Από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα και οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1918-2007) έπιασε να γράψει την αυτοβιογραφία του γύρω στα εβδομήντα, πάντα στοιχειωμένος από ερωτήματα.

 

Τι τον έσπρωξε στο καταφύγιο της τέχνης; Γιατί δυσκολευόταν ν' αγαπήσει και να εμπιστευθεί; Γιατί αποξενώθηκε από τα ίδια του τα παιδιά; Πράγματι, αυτό που δίνει τον τόνο στον «Μαγικό φανό» του (μετ. Γρ. Κονδύλη, Ποταμός) είναι η διάθεσή του να ψυχαναλυθεί· να εξερευνήσει το εσωτερικό του χάος και ν' ανατρέξει στην παιδική του ηλικία, την πηγή όλων των βασάνων του.

 

Γιος ενός λουθηρανού πάστορα και μιας φιλότεχνης γυναίκας που λαχταρούσε διαζύγιο αλλά έπαψε νωρίς να το διεκδικεί, ο Μπέργκμαν δέχτηκε μια ανατροφή βασισμένη σε έννοιες όπως αμαρτία, εξομολόγηση, τιμωρία, συγχώρεση: «Σε όλα αυτά ενυπήρχε μια λογική την οποία αποδεχόμασταν και νομίζαμε ότι καταλαβαίναμε. Πιθανώς αυτή η κατάσταση να συνετέλεσε και στην άνευ αντιρρήσεων αποδοχή του ναζισμού. Ποτέ δεν είχαμε ακούσει τη λέξη ελευθερία και, σίγουρα, δεν την είχαμε γευτεί ποτέ».

 

Το πώς διοικούσε τα θέατρα απ' τα οποία πέρασε, το πώς βίωσε την «αναρχική» θεατρική πραγματικότητα της Δυτικής Γερμανίας σε σύγκριση με της Σουηδίας και το τι απαιτούσε από τις αγαπημένες του ηθοποιούς δίνουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της αυτοβιογραφίας του.

 

Ίσως γι' αυτό να πορεύτηκε σαν «πτυχιούχος ψεύτης», υιοθετώντας ένα προσωπείο «που ελάχιστη σχέση είχε με τον πραγματικό μου εαυτό». Το σίγουρο είναι ότι ο καταπιεσμένος, γεμάτος μπιμπίκια έφηβος που καταβρόχθιζε Νίτσε, Μπαλζάκ και Ντοστογιέφσκι, έδωσε τη θέση του σ' έναν κυριευμένο από πόθο ενήλικα, καθ' έξιν μοιχό, με αυτοκτονικές τάσεις αλλά και με διαβολικό πείσμα, αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι στο επάγγελμά του, αυτήν τη «σχολαστική διαχείριση του ανείπωτου».

 

Ο μαγικός φανός
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ο μαγικός φανός, εκδόσεις Ποταμός

Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο του γίνεται μάρτυρας του απόλυτου θαυμασμού του για τον Ταρκόφσκι, των αλλεπάλληλων αναμετρήσεών του τόσο με την κληρονομιά του Στρίντμπεργκ όσο και με τις συντρόφους του, παίρνει εξηγήσεις για το φορολογικό σκάνδαλο που τον οδήγησε ν' αυτοεξοριστεί κι αφουγκράζεται τις σκέψεις του για τα γηρατειά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τη θνητότητα αλλά και για τη στιγμή που οφείλει κανείς ν' «αποχωρεί».

 

Παγκοσμίως γνωστός για τις ταινίες του, ο Μπέργκμαν υπήρξε παράλληλα εμβληματική μορφή του σουηδικού θεάτρου. Οι θεατρικές αναφορές, μάλιστα, υπερτερούν των κινηματογραφικών στον «Μαγικό φανό».

 

Το πώς διοικούσε τα θέατρα απ' τα οποία πέρασε, το πώς βίωσε την «αναρχική» θεατρική πραγματικότητα της Δυτικής Γερμανίας σε σύγκριση με της Σουηδίας και το τι απαιτούσε από τις αγαπημένες του ηθοποιούς (από τη Χάριετ Άντερσον και τη Λιβ Ούλμαν ως τη Λένα Όλιν) δίνουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της αυτοβιογραφίας του.

 

Ομολογημένα ανήμπορος ενώπιον του απρόοπτου, αντιμετώπιζε τις πρόβες σαν «εγχειρήσεις», μέσα σε χώρους όπου επικρατούσε «η αυτοπειθαρχία, η καθαριότητα, το φως»: «Η πρόβα είναι μια σοβαρή δουλειά και όχι προσωπική θεραπεία για τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό».

 

Στα γυρίσματα των ταινιών του, πάντως, η ατμόσφαιρα ήταν «ακαταμάχητα φορτισμένη από σεξουαλικότητα. Μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω ότι κάποτε η κάμερα σταματάει και οι προβολείς σβήνουν». Ενώ στο μοντάζ τον διαπερνούσε η ίδια πάντα «μεθυστική αίσθηση μαγείας» που τον τύλιξε και παιδάκι, στη θέα του πρώτου κινηματογράφου που του χάρισαν.

 

Ο Σουηδός δημιουργός κλείνει το βιβλίο του με την εξής φράση: «Παρακαλάω τον Θεό χωρίς ελπίδα. Μάλλον πρέπει να τα βγάζει κανείς πέρα μόνος του όσο καλύτερα μπορεί». Είναι παρμένη από το ημερολόγιο της μητέρας του, λίγο μετά τη γέννησή του. Θα μπορούσε κάλλιστα όμως να είναι το απόσταγμα και της δικής του διαδρομής...

 

*Η αυτοβιογραφία του Μπέργκμαν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1989 από τις εκδόσεις Κάκτος, με τίτλο «Η μαγική κάμερα» σε μάλλον προβληματική μετάφραση του Θοδωρή Καλλιφατίδη.

Η έκδοση του «Ποταμού» υπάρχει από το 2010 κι ένας λόγος για να την ανασύρει κανείς φέτος από το ράφι είναι για να συμπληρώσει την εικόνα που δίνει για τον Μπέργκμαν η κόρη του Λιν Ούλμαν, στο βιβλίο της «Ανησυχία» (μετ. Χ. Παπαδημητρίου, Μεταίχμιο)