ENA ΘΕΜΑ ΤΑΜΠΟΥ, όπως είναι για τους μελετητές ο αγοραίος έρωτας στην αρχαία Αθήνα, μελετάται εκ νέου και χωρίς καμία προκατάληψη από τον επίκουρο καθηγητή Κλασικών Σπουδών και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, Έντουαρντ Κοέν, στο βιβλίο με τίτλο Ο αγοραίος έρωτα στην αρχαία Αθήνα που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση Βιολέττας Ζεύκη.

 

Σύμφωνα με τον Κοέν, η δυσκολία της προσέγγισης του φαινομένου της πορνείας κατά την αρχαιότητα, ειδικά στην ιωνική Αθήνα του 5ου και 4ου αι. π.Χ., δεν έχει να κάνει τόσο με τις προκαταλήψεις των μελετητών όσο με το γεγονός ότι πρόκειται για ένα διφορούμενο φαινόμενο, μη καταγεγραμμένο σε αρχεία και χωρίς επαρκείς πηγές, οι οποίες, εκτός από τις κωμωδίες, στην πλειονότητά τους αφορούν δικανικά κείμενα που σκοπό έχουν να πλήξουν και να διαβάλουν, παρά να εξηγήσουν. Όμως, ούτε τα υλικά κατάλοιπα, αντίθετα με ό,τι πιστεύεται, προσφέρουν επαρκή προσέγγιση του φαινομένου, στον βαθμό που οι ελεύθερες εταίρες αποκλείονται από τις αγγειακές αναπαραστάσεις κι έτσι η εικόνα που σχηματίζεται για τους πόρνους ή τις πόρνες είναι ατελής.

 

Επιπλέον, σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις, οι οποίες διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο κατά την εξήγηση του φαινομένου της πορνείας, δεν είναι εύκολο να αποκωδικοποιηθούν με βάση συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η εμφάνιση των κατοίκων της Αττικής που πρωταγωνιστούν στις πλείστες αγγειογραφικές αναπαραστάσεις, αφού δεν υπήρχαν σαφείς εξωτερικές διαφορές μεταξύ αριστοκρατών και δούλων.

 

Όσο κι αν οι πόρνοι ή οι πόρνες ήταν άνθρωποι που πρόσφεραν τις ερωτικές τους υπηρεσίες με συγκεκριμένα ανταλλάγματα, άλλο τόσο κάποιες πόρνες θεωρούσαν την τέχνη τους υψηλή και την πρόσφεραν ασμένως και δωρεάν σε άνδρες εκλεκτούς και επιφανείς στην αθηναϊκή δημοκρατία.


Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η νομιμότητα της πορνείας δεν έχει μόνο πολιτικό και νομικό έρεισμα αλλά κυρίως κοινωνικό και ηθικό, καθώς η απαγόρευση ή η απόρριψή της για λόγους ηθικής τάξης δεν αφορά την Αθήνα του 5ου και 4ου αι. π.Χ. Αντιθέτως, επρόκειτο για μια πρακτική νομιμοποιημένη και άμεσα συνδεδεμένη με την έτερη προστάτιδα της πόλης, Πάνδημο Αφροδίτη: απόδειξη ότι η θεμελίωση του πιο περίοπτου ιερού της κάτω από την Ακρόπολη ήταν από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, ενώ μια επιφανής πόρνη της εποχής, όπως η Πυθιονίκη, καταλάμβανε καίρια θέση στην Ιερά Οδό. Επιπλέον, ο Κοέν τονίζει ότι είναι δύσκολη η διάκριση της πόρνης από την εταίρα, παρότι η πρώτη θεωρούνταν, ως επί το πλείστον, πιο άμεσα συνδεδεμένη με την εξαρτημένη εργασία απ' ό,τι η εταίρα.

 

Έτσι, η υποτιμημένη έννοια της πόρνης δεν ήταν ηθικού τύπου αλλά κυρίως οικονομικού, αφού τόσο η πόρνη όσο και η εργάτρια μαλλιού ήταν έννοιες σχεδόν ταυτόσημες: δεν είναι τυχαίο ότι αμφότερες καταγράφονται στις επιγραφές ως ταλασιουργοί, δηλαδή χαμηλά αμειβόμενες, άρα κατώτερης κοινωνικής στάθμης εργάτριες, που συνήθως ταυτίζονταν με τις δούλες.

 

Αλλά και πάλι, όσο κι αν οι πόρνοι ή οι πόρνες ήταν άνθρωποι που πρόσφεραν τις ερωτικές τους υπηρεσίες με συγκεκριμένα ανταλλάγματα, άλλο τόσο κάποιες πόρνες θεωρούσαν την τέχνη τους υψηλή και την πρόσφεραν ασμένως και δωρεάν σε άνδρες εκλεκτούς και επιφανείς στην αθηναϊκή δημοκρατία – με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εκείνο της Ασπασίας του Περικλή. Ας μην ξεχνάμε ότι η Φρύνη ήταν η πλούσια, πλην όμως περήφανη πόρνη του πολιτικού Υπερείδη και του Πραξιτέλη, ενώ η εταίρα Χρυσίς ήταν μια ελεύθερη γυναίκα που απεικονίζεται ντυμένη εντυπωσιακά στη Σαμία του Μενάνδρου.


Σημαντικός, φυσικά, εν προκειμένω ο ρόλος των ανδρών που εκπορνεύονταν ή που συνόδευαν επιφανείς άνδρες ως ερώμενοι – ένας εντελώς δυσδιάκριτος ρόλος που καθιστά ακόμα πιο αμφίσημο το φαινόμενο της πορνείας καθώς, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, σύμφωνα με τον Πλούτο του Αριστοφάνη «δεν υπάρχει πραγματική διαφορά μεταξύ των πόρνων που κάνουν σεξ "για χρήματα και όχι για αγάπη" και των "ευγενών" (χρηστοί) ερωμένων που "ντρέπονται να απαιτούν μετρητά, ζητώντας αντίθετα ένα καλό άλογο ή μια αγέλη λακωνικών"».

 

Μπορεί, λοιπόν, η πορνεία να μην αποτελούσε αδίκημα στην αρχαία Αθήνα, αλλά ενδεχομένως να γινόταν αντικείμενο κάποιας πιθανής αντιζηλίας ή και αντιδικίας, όπως κάθε είδους εμπορική ή οικονομική συναλλαγή. Ο συγγραφέας αναλύει με λεπτομέρειες σε τι ακριβώς συνίσταντο οι συγκεκριμένες «παροχές» κατά την ερωτική εργασία στην αρχαιότητα, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την πορνεία όπως τη θεωρούμε σήμερα. Τέλος, οι αρχαίοι Αθηναίοι απαγόρευαν την κακοποίηση σε εργάτριες ή εργάτες του σεξ, θεωρώντας την ακραίο ατόπημα (ύβρις) και διώκοντάς τη με θεσπισμένο νόμο.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.