Ο Μάρτιν Σκορσέζε δημοσίευσε πρόσφατα ένα δοκίμιο με τίτλο «II Maestro: Ο Φεντερίκο Φελίνι και η χαμένη μαγεία του κινηματογράφου» για το Harper's Magazine.

 

Σε μια μακρά και συγκινητική αφήγηση αναφέρεται στη σημερινή κατάσταση του κινηματογράφου, σε αυτό που θεωρείται περιεχόμενο, αλλά και στους ανθρώπους που ανανέωσαν την έβδομη τέχνη. Στο επίκεντρο της αφήγησής του βρίσκεται ο φίλος του, Φεντερίκο Φελίνι, ο σκηνοθέτης που ενέπνευσε και τον τίτλο του δοκιμίου του, ο οποίος υπήρξε και ο αγαπημένος του κινηματογραφιστής.

 

Ο 78χρονος Σκορσέζε, που με τις ταινίες του έκανε εκατομμύρια θεατές να μπουν στις κινηματογραφικές αίθουσες, να μοιραστούν τα όνειρα των καλλιτεχνών και να πλάσουν τα δικά τους, μεταφέρει και τη δική του συγκίνηση όταν ως νέος μαγεύτηκε από φανταστικούς κόσμους μέσα στις σκοτεινές αίθουσες.

 

Ο Μάρτιν Σκορσέζε θέλει όσο τίποτα άλλο να πάει ξανά στον κινηματογράφο, αλλά αυτή τη λαχτάρα δεν τον εμποδίζει να εξετάσει σαν ψύχραιμος παρατηρητής την κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί στον κόσμο του θεάματος και να ανοίξει τη συζήτηση για αυτό που θεωρείται περιεχόμενο και τη μετατόπισή του από μια μορφή τέχνης σε κάτι εντελώς διαφορετικό σήμερα.

 

Ο κινηματογράφος είναι από τους μεγαλύτερους θησαυρούς του πολιτισμού μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί ανάλογα. Δεν μπορούμε να εξαρτιόμαστε από μια επιχείρηση μαζικής ψυχαγωγίας, πρέπει να φροντίσουμε τον κινηματογράφο.

 

«Μια ταινία του Ντέιβιντ Λιν, ένα βίντεο με γάτες, μια διαφήμιση του Super Bowl, το sequel ενός υπερήρωα, το επεισόδιο μιας σειράς, όλα θεωρούνται περιεχόμενο. Η τέχνη του κινηματογράφου υποτιμάται συστηματικά, παραμερίζεται, υποβαθμίζεται και μειώνεται στον χαμηλότερο κοινό παρονομαστή με τον όρο "περιεχόμενο"» εκτιμά ο Μάρτιν Σκορσέζε, εξηγώντας πως ναι μεν η λέξη έχει μπει στη συλλογική συνείδηση, αλλά είναι σημαντικό να περιγράφονται οι διαφορετικοί τύποι περιεχομένου.

 

Επισημαίνει ότι το πρόβλημα που δημιουργείται με τον αριθμό των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης, είτε πρόκειται για την τηλεόραση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή τον κινηματογράφο, είναι ανυπέρβλητο, ωστόσο αυτό δεν αφορά την ποσότητα του περιεχομένου που διακινείται από αυτά αλλά το ίδιο το περιεχόμενο –προφανώς και την ποιότητά του– και την έλλειψη ανάπτυξής του.

 

«Ο κινηματογράφος ήταν και θα είναι πάντα κάτι πολύ περισσότερο από το περιεχόμενο, και τα χρόνια που οι ταινίες παράγονταν από όλο τον κόσμο, συνομιλούσαν μεταξύ τους και επαναπροσδιόριζαν τη μορφή της τέχνης κάθε εβδομάδα, είναι η απόδειξη» λέει ο Σκορσέζε, διευκρινίζοντας ότι αυτός είναι ο τύπος του κινηματογράφου που επιθυμεί.

 

Τα σχόλιά του Σκορσέζε για τις ταινίες της Marvel, το 2019, στο περιοδικό Empire είχαν προκαλέσει σάλο. «Αυτό δεν είναι κινηματογράφος», είχε πει, «είναι θεματικά πάρκα. Ειλικρινά, είναι αυτό που μπορώ να σκεφτώ ως πιο κοντινή περιγραφή. Όσο καλοφτιαγμένες και αν είναι, με τους ηθοποιούς να κάνουν το καλύτερο που μπορούν κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι ο κινηματογράφος των ανθρώπων που προσπαθούν να μεταφέρουν συναισθηματικές, ψυχολογικές εμπειρίες σε άλλο ανθρώπινο ον».


Ο σκηνοθέτης ταινιών όπως ο «Ταξιτζής», το «Οργισμένο είδωλο» και πρόσφατα ο «Ιρλανδός» θα προτιμούσε να βλέπει ταινίες στις σκοτεινές νεοϋρορκέζικες αίθουσες και όχι σε streaming και πιστεύει ότι η σημερινή πανδημία του κορωνοϊού έχει οδηγήσει τις ταινίες αυτής της χρονιάς που άξιζαν να προβληθούν σε κινηματογράφους να παρακολουθούνται σε τηλεοπτικές οθόνες.


Μπορεί ο Σκορσέζε να μοιάζει απόλυτος στις απόψεις του, όμως γνωρίζει καλά ότι η ταινία του «Ο Ιρλανδός» δεν θα είχε φτάσει ποτέ στις αίθουσες, αν δεν είχε την οικονομική υποστήριξη μιας πλατφόρμας, του Netflix. Μάλιστα, η σχέση του με το Netflix και τον κόσμο της νέας αυτής εποχής μοιάζει να είναι σήμερα «πιο ομαλή», αφού εκεί προβάλλεται η νέα του παραγωγή «Φαντάσου ότι είσαι σε μια πόλη», με το ίδιο να συζητά σε επτά απολαυστικά ημίωρα επεισόδια για την πόλη του, την πόλη-τοτέμ και της φίλης του, συγγραφέως του «Metropolitan Life», ευθυμογράφου, αφηγήτριας και εμβληματικής προσωπικότητας της Νέας Υόρκης, Φραν Λίμποβιτς.

 

Ο Μάρτιν Σκορσέζε γράφει για τον Φεντερίκο Φελίνι και τη χαμένη μαγεία του σινεμά
Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον «Ταξιτζή».


Μπορεί να υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε μια ταινία του Φελίνι και μια ταινία της Marvel, και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Αυτός είναι ο κόσμος του κινηματογράφου και η ομορφιά που κρύβει μέσα του. Και αν ο Σκορσέζε δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτές της Marvel, μπορεί να συνδεθεί με κάποιον άλλο που μέσω των ταινιών της Marvel ή κάθε άλλου σύγχρονου γίγαντα της βιομηχανίας ευαισθητοποιείται, προβληματίζεται ή συγκινείται από τα ίδια θέματα, για την αγάπη, την ανθρώπινη φύση ή ακόμα και το κλίμα. Πάντως, για τον Σκορσέζε η συγκίνηση αυτή ταυτίζεται με μια ταινία σαν το «8½» του Φελίνι.


Στο δοκίμιό του ο Σκορσέζε χρησιμοποιεί τον Ιταλό θρυλικό δημιουργό Φεντερίκο Φελίνι ως παράδειγμα της διαρκούς και ανεξίτηλης μαγείας του κινηματογράφου. Γράφει για μια προσωπικότητα που τον ενέπνευσε, τον τίμησε με τη φιλία του και στον οποίο αναφέρεται σχεδόν εξαντλητικά, δείχνοντας πόσο βαθιά έχει μελετήσει κάθε καρέ των ταινιών του.


«Στο επίκεντρο όλων, υπήρχε ένας σκηνοθέτης που όλοι γνώριζαν, ένας καλλιτέχνης του οποίου το όνομα ήταν συνώνυμο με τον κινηματογράφο και τι μπορούσε να κάνει αυτή τέχνη. Ήταν ένα όνομα που δημιούργησε αμέσως ένα συγκεκριμένο στυλ, μια στάση απέναντι στον κόσμο. Στην πραγματικότητα έγινε ένα επίθετο. Ας πούμε ότι θέλατε να περιγράψετε τη σουρεαλιστική ατμόσφαιρα σε ένα δείπνο, έναν γάμο, μια κηδεία ή μια πολιτική συγκέντρωση ή, κάτι επίκαιρο με το θέμα μας, την τρέλα ολόκληρου του πλανήτη, το μόνο που έπρεπε να κάνετε ήταν να πείτε τη λέξη «Felliniesque» και οι άνθρωποι ήξεραν ακριβώς τι εννοούσατε».

 

«Στη δεκαετία του εξήντα ο Φεντερίκο Φελίνι έγινε κάτι περισσότερο από σκηνοθέτης» γράφει ανάμεσα σε άλλα ο Σκορσέζε. «Όπως ο Τσάπλιν και ο Πικάσο και οι Μπιτλς, ήταν πολύ μεγαλύτερος από την τέχνη του. Από κάποιο σημείο και μετά, το θέμα του δεν αφορούσε μια ταινία ή μια επόμενη, όλες οι ταινίες συνδυάστηκαν ως μια μεγάλη χειρονομία γραμμένη στον γαλαξία. Το να βλέπεις μια ταινία Φελίνι ήταν σαν να ακούς την Κάλας, να βλέπεις τον Ολιβιέ να παίζει, τον Νουρέγιεφ να χορεύει. Οι τίτλοι των ταινιών του άρχισαν να ενσωματώνουν το όνομά του. Το "Σατυρικόν του Φελίνι", ο "Καζανόβα του Φελίνι". Το μόνο συγκρίσιμο παράδειγμα ήταν ο Χίτσκοκ, αλλά αυτό ήταν κάτι άλλο: Μια μάρκα ένα είδος από μόνη της. Ο Φελίνι ήταν ο βιρτουόζος του κινηματογράφου».

 

Ο Σκορσέζε τα αναφέρει αυτά χαιρετίζοντας τη σημασία της έκδοσης «Essential Fellini», που κυκλοφόρησε πέρυσι από την Criterion, για να σηματοδοτήσει την εκατονταετία από τη γέννηση του Ιταλού σκηνοθέτη, σε μια κρίσιμη στιγμή, και ενώ η επιρροή του μοιάζει πολύ παλιά.

 

«Όσοι από εμάς γνωρίζουμε τον κινηματογράφο και την ιστορία του πρέπει να μοιραστούμε την αγάπη και τις γνώσεις μας με όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους» γράφει ο Σκορσέζε.


«Όλα έχουν αλλάξει – ο κινηματογράφος και η σημασία που έχει στον πολιτισμό μας. Φυσικά, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι καλλιτέχνες όπως ο Γκοντάρ, ο Μπέργκμαν, ο Κιούμπρικ και ο Φελίνι, που κάποτε βασίλευαν στη μεγάλη τέχνη μας σαν θεοί, τελικά θα υποχωρούσαν στις σκιές με το πέρασμα του χρόνου».

 

«Ο κινηματογράφος είναι από τους μεγαλύτερους θησαυρούς του πολιτισμού μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί ανάλογα. Δεν μπορούμε να εξαρτιόμαστε από μια επιχείρηση μαζικής ψυχαγωγίας, πρέπει να φροντίσουμε τον κινηματογράφο. Και πρέπει να καταστήσουμε ξεκάθαρο στους σημερινούς νόμιμους ιδιοκτήτες αυτών των ταινιών ότι ισοδυναμούν με πολύ, πολύ περισσότερα από μια απλή ιδιοκτησία που πρέπει να την εκμεταλλευτούν και στη συνέχεια να κλειδωθεί» γράφει ο Σκορσέζε κάνοντας έκκληση για δράση και απευθυνόμενος στις εταιρείες που έχουν επικεντρωθεί στην παραγωγή χρήματος, είτε πρόκειται για τα στούντιο είτε για υπηρεσίες streaming.