ιστορίας» που ήταν η «Νεκρή Ευρώπη» (Printa), και μ’ ένα βουνό διακρίσεων για το πολυφωνικό «Χαστούκι» (Ωκεανίδα), αυτό το ράπισμα στην κοινωνία του εγωκεντρισμού, του πολιτικά ορθού και της απληστίας, η εμπορική ακτινοβολία του οποίου ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο αντίτυπα και μεταφέρθηκε εις διπλούν στη μικρή οθόνη. Κι έπειτα, το 2013, ήρθε η σειρά του «Μπαρακούντα», που επίσης κυκλοφόρησε από την Ωκεανίδα σε μετάφραση Άννας Παπασταύρου, λίγο πριν ο οίκος κλείσει οριστικά…

Η διεθνής αναγνώριση έφερε τον Χρήστο Τσιόλκα αντιμέτωπο με πρωτόγνωρα ερωτήματα –τι σημαίνουν τα βραβεία, σε ποιον απευθύνεται όταν γράφει, θ’ αντέξουν τα έργα του στον χρόνο;– κι ίσως γι’ αυτό δεν του πήρε πολύ χρόνο για ν’ αποφασίσει να εξερευνήσει μυθιστορηματικά το δίπολο επιτυχία-αποτυχία. 

Άλλοι με την επιτυχία παραλύουν. Ο Τσιόλκας, πάντως, με το «Μπαρακούντα» στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Εδώ, ώριμος και τρυφερός όσο ποτέ, ζωντανεύει ένα παιδί της εργατικής τάξης που ετοιμαζόταν να γίνει Ολυμπιονίκης, ένα αγόρι που νόμιζε ότι θα κατακτήσει το σύμπαν κολυμπώντας, χωρίς καν να υποψιάζεται ότι τ’ όνειρό του μπορεί και να μην επαληθευτεί. Πώς αναμετριέται κανείς με την αποτυχία και την ντροπή που τον τυλίγει πατόκορφα; Πώς η οργή του μεταλλάσσεται σε μίσος τυφλό, καταστροφικό; Και τι οδύσσεια τον περιμένει μέχρι να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του και να επιστρέψει στην κοινωνία σαν «καλός άνθρωπος»;

cover
Το βιβλίο του Χρήστου Τσιόλκα, Μπαρακούντα, είναι εξαντλημένο απ' τον εκδότη.

Με συνεχή πισωγυρίσματα στον χρόνο και καταφεύγοντας εναλλάξ στην πρωτοπρόσωπη και την τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο Τσιόλκας ξεδιπλώνει δεκάξι χρόνια από τη ζωή του Μπαρακούντα, όπως είναι το παρατσούκλι του Ελληνοσκωτσέζου ήρωά του, ακολουθώντας τον παντού: σε πισίνες και σε ωκεανούς, στην ταπεινή πολυπολιτισμική γειτονιά του, στο ακριβό ιδιωτικό σχολείο που τον δέχτηκε υπότροφο, στη Γλασκώβη όπου θα ξενιτευτεί για ένα φεγγάρι ακολουθώντας τον εραστή του, ακόμα και στη φυλακή… Και στη διαδρομή, ανοίγεται όλη η βεντάλια των θεμάτων που τον έχουν απασχολήσει ως μυθιστοριογράφο, από τη μετανάστευση, τις ταξικές διαφορές και την αναζήτηση ταυτότητας, μέχρι το σεξ, την αξία της φιλίας και τα οικογενειακά δεσμά.

Η διεθνής αναγνώριση έφερε τον Τσιόλκα αντιμέτωπο με πρωτόγνωρα ερωτήματα –τι σημαίνουν τα βραβεία, σε ποιον απευθύνεται όταν γράφει, θ’ αντέξουν τα έργα του στον χρόνο;– κι ίσως γι’ αυτό δεν του πήρε πολύ χρόνο για ν’ αποφασίσει να εξερευνήσει μυθιστορηματικά το δίπολο επιτυχία-αποτυχία. Κι αν διάλεξε κολυμβητή για ήρωα, δεν ήταν μόνο επειδή κολυμπούσε κι ο ίδιος, αλλά επειδή «σε αντίθεση με τους συγγραφείς, οι αθλητές, έπειτα από κάθε αγώνα, ξέρουν αν κατέκτησαν την πρωτιά». Κάτι άλλο που επίσης συνειδητοποίησε ο Τσιόλκας ήταν ότι έχει ξεφύγει πια από την εργατική τάξη. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε τόση οικονομική άνεση κι αυτό ήταν που τον όπλισε να κάνει το άλμα και να μιλήσει με άλλο λεξιλόγιο για τις ταξικές διαφορές.

Πρωτότοκος γιος ενός ζεύγους από το Αγρίνιο και το Καρπενήσι που μετανάστευσε στη Μελβούρνη, ο Τσιόλκας θα θυμάται πάντα τη συμβουλή ενός συνταξιδιώτη του πατέρα του στο καράβι της ξενιτιάς, του «θείου Κώστα», όταν τον πήγε με το αμάξι του να γραφτεί στο πανεπιστήμιο. «Είμαστε πολύ περήφανοι για σένα, είσαι ο πρώτος από την οικογένεια που σπουδάζει», του είπε, δίνοντάς του ένα μπατσάκι, και συμπλήρωσε: «Να μην ξεχάσεις από πού έρχεσαι!».

Την ίδια εποχή, όμως, δέχτηκε άλλο ένα σπουδαίο μάθημα, από μια drag queen που έμελλε να πεθάνει από επιπλοκές που σχετίζονται με το ΑΙDS τη δεκαετία του ’80 και η οποία δεν ήθελε από εκείνον παρά μόνο τη φιλία του: «Δεν χρειάζεται να εγκλωβιστείς στην καταγωγή ή τη σεξουαλικότητά σου, μπορείς να επανεφεύρεις τον εαυτό σου, να γίνεις ό,τι θες!». Μ’ αυτές τις συμβουλές πορεύεται έκτοτε ο Τσιόλκας, όπως με διαβεβαίωνε σε συνέντευξή του το 2014.

Ο πατέρας του δεν είχε προχωρήσει πέρα από την Β΄ Δημοτικού. Ωστόσο, «ήταν καταπληκτικός αφηγητής κι ήθελε τα παιδιά του να μάθουν γράμματα. Με το που πήγα στο σχολείο κι άρχισα να μαθαίνω αγγλικά –ως τα πέντε μου δεν τα μιλούσα καθόλου– κάθε βδομάδα μου αγόραζε δύο βιβλία, πότε Χάρολντ Ρόμπινς, πότε Ίνιντ Μπλάιτον, πότε Ντίκενς, ανάκατα, κι όπως χανόμουν στο νερό κολυμπώντας, έτσι χανόμουν από μικρός και στις λέξεις, διαβάζοντας». Αργότερα, βέβαια, έκανε τις δικές του επιλογές –Ζενέ, Ντοστογιέφσκι, Καζαντζάκη, Τολστόι, Μαρκ Τουέιν, Καβάφη, Κάρσον ΜακΚάλερς, Μέιλερ, Τσαχτσή, Φίλιπ Ροθ– και τη μεγαλύτερη επιρροή πάνω του άσκησαν οι σύγχρονοι Αμερικανοί πεζογράφοι με τους οποίους επικοινώνησε ενστικτωδώς στην εφηβεία του.

Στο «Μπαρακούντα» υπάρχουν άφθονες λογοτεχνικές αναφορές. Στην ολιγόμηνη φυλάκισή του, ο πρωταγωνιστής θα βρει σωτήριο καταφύγιο στην ανάγνωση, βιώνοντας παράλληλα και την πρώτη ομοφυλοφιλική του εμπειρία. Ομολογημένα γκέι κι ο ίδιος, ο Τσιόλκας, όπως και ο ήρωάς του, βρήκε από τους γονείς του κατανόηση. «Στην αρχή ντρεπόμουν να τους ανοιχτώ. Με τον καιρό όμως κατάλαβα ότι η ντροπή τους ήταν πολύ πιο μεγάλη από τη δική μου. Εγώ είχα διαφυγές –την αυτονομία μου, τα βιβλία, το σινεμά–, ενώ εκείνοι δεν είχαν τίποτε…».

Θα ήθελε, άραγε, ν’ αποκτήσει παιδιά; Είναι ένα θέμα που θίγεται άμεσα στο «Μπαρακούντα». «Τα παιδιά θέλουν αφοσίωση κι εγώ παραείμαι αφοσιωμένος στα γραπτά μου. Αρκούμαι στην ιδιότητα του θείου. Δεν μπορείς να τα έχεις όλα».

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ