ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΡΑΨΙΜΟ και πώς (και πού) ακριβώς συμβαίνει; Στο βιβλίο της με τίτλο «The Writer’s Room» («Το δωμάτιο του συγγραφέα»), η Katie da Cunha Lewin, η οποία διδάσκει λογοτεχνία του 20ού και 21ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι, μας καθοδηγεί με περιπετειώδη τρόπο στα μέρη όπου έγραφαν οι συγγραφείς των «βιβλίων που αγαπάμε». Στη διαδρομή επισκεπτόμαστε αρκετούς όμορφους χώρους εργασίας που μοιάζουν με βιβλιοθήκες, έχουν μεγάλα παράθυρα που βλέπουν σε ήσυχα, καταπράσινα τοπία. Ωστόσο, ένα από τα κύρια επιχειρήματα της Lewin είναι ότι η συγγραφή γίνεται συχνά σε προσωρινά και χαοτικά μέρη: σε καφέ, σε τραπέζια κουζίνας, στο τρένο, μέσα στην ακαταστασία και στα σκουπίδια. Ο Μαρσέλ Προυστ συνέγραψε το επτάτομο έργο του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» (1913-27) στο κρεβάτι του. Ο Ντάλτον Τράμπο, ο Αμερικανός σεναριογράφος και συγγραφέας, έγραφε στην μπανιέρα του – στο ένα χέρι το τσιγάρο και στο άλλο το χειρόγραφο.
Το ξενοδοχείο Pera Palace στην Κωνσταντινούπολη διαφημίζει με υπερηφάνεια το «Δωμάτιο της Αγκάθα Κρίστι», το οποίο διαθέτει ένα αντίγραφο της μαύρης γραφομηχανής Underwood που χρησιμοποιούσε.
Ακόμη και η συγγραφέας που συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη για έναν αποκλειστικό χώρο γραφής αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα έγραφε συχνά σε χαοτικές συνθήκες. Όπως αποκαλύπτει το βιβλίο, η Βιρτζίνια Γουλφ εργαζόταν ανάμεσα σε «πεταμένα χαρτιά, κομματάκια σπάγκου, χρησιμοποιημένα σπίρτα, σκουριασμένους συνδετήρες, τσαλακωμένους φακέλους, σπασμένες τσιγαροθήκες κ.λπ.». Η φυσική ακαταστασία της Γουλφ δεν είναι παρά ένας από τους λόγους για τους οποίους η Lewin εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική απέναντι στα «μουσεία-σπίτια συγγραφέων», ειδικά εκείνα όπου το γραφείο ενός συγγραφέα έχει σκηνοθετηθεί προσεκτικά. Δεν είναι απλώς ότι οι επιμελητές έχουν τακτοποιήσει τα πάντα προτού αφήσουν το κοινό να μπει (ο «χώρος συγγραφής» της Γουλφ στο Monk’s House στο Σάσεξ της Αγγλίας, για παράδειγμα, είναι ύποπτα απαλλαγμένος από τσαλακωμένους φακέλους και παλιές τσιγαροθήκες) αλλά ότι σε πολλές περιπτώσεις η «δημιουργική σκηνή» έχει ουσιαστικά ανασκευαστεί.
Η συγγραφέας αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη καχυποψία το σπίτι-μουσείο του Τζον Κιτς στο Χάμστεντ του Λονδίνου, όπου ο ποιητής έζησε για λιγότερο από δύο χρόνια, διάστημα που δεν είναι αρκετό για να αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα στο περιβάλλον του. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή της, παρατήρησε ότι στο «μουσείο» υπήρχαν ελάχιστα αντικείμενα ή έπιπλα που θα αναγνώριζε ο Κιτς, ενώ το σημαντικό, υποτίθεται, μελανοδοχείο στο σαλόνι του ποιητή αποδείχθηκε ότι ανήκε στον φίλο του, τον ποιητή Πέρσι Σέλεϊ. «Η σκηνή φαινόταν να καταρρέει κάτω από όλες αυτές τις απουσίες», γρέφει η Lewin, «ο αντικατοπτρισμός του δωματίου του συγγραφέα είχε ακυρωθεί».
Από την άλλη, υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που δεν άντεχαν την εργασία σ’ έναν προκαθορισμένο, προσωπικό χώρο. Το αυτοβιογραφικό έργο του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, «Μια κινητή γιορτή», ξεκινά με τον ίδιο ως νεαρό άνδρα στο Παρίσι της δεκαετίας του 1920 να ανησυχεί για το κόστος θέρμανσης του διαμερίσματός του. Το να γράφει σε ένα τοπικό καφέ δεν ήταν μόνο φθηνότερο –η τιμή ενός café au lait– αλλά παρείχε επίσης την ψευδαίσθηση της συντροφιάς, χωρίς κανέναν αντιπερισπασμό.
Άλλοι συγγραφείς, και ιδίως γυναίκες, επέλεγαν να γράφουν σε καφέ, καθώς η εργασία στο σπίτι σταματούσε διαρκώς λόγω οικιακών υποχρεώσεων. Ενώ ο Χέμινγουεϊ προσπάθησε να αναπαραγάγει την ατμόσφαιρα του «σπιτιού» στα ζεστά και φιλικά καφέ του Μονπαρνάς και του Σεν-Ζερμέν, πολλές γυναίκες συγγραφείς διάλεγαν να εργάζονται σε τέτοια μέρη ακριβώς επειδή δεν ήταν το σπίτι τους.
«Ποτέ δεν είχα ένα συγκεκριμένο δικό μου δωμάτιο ή ένα μέρος όπου αποσυρόμουν ειδικά για να γράψω», έγραφε η Άγκαθα Κρίστι στην αυτοβιογραφία της. Ταξιδεύοντας εκτενώς με τον αρχαιολόγο σύζυγό της στη Μεσοποταμία, η Κρίστι ήταν κατηγορηματική: «Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν ένα σταθερό τραπέζι και μια γραφομηχανή». Παρ' όλα αυτά, έχουν γίνει πολλές απόπειρες να συνδεθεί η «Βασίλισσα του Εγκλήματος» με συγκεκριμένους χώρους. Το ξενοδοχείο Pera Palace στην Κωνσταντινούπολη διαφημίζει με υπερηφάνεια το «Δωμάτιο της Άγκαθα Κρίστι», το οποίο διαθέτει ένα αντίγραφο της μαύρης γραφομηχανής Underwood που χρησιμοποιούσε. Το διαφημιστικό κείμενο υπονοεί ότι η Κρίστι έγραψε το «Έγκλημα στο Όριεντ Εξπρές» (1934) εκεί, παρότι, όπως σημειώνει η Lewin, «αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τη βιογραφία της».
Πιθανώς όσοι αποφασίζουν να μείνουν στο δωμάτιο 411 του ξενοδοχείου ελπίζουν ότι η λογοτεχνική ιδιοφυΐα της Κρίστι θα τους επηρεάσει με κάποιο τρόπο. Αυτή φαίνεται σίγουρα να είναι η λογική όσων υποβάλλουν αίτηση για βραχυπρόθεσμη διαμονή προκειμένου να εργαστούν στο μεγάλο σπίτι της Ίντιθ Γουόρτον στη Μασαχουσέτη ή να μείνουν σε ένα από τα σπίτια που έμεινε ο Τζακ Κέρουακ στη Φλόριντα. Οι επισκέπτες μπορούν ακόμη και να πληρώσουν για να περάσουν μερικές ώρες δουλεύοντας στο δωμάτιο όπου έγραφε ο Μαρκ Τουέιν στο σπίτι του στο Κονέκτικατ, παρότι, για κάποιον λόγο, απαγορεύεται να καθίσεις στο γραφείο του.
Εν τέλει, η κεντρική ιδέα του βιβλίου μοιάζει να είναι ότι δεν έχει σημασία πώς ή πού γράφεις. Όπως είχε πει και η Γουλφ, «το μόνο που έχει σημασία είναι να γράφεις αυτό που θέλεις να γράψεις».
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»