Η γυναίκα της Κω

Η γυναίκα της Κω Facebook Twitter
0

ΕΥΤΥΧΩΣ, ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ποιον δρόμο πρέπει να πάρει η νεοελληνική πεζογραφία, κατά συνέπεια πάσα προσπάθεια γίνεται δεκτή μέχρι νεωτέρας αποδόσεως. Το μυθιστόρημα του Νικολή, για παράδειγμα -εντυπωσιακό για την αφηγηματική του αντοχή- διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον και με τον φόβο πάντα ότι απειλείται από τον ίδιο τον εαυτό του. Γενικά, η δραματουργία στα καθ’ ημάς παίρνει τα πάνω της, αφού πρώτα περάσει απο τις συμπληγάδες της ηθογραφίας. Το πρόβλημα του «μύθον τινά διηγείσθαι» παραείναι μεγάλο για να περάσει απαρατήρητο. Μάλιστα, από τις πρώτες σελίδες αναρωτιέται κανείς: υπάρχει κάτι στον νεοελληνικό βίο που ν’ αξίζει να μυθιστοριοποιηθεί; Ο Νικολής, καθώς φαίνεται, έχει τους τρόπους για να θέσει ή να ξεφύγει από το πρόβλημα.

Η Διονυσία, κάτοικος της Κω, «είναι μια νέα ακόμα γυναίκα, με καστανή μικρόσωμη φιγούρα. Μαλακό χνούδι, λεπτά χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, το σώμα της λιγότερο ελκυστικό, γερτοί ώμοι, καμπουριάζει κάπως για να σηκώνει τα μεγάλα στήθη, στομαχάκι επίσης, η λεκάνη όμως και τα πόδια της αδύνατα, σχεδόν αγορίστικα. Αλλά λίγο ο βαθύς κόρφος ανάμεσα στα στήθη, λίγο το κοριτσίστικο πρόσωπο, οι λεπτοί καρποί και τα δάκτυλα, οι αστράγαλοι και τ’ ακροπόδια, όλα αυτά της δίνουν τη χάρη της γλυκιάς μητρικής φιγούρας, που σε συνδυασμό μερικές φορές με τις αφηρημάδες της αφήνουν την υπόνοια μιας ήπιας λαγνείας, ιδίως όσο μοιάζει να μην τη συνειδητοποιεί η ίδια». Είναι παντρεμένη με τον Τόλη, έχει δύο παιδιά τσακαλόπαιδα και ψωμίζεται από τις ενοικιάσεις δωματίων (Apartments-hotel Tolis). Η ίδια είναι μάλλον παραδουλεύτρα παρά σύζυγος. Ο Τόλης είναι η τυπική περίπτωση του συζύγου που έκανε ό,τι έκανε με τη γυναίκα “του” και κατόπιν βγήκε στη γύρα για να συντηρήσει τον ανδρισμό του και όντως έμπλεξε με μιαν μετανάστισσα Γεωργιανή. Όσο για τα δυό παιδιά -τον Γιώργο και τον Μιχάλη- που έχουν μπει στην εφηβεία, πασχίζουν να μοιάσουν στον πατέρα τους. Ανδρας τύραννος, παιδιά τέρατα. Η γειτονιά ήξερε να βλέπει και να της λέει: “Οι γιοι σου, λες και τους έκανε μόνος του ο Τόλης!”. Από κει και πέρα αρχίζει ο “έρωτας”».

Το πρώτο κεφάλαιο -τυραννικά δουλεμένο και ξαναψαγμένο- τιμά τον συγγραφέα για το πεζογραφικό του ένστικτο, την απίθανη εκμετάλλευση της λεπτομέρειας κι ένα είδος ανθρωπογνωσίας που χαρίζει θαλπωρή στην όλη σκηνοθεσία. Είναι προφανές ότι η οικογένεια πάσχει από ανολοκλήρωτα αισθήματα που αργά ή γρήγορα θα την τινάξουν στον άερα. Τα παιδιά ξεσπούν πάνω στην άβουλη μάνα και εκδικούνται ό,τι αφήνει η τυραννική παρουσία του Τόλη. Εδώ -από τις πρώτες σελίδες δηλαδή- ο Νικολής θα πάρει και τη μεγάλη απόφαση. Η οικογένεια «πρέπει» να διαλυθεί, η ηθογραφική εντέλεια να στραφεί προς άλλο δρόμο που θα προσφέρει άφθονο υλικό στην αφήγηση. Γενικά, όσο η Διονυσία παραδέρνει, η διήγηση ευεργετείται παντοιοτρόπως γιατι πετάει κλώνους.

Ο βασικός κλωνος αφορά τον Μάκη, αντιπρόσωπο εταιρείας καλλυντικών. Είναι ο «ξένος» που, όπως ξέρουμε από την αναγνωστική μας πείρα, κουβαλάει πάντα μαζί του μεγάλες αφηγηματικές βαλίτσες. «Κάποτε η παρουσία ενός ανθρώπου πέφτει σαν τη σταγόνα του λαδιού στο νερό, σταγόνα που απλώνεται και γαληνεύει την υδάτινη επιφάνεια. Το ρολόι παύει να χτυπάει μηχανικά, καθετί γύρω αναλάμπει. Το έπιπλο της ρεσεψιόν -τώρα δα δίπλα της-, τα καδράκια με τις καρτ ποστάλ του Αιγαίου στους τοίχους, η αναρριχώμενη αράχνη και τα διπλανά γλαστράκια με τους τηλέγραφους και τις μπιγκόνιες, όλα ζωντανεύουν, φωτίζονται». Η Διονυσία θα του παραδοθεί και θα ακολουθήσει μια τρομερή οικογενειακή σκηνή, μόλις αποκαλυφθούν τα καμώματα της μάνας και συζύγου.

Εδώ αρχίζουν και κάποιες υποψίες του αναγνώστη για την πειστικότητα των καταστάσεων. Δεν μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η Διονυσία παραδίδεται ανεπιστρεπτί στον Μάκη, αλλά ότι από τη δεύτερη επαφή τους ο Μάκης φέρνει μαζί του κι έναν φίλο, στον οποίο η Διονυσία παραδίδεται χωρίς καμιά αντίσταση. Το δικαίωμα του αφηγητή να διαμορφώνει κατά το κέφι του τις καταστάσεις είναι «ιερό», όπως ιερή ή ανίερη είναι και η δεκτικότητα του αναγνώστη. Αν η Διονυσία ήταν Διόνυσος, η τριπλέτα θα γινόταν αποδεκτή χωρίς συζήτηση. Αλλά μια πολύπαθη σύζυγος που ερωτεύεται και από την πρώτη στιγμή εφαρμόζει το «μπάτε φίλοι, αλέστε» μάλλον υποκρύπτει άλλους υπολογισμούς. Δεν παραδίδουμε μαθήματα ανθρωπογνωσίας στον Νικολή, απλώς παρατηρούμε κάποιες διαστρεβλώσεις στη γυναικεία ψυχολογία. Ποσο μάλλον όταν έχουμε έναν συγγραφέα που ενίοτε γράφει σαν να μιλάει η ίδια η ζωή.

Άλλωστε, το βιβλίο μόλις άρχισε. Η μικροκοινωνία της Κω θα ξεράσει τη γυναίκα που πάτησε το στεφάνι της και του λοιπού θα παρακολουθήσουμε το μαρτυρολόγιο της Διονυσίας μέσα στην αμαρτωλή Αθήνα, όπου φτάνει έχοντας στη μνήμη της το συζυγικό «απολυτήριο» του Τόλη: «Παλιοπουτάνα, βρομιάρα, ξεσκισμένη, ξεκωλιάρα, να μου γαμιέσαι με τις πούστρες, βρόμα, τους γιους σου, άντρες της παντρειάς, δεν τους ντράπηκες, μωρή τσούλα; Ε τσούλα! Πώς θα καθίσεις δίπλα στις νύφες σου, μωρή; Να τους μάθεις τι; Πώς να τον παίρνουν από τον κώλο, μωρή; Από τις αδερφές; Ε; Δεν μιλάς;». Φερμένη στην Αθήνα, η Διονυσία πατάει σε άλλο κόσμο. «Υπήρχε, όμως, και κάτι που τη συνάρπαζε: η πολυκοσμία ή, πιο σωστά, η πληθώρα και ο χαρακτήρας των διασταυρούμενων βλεμμάτων στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα καφενεία, παντού. Συνέβαινε και στο νησί, όταν κοιτάζονταν ένας ντόπιος μ’ έναν ξένο, όταν ανταλλάσσονταν ματιές ανάμεσα σε αγνώστους, αλλά αυτό δεν κράταγε πολύ, δεν προλάβαινε το μάτι να χαλαρώσει πραγματικά. Εδώ, αντίθετα, πολύ γρήγορα συνήθισε ν’ απολαμβάνει μια πρωτόγνωρη ελευθεριότητα. Η Διονυσία το χαιρόταν».

Θα το χαρεί βέβαια, με τη διαφορά ότι, μη έχοντας στον ήλιο μοίρα και αναπτύσσοντας το μόνο που της απέμεινε, την ερωτική παθητικότητα, θα ανακαλύψει απίθανες ψυχικές της ιδιότητες. «Προσπάθησε να μιλήσει στη Μεταξία για τα περίεργα που της συνέβαιναν, αυτό, να γλιστράει μέσα σε άλλους, οποιουσδήποτε αλλους, να γίνεται ο εαυτός τους, αλλά και το άλλο, ότι σταδιακά ξεκολλάγανε τα πράγματα από τα χέρια της, της έπεφταν ή ξεκολλάγανε τα χέρια της από αυτά σαν από κλαδιά δεντρου, και έπεφτε εκείνη». Ούτε λίγο ούτε πολύ, περνώντας του λιναριού τα πάθη, η Διονυσία θ’ αναδειχτεί άθελά της σε ηρωίδα των βασάνων, σε άκακο σκουπίδι άνευ αντιστάσεως, κυριολεκτικά σε αγία της οδύνης και της ταπείνωσης.

Όταν ο Νικολής προσγειώνει το αφηγηματικό του σύστημα στα περίχωρα των Εξαρχείων, όπου ομοφυλόφιλοι, εϊτζιλήδες, πρεζάκια, ηρωονομανείς, κλέφτες και ναυάγια κάνουν παιχνίδι, εξού κι ένα «αεράκι αμεριμνησίας που φύσαγε μέσα στο κεφάλι της», είμαστε βέβαιοι πια ότι η αρχική μας Διονυσία έχει ψιλο-χαθεί κι εκείνο που κάνει παιχνίδι είναι το αξίωμα: «Όλοι ξεπέφτουμε, κι εδώ που τα λέμε ποιον δεν ξεφτίλισε η καύλα...», επίσης το συμπλήρωμά του: «Ο Θεός δεν λογαριάζει την καύλα στις αμαρτίες» και το παραπλήρωμα : «Τυχερές οι μάνες που οι γιοι της είναι γκέι». Λογαριάζει, όμως, ο αφηγητής τα άλματα της αφήγησης, τις παραπειστικές μεταμορφώσεις των προσώπων και, κυρίως, τις μικροαστικές ασημαντότητες απο τις οποίες -πώς δεν το πρόσεξε ο Νικολής;- είναι ξέχειλο το βιβλίο;

Περιέργως πώς, όσο η Διονυσία αποσαθρώνεται και πνευματοποιείται, χάνοντας την αρχική της πειστικότητα, τα πρεζάκια ολόγυρά της χαλάνε τον κόσμο, οι ομοφυλόφιλοι γίνονται ολοένα και περισσότερο αυτό που είναι, καθώς η πόλη αποτελεί πια σκηνικό εχθρότητας και παρακμής. Η σελίδα 313 ισχύει για όλα τα αθηναϊκά πρόσωπα του βιβλίου: «Το αμέσως επόμενο διάστημα θα βίωνε μια έξαρση της λαγνείας της, λιγότερο για την ηδονή, περισσότερο για μια τυφλή και βίαιη κοινωνικότητα, ένα σπάταλο σκόρπισμα στην πόλη. Όσο λιγότερο λογάριαζε τις αναστολές της, τόσο περισσότερο βούλιαζε στον εαυτό της. Παιρνόταν όλο και με πιο εγκαταλελειμμένους, πιο παρίες. Σε αυτοκίνητα, σε πάρκα, σε τουαλέτες, σε γιαπιά. Όσο για τη φιληδονία της, αυτή πάρσιμο στο πάρσιμο λιγόστευε σαν πρέζα όλο και πιο πακέτο. Κάποτε σηκώθηκε από τα σκέλη ενός, από την περιτομή υπέθετε μετανάστη, δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν, πηδιόντουσαν ξαπλωμένοι σε χαρτόνια πίσω από τους θάμνους στο Πεδίον του Άρεως, κάθισε στις φτέρνες της λίγο παραπέρα, άδειαζε υγρά από το απευθυσμένο».

Λίγο μελό δεν κάνει κακό, αντίθετα βοηθάει την αφηγηματική υγεία. Λίγο λούμπεν, επίσης, προσδίδει γραφικότητα όπου χρειάζεται, με τη διαφορά βέβαια ότι τα είδη, για να αναμειχθούν, απαιτείται μεγάλη ικανότητα, και κυρίως βαθύτατη ανάγκη. Δεν συγχωρείται, δηλαδή, ο Νικολής όταν επιτρέπει στον εαυτό του να θυμίζει Νότη Περγιάλη... Μια παρατήρηση για τον ψυχισμό της Διονυσίας ισχύει για πολλά χάσματα του βιβλίου: «Κάποιος έκοβε τις στιγμές και τις πραξεις σε μικρά κομμάτια, εκείνη ζούσε το κάθε κομμάτι χώρια, απομονωμένο, δεν το συνέδεε με το προηγούμενό του». Συχνά στην αφήγηση έχουμε καλοκρυμμένες ασυνεχειες, μεταμορφώσεις που δεν παρακολουθούνται από τις ανάλογες αιτίες, ωριμάνσεις των καταστάσεων χωρίς τις ανάλογες μετατροπές. Η αλήθεια είναι ότι η επιστασία του Νικολή πουθενά, μα πουθενά δεν τα κάνει θάλασσα. Η αδυναμία του, όμως, να υποστηρίξει τον κορμό του βιβλίου με ανώτερη σύνθεση αποκαλύπτει και ένα όριο στη δημιουργικότητα. Γράφει εύστοχα για τη Διονυσία: «Αν γινόταν, θα φορούσε ανάποδα το δέρμα της, το έξω μέσα, να κλεινόταν εντός της, να βουβαινόταν». Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει για την αφήγηση που υποχρεούται να δείχνει ταυτότητα σε κάθε σελίδα και να υπογράφει με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να μεταβούμε στα τέλη του βιβλίου για να ξαναβρούμε τη Διονυσία που έχει μεταμορφωθεί σε αγία.

Όσο για την υπόλοιπη οικογένεια στην Κω, πήγε καλειά της με τον θάνατο που της άξιζε. «Ε, μια μέρα - και ποια μέρα; Της Παναγίας: δυο εικοσιτετράωρα αφότου, απ’ ό,τι μου λέτε, πέθανε ετούτη, τσακωνόντουσαν στο αυτοκίνητο αυτός με τους γιους τους, έτρεχε -όσοι τον είδανε- δαιμονισμένα, μέχρι που τα ‘δωσε από ‘να γκρεμό έξω από την πόλη. Κοντά στα Θερμά, μια περιοχή με ιαματικά νερά. Τους θάψανε μισοκαμένους».

                                   

Πέρα από τις επιφυλάξεις μας και τις επιμέρους παρατηρήσεις, πιστεύουμε ότι ο Νικολής κατέχει τάλαντο που θα τον οδηγήσει έστω και με κλειστά τα μάτια. Το βιβλίο του δείχνει -εκτός των άλλων- ένα όριο που δεν αφορά μόνο την περίπτωσή του αλλά και τον ορίζοντα της ντόπιας πραγματικότητας, που μοιάζει με την μπάλα μέσα στο νερό: όσο κι αν τη βαπτίζουμε στα ύδατα της εγχώριας εμπειρίας, αργά ή γρήγορα ανέρχεται στην επιφάνεια. Η πρόζα του, πάντως, αυτό το κράμα σκληρότητας και αλάνθαστης εκφραστικότητας, είναι κάτι αδίδαχτο και απολύτως προσωπικό.

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Μαγειρεύοντας για τους δικτάτορες

Βιβλίο / Τι τρώνε οι δικτάτορες; Ένα βιβλίο γράφει την ιστορία της όρεξής τους

Ταξιδεύοντας σε τέσσερις ηπείρους για τέσσερα χρόνια, ο Βίτολντ Σαμπουόφσκι εντόπισε τους πιο ασυνήθιστους μάγειρες του κόσμου, καταγράφοντας κομβικές στιγμές της ιστορίας του 20ού αιώνα μέσα από το φαγητό.
M. HULOT
Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Βιβλίο / Μέσα στον γοητευτικό κόσμο των χαμάμ

Το βιβλίο «Με τους Ευρωπαίους περιηγητές στα χαμάμ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας» φωτίζει όψεις αυτών των χώρων, τους ανθρώπους που σύχναζαν εκεί και τις κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν, όπως και τον ρόλο τους στη ζωή της Ανατολής.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Στα «Νέα» μου έλεγαν: «Πότε θα φύγεις για να πάρουμε αύξηση;»

Συνέντευξη / Μικέλα Χαρτουλάρη: «Στα ΝEA με ρωτούσαν πότε θα φύγω για να πάρουν αύξηση»

Από τις χρυσές εποχές των εφημερίδων και τις «Κεραίες της εποχής μας» έως το «Βιβλιοδρόμιο», τις συγκρούσεις, το μπούλινγκ και την έξοδο από τα «Νέα», η Μικέλα Χαρτουλάρη μιλά για τη δημοσιογραφία ως στάση ζωής, για την αριστερά, την εξουσία καθώς και για όλα όσα δεν συγχωρεί και δεν ξεχνά.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Βιβλίο / Δεσποτικό: το ιερό του Απόλλωνα αλλάζει τον αρχαιολογικό χάρτη των Κυκλάδων

Απέναντι από την Αντίπαρο, ένα ακατοίκητο νησί φέρνει σταδιακά στο φως ένα από τα σημαντικότερα αρχαϊκά ιερά του Αιγαίου. Το νέο λεύκωμα «Δεσποτικό. Φωτογραφίες και ιστορίες» συμπυκνώνει περισσότερα από είκοσι χρόνια συστηματικής ανασκαφικής έρευνας και αναστήλωσης.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Βιβλίο / «Η Αρχαία Ρώμη είναι παρεξηγημένη στη χώρα μας»

Πόση Ρώμη υπάρχει ακόμη στην Ευρώπη, την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και την Ελλάδα; Ο μεταφραστής και επιμελητής της ελληνικής έκδοσης της «Ρωμαϊκής Ιστορίας», Σωτήρης Μετεβελής, μιλά για τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία του αρχαίου κόσμου και την κληρονομιά που άφησε πίσω της.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Λονγκ Άιλαντ»του Κολμ Τομπίν: Μυστικά και ψέματα στην Ιρλανδία του '70

The Review / «Λονγκ Άιλαντ»: Ένα ακόμα συναρπαστικό βιβλίο από τον Κολμ Τομπίν;

Ο μεγάλος Ιρλανδός συγγραφέας γράφει ένα σίκουελ του μυθιστορήματός του «Μπρούκλιν», γνωστού και από την πολύ καλή κινηματογραφική του μεταφορά. Η Βένα Γεωργακοπούλου και ο αρχισυντάκτης του πολιτιστικού τμήματος της «Καθημερινής», Σάκης Ιωαννίδης, συζητούν για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Τζορτζ Μάικλ: Η ζωή και τα σκοτάδια του σε μια βιογραφία

Βιβλίο / Τζορτζ Μάικλ: Η ζωή και τα σκοτάδια του σε μια βιογραφία

Πεθαίνει σαν σήμερα ένα μεγάλο είδωλο της ποπ. Στο βιβλίο «George Michael - Η ζωή του» ο Τζέιμς Γκάβιν δεν μιλάει μόνο για τις κρυφές πτυχές του μεγαλύτερου ειδώλου της ποπ αλλά και για την αδυναμία του να αποκαλύψει τη σεξουαλική του ταυτότητα, κάτι που μετέτρεψε το πάρτι της ζωής του σε πραγματική τραγωδία.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ