Τo «Λαχταρώ» («Crave», 1998) είναι το προτελευταίο έργο που έγραψε η Σάρα Κέιν προτού αυτοκτονήσει τον Φεβρουάριο του 1999 και αποτελεί ορόσημο στην εργογραφία της επειδή μετά τα άκρως βίαια έργα που είχαν προηγηθεί («Blasted», «Φαίδρας έρως», «Cleansed») και εξόργισαν τους θεατρικούς και πνευματικούς κύκλους της Αγγλίας, για πρώτη φορά έδειχνε να αναζητεί μια νέα δραματική φόρμα με έμφαση στη γλώσσα.
Ήταν μια τολμηρή απόπειρα να βυθιστεί στα μύχια των φόβων της, αποτυπώνοντάς τους μέσα από ένα παλίμψηστο δραματουργικών μοτίβων και προσωπικών εξομολογήσεων. Τέσσερις φωνές και –απροσδιόριστης ταυτότητας– χαρακτήρες αλληλοσυμπληρώνονται σε μια ιδιότυπη αφήγηση, μετέωρη στον χρόνο και στον χώρο, σε ένα κείμενο που μιλάει για τις επώδυνες διαδρομές διαφυγής του μυαλού από τα τραύματα. Ως εκ τούτου, πίσω από τα λεγόμενα των τεσσάρων κυριαρχούν ο ρυθμός, ο ήχος και τα νοήματα, εγκαινιάζοντας μια διαφορετική προσέγγιση της θεατρικής δράσης και μορφής, την οποία ολοκλήρωσε στο αμέσως επόμενο έργο της, «4.48 Ψύχωση», το οποίο όμως ανέβηκε μετά τον θάνατό της, το 2000.
«Η Κέιν μας κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα γιατί το ίδιο το κείμενο περιέχει βιβλικές αναφορές, στίχους των Joy Division, οδηγίες χρήσης, όσο κι αν αυτό φαίνεται τρελό, και διάφορα άλλα στοιχεία, που όμως όλα μαζί συνθέτουν ένα πρωτότυπο δραματουργικό κολάζ».
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ανεβάζει για πρώτη φορά το «Λαχταρώ» σε μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία της Χριστίνας Χατζηβασιλείου, στο Φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Τους ρόλους εερμηνεύουν οι Ιωάννης Αθανασόπουλος, Μομώ Βλάχου, Άννα Ευθυμίου και Γιάννης Παρασκευόπουλος. Η πρεμιέρα θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026.
Η σκηνοθέτις Χριστίνα Χατζηβασιλείου δήλωσε σχετικά με το έργο και την παράσταση:
«Το “Λαχταρώ” είναι διαχρονικό κείμενο γιατί ασχολείται με την απώλεια και τον έρωτα. Επίσης με την οδύνη που αφήνει πίσω του ο έρωτας καθώς τον θυμόμαστε ξανά και ξανά.
Επομένως πρόκειται για ένα από τα πιο προσωπικά έργα της Κέιν∙ μην ξεχνάμε ότι το έγραψε επιστρέφοντας από την Αμερική μετά από έναν έρωτα που, όπως η ίδια λέει, τη διέλυσε.
Αυτό αποτυπώνεται μέσα από ένα πολύ γυμνό κείμενο, που όμως αποτελεί ένα παλίμψηστο από άλλες δραματουργικές συλλογές της ίδιας. Είναι ένα έργο που εξακολουθεί να ταράζει πάρα πολύ, όχι μόνο όποιον έχει πληγωθεί από τον έρωτα, αλλά όποιον έχει έρθει αντιμέτωπος με την απώλεια σε κάθε επίπεδο.
Αν απομονώσουμε αυτό το κείμενο, όπως και την υπόλοιπη εργογραφία της Κέιν, που έχει μπει σε ένα μυθολογικό πλαίσιο ακριβώς λόγω της αυτοχειρίας της, εξακολουθεί να έχει διαχρονικότητα, καθώς είναι γραμμένο σε μια πολύ ιδιαίτερη μορφή. Είναι ένα κείμενο το οποίο δεν έχει διανομή, αλλά αναφέρει γράμματα. Οι A, B, C και M είναι “χαρακτήρες” που πλαισιώνουν τις φωνές μάλλον της ίδιας της συγγραφέως σε διαφορετικούς ρόλους, που είτε ενυπάρχουν μέσα της είτε πλαισιώνουν τη ζωή της.
Είναι μάλλον απλοϊκό να μιλήσουμε για ένα έργο γραμμένο για τον έρωτα, καθώς πρόκειται για ένα κείμενο που είναι πρωτότυπο όσον αφορά τη φόρμα του, τη συλλογιστική του και το ίδιο το περιεχόμενό του, γιατί αν το αποκρυπτογραφήσει κανείς, αντιλαμβάνεται όλα τα κείμενα που κρύβονται μέσα του.
Η Κέιν έχει επηρεαστεί πάρα πολύ εδώ από τον Έλιοτ, από τη Φίλις Νάγκι και το wombic theater, που έχει να κάνει πολύ με τις ανταγωνιστικές σχέσεις μάνας και κόρης, από τον Μάρτιν Κριμπ και από τον Μαρκ Ρέιβενχιλ, που της ανέθεσε να γράψει αυτό το έργο για την ομάδα του. Είναι ένας δραματουργικός θησαυρός. Επίσης μας κλείνει το μάτι παιχνιδιάρικα γιατί το ίδιο το κείμενο περιέχει μέσα βιβλικές αναφορές, στίχους των Joy Division, οδηγίες χρήσης, όσο κι αν αυτό φαίνεται τρελό, και διάφορα άλλα στοιχεία, που όμως όλα μαζί συνθέτουν ένα πρωτότυπο δραματουργικό κολάζ.
Γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης –μάλιστα η Σάρα Κέιν χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Marie Kelvedon ακριβώς γιατί είχε γίνει έρμαιο των δημοσιογράφων μετά το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει με το “Blasted”, λόγω των ωμών σκηνών βίας, την εποχή του εμφυλίου στη Γιουγκοσλαβία– από τον Ρέιβενχιλ, ο οποίος της ζήτησε να το γράψει για τα θεατρικά αναλόγια της Παρασκευής, τα οποία παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια των μεσημεριανών γευμάτων της ομάδας του. Βασισμένη σε υλικό που είχε στη διάθεσή της, έγραψε το “Crave” σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά εξαιτίας της προκατάληψης που υπήρχε εναντίον της επέλεξε να το υπογράψει με ψευδώνυμο.
Επομένως είναι ένα κείμενο που φαίνεται ήσυχο, αλλά είναι το πιο ταραχώδες και το πιο αβάσταχτο να το ακούς και να το διαβάζεις. Οι πρόβες μας για το ανέβασμα στο ΚΘΒΕ αποδείχτηκαν δύσκολες∙ κάθε φορά που ο λόγος της Κέιν ακούγεται, μου φέρνει ταραχή. Ο σκηνοθετικός πυρήνας της παράστασης εστιάζει πάρα πολύ στη σχέση μητέρας και κόρης. Η ανάγνωσή μου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αυτοβιογραφικά στοιχεία που δίνει η Σάρα Κέιν, κι έτσι κατά κάποιον τρόπο “κλειδώνω” όλες τις ιστορίες της σε μία».