Το ξημέρωμα της 9ης Ιανουαρίου 2012 εκλάπησαν από τις αίθουσες της Εθνικής Πινακοθήκης το «Γυναικείο κεφάλι», με αριθμό έργου 1.357, αναφορά του Πικάσο στη μούσα του Ντόρα Μάαρ, το οποίο φιλοτέχνησε το 1939 (δωρεά του καλλιτέχνη στον ελληνικό λαό για την αντίστασή του στην Κατοχή), το έργο «Μύλος» (1905), από την πρώτη περίοδο του Ολλανδού Πιετ Μοντριάν, και ένα σχέδιο θρησκευτικής απεικόνισης των αρχών του δέκατου έβδομου αιώνα, που αποδίδεται στον Ιταλό Γκουλιέλμο Κάτσια (Μονκάλβο).

 

Έγινε πάταγος εκείνη την εποχή, αλλά αμέσως μετά η Πινακοθήκη έκλεισε για τις εργασίες ανακαίνισης και η ιστορία κάπως ξεχάστηκε. Ίσως αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι οι άνθρωποι που είχαν ασχοληθεί τότε με την υπόθεση στο μεταξύ συνταξιοδοτήθηκαν.

 

Η επονομαζόμενη σήμερα από πολλούς «ληστεία του αιώνα» δεν είναι η πρώτη που έχει συμβεί σε ελληνικό μουσείο, μάλιστα «ληστεία του αιώνα» θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε κάλλιστα αυτήν του Μουσείου της Κορίνθου το 1990, απ’ όπου αφαιρέθηκαν 263 αρχαία αντικείμενα και υπήρχαν όπλα και ναρκωτικά και λογαριασμοί με τη «νύχτα».

 

Αλλά ένας Πικάσο που αφαιρείται από την Εθνική Πινακοθήκη είναι όντως «θάνατος», όπως είχε πει τότε η διευθύντρια της Πινακοθήκης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, και μέχρι την «Ανάσταση», όπως αποκάλεσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη την εύρεση των έργων τέχνης και τη σύλληψη του ενόχου στην κοινή συνέντευξη Τύπου με τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη στις 29 Ιουνίου, πολλά έχουν συμβεί και συμβαίνουν, που μάλλον περιπλέκουν την υπόθεση.

 

Όπως ακούσαμε στην περίφημη συνέντευξη Τύπου, στη διάρκεια της οποίας έγινε και το «ατύχημα» Πικάσο ‒με τον πίνακα να πέφτει στο έδαφος και τους αστυνομικούς να πιάνουν τα έργα με τα χέρια, κάνοντάς μας viral σε όλο τον κόσμο για τους λάθος λόγους‒, από τον επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας Γρ. Ζαχαράκη, ο δράστης είναι σαράντα εννέα ετών, ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, διέπραξε μόνος του την κλοπή, παρακολουθούσε επί έξι μήνες την Εθνική Πινακοθήκη και γνώριζε τα πάντα πριν από την τέλεση της πράξης.

 

Ο άνθρωπος αυτός έδωσε γλαφυρές περιγραφές για τον τρόπο παρακολούθησης και την παραπλάνηση του φύλακα, φτιάχνοντας το πορτρέτο ενός σχεδόν εμμονικού με την τέχνη, που αποφασίζει να κάνει κλοπή στο πιο περίβλεπτο ίδρυμα τέχνης της χώρας.

 

Για πολλά χρόνια οι πληροφορίες που έβλεπαν αραιά οι αναγνώστες και είχαν πηγή τους δημοσιογράφους του αστυνομικού ρεπορτάζ ανέφεραν ότι μάλλον ο πίνακας αφαιρέθηκε από τον δράστη κατά «παραγγελία» ‒ άλλωστε ο Πικάσο ήταν ο μεγάλης αξίας πίνακας που εκλάπη.

 

Για πολλά χρόνια οι πληροφορίες που έβλεπαν αραιά οι αναγνώστες και είχαν πηγή τους δημοσιογράφους του αστυνομικού ρεπορτάζ ανέφεραν ότι μάλλον ο πίνακας αφαιρέθηκε από τον δράστη κατά «παραγγελία» ‒ άλλωστε ο Πικάσο ήταν ο μεγάλης αξίας πίνακας που εκλάπη.

 

Οι κάμερες εμφάνιζαν έναν δράστη που φορούσε σκούφο, κατευθύνθηκε στον χώρο με τους τρεις πίνακες και με ένα μαχαίρι άρχισε να αφαιρεί τα κάδρα. Μεταξύ των φημών που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια ήταν και αυτή που ήθελε έναν υπάλληλο βενζινάδικου των νοτίων προαστίων να έχει ακούσει τυχαία ότι δράστες της κλοπής ήταν μια ομάδα τεσσάρων-πέντε ανδρών σερβικής καταγωγής. Η ίδια φήμη ήθελε τη συγκεκριμένη συμμορία να σχετίζεται και με κλοπές εκθεμάτων μουσείων της Αιγύπτου.

 

Σε ένα άρθρο του στη HuffΡost o αρεοπαγίτης Λέανδρος Ρακιντζής γράφει: «Μόλις έγινε γνωστή η κλοπή των πινάκων, με την ιδιότητα μου ως Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης που επόπτευε όλο τον δημόσιο τομέα, διέταξα έρευνα με επιθεωρητές του γραφείου μου και με το πόρισμα που συντάξαμε τάχιστα εντός δύο μηνών διαπιστώθηκε ότι η διοίκηση της Πινακοθήκης δεν είχε επιδείξει επιμέλεια για την αποτροπή τυχόν διάρρηξης ή κλοπής με τη λήψη επαρκών μέτρων φυλάξεως και ανέκυψαν πειθαρχικές ευθύνες». 

 

Φυσικά, όπως γνωρίζουμε, δεν συνέβη τίποτα, λαϊκά «δεν άνοιξε ρουθούνι». Όλοι και όλες παρέμειναν στις θέσεις τους.

 

To 2019, ο Βασίλης Λαμπρόπουλος γράφει ένα κομμάτι στα «Νέα» στο οποίο σημείωνε ότι υπάρχει κινητικότητα για την ανακάλυψη του δράστη, αναφέροντας και ότι ο φρουρός της Πινακοθήκης δεν φαίνεται να τον ακολούθησε μετά τη διαφυγή του για να διαπιστώσει αν είχε συνεργούς, χρησιμοποίησε όχημα. «Η ΕΛ.ΑΣ. παρέδωσε στις 23 Οκτωβρίου 2012 τη δικογραφία της υπόθεσης, από την οποία προέκυπτε ότι δεν υπήρξε παραβίαση της μπαλκονόπορτας απ’ όπου μπήκε ο δράστης, ενώ στο σημείο εκείνο βρέθηκαν πέντε πελματικά εντυπώματα που δεν διασταυρώθηκαν και θεωρήθηκαν πενιχρό στοιχείο. Ακόμη, από το σημείο της επιδρομής ελήφθησαν δώδεκα δείγματα DNA που είναι ένα βασικό όπλο της ΕΛ.ΑΣ. για την ταυτοποίηση των δραστών, η οποία ωστόσο παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

 

Στο διαβιβαστικό έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. σημειώνεται ότι δεν υπήρξε κανένα αξιοποιήσιμο στοιχείο από τη σάρωση των κινητών τηλεφώνων στην περιοχή της διάρρηξης, ενώ φαίνεται να υπήρχε ένας μεγάλος κύκλος τηλεφωνικών παρακολουθήσεων υπόπτων που δεν είχε κανένα αποτέλεσμα ‒ χωρίς να γίνεται, ωστόσο, σχετική μνεία στη δικογραφία. Ακόμα εξετάστηκε το ενδεχόμενο συμμετοχής κάποιου από τους εκατόν πέντε υπαλλήλους τότε της Πινακοθήκης στο σχέδιο αρπαγής του πίνακα, χωρίς να υπάρξει επιβεβαίωση.

 

Ενδιαφέρον υπήρξε και για έναν-δυο γκαλερίστες που είχαν επισκεφθεί τον χώρο της Πινακοθήκης προ της αρπαγής και επεξεργάζονταν τον πίνακα του Πικάσο. Ακόμη ερευνήθηκε και ο ρόλος δύο αλλοδαπών από βαλκανικές χώρες, που είχαν επισκεφθεί τότε τον χώρο της Πινακοθήκης και είχαν ζητήσει να πιστοποιηθεί η γνησιότητα πινάκων που είχαν στη διάθεσή τους».

 

πικάσο-κλοπή
Το βέβαιο είναι πως ένας σοβαρός συλλέκτης δεν θα αγόραζε αυτόν τον πίνακα που έχει δει το φως της δημοσιότητας άπειρες φορές, που είναι «θέμα τιμής από την Ελλάδα να βρεθεί», είναι αναγνωρίσιμος με το «καλημέρα» και έχει και αφιέρωση προς τον ελληνικό λαό, πράγμα που τον κάνει μοναδικό. Φωτο: Τατιάνα Μπόλαρη /Eurokinissi
 
 

 

Η αστυνομία φαίνεται να σαρώνει εκείνη την εποχή γνωστούς και αγνώστους, από γκαλερίστες μέχρι σεσημασμένους, χωρίς να βρίσκει την άκρη του νήματος. Οι εικασίες που γίνονται είναι πολλές, κυρίως ότι οι πίνακες έχουν ταξιδέψει σε κάποιο μέρος της γης, στα χέρια «ύποπτων» άγνωστων συλλεκτών που συνδέονται με καρτέλ ναρκωτικών και τη μαφία, και ότι έχουν πουληθεί έναντι πολλών εκατομμυρίων. Δύσκολα μπορούν να κρεμαστούν στον τοίχο Έλληνα συλλέκτη.

 

Όσο για τα οικονομικά στοιχεία των έργων, πολλά εκατομμύρια «πιάνει» ο Πικάσο, οι άλλοι δύο πίνακες δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία. Για τον μεν Πικάσο υπάρχει ένα ποσό είκοσι εκατομμυρίων που εμφανίζεται σε δημοσιεύματα ως εκτίμηση, αλλά γιατί να μην τα δώσει κάποιος για να «χτυπήσει» νόμιμα έναν Πικάσο; Βέβαια, στη σκοτεινή πλευρά του κόσμου της τέχνης πολλά συμβαίνουν, που συνδέονται συνήθως και με άλλες παράνομες δραστηριότητες.

 

Το βέβαιο είναι πως ένας σοβαρός συλλέκτης δεν θα αγόραζε αυτόν τον πίνακα που έχει δει το φως της δημοσιότητας άπειρες φορές, που είναι «θέμα τιμής από την Ελλάδα να βρεθεί», είναι αναγνωρίσιμος με το «καλημέρα» και έχει και αφιέρωση προς τον ελληνικό λαό, πράγμα που τον κάνει μοναδικό. Οπότε, όποιος έχει στα χέρια του τον πίνακα, δύσκολα θα τον πουλήσει. Φυσικά, αυτός ο συγκεκριμένος Πικάσο είναι ανεκτίμητος λόγω και της συμβολικής του αξίας. Κανένας δεν μπορεί να πει ότι έχει είκοσι ή εκατό εκατομμύρια. Ωστόσο, στην αγορά «πέφτουν» αρκετοί Πικάσο, διότι ο «μετρ» του εικοστού αιώνα έκανε χιλιάδες έργα που είναι σε χέρια πολλών κληρονόμων του και μη.

 

Για να τον πουλήσει πρέπει να ταξιδέψει πρώτα στο «dark web» και μετά πιθανότατα στο κέντρο της Ευρώπης, στην Ολλανδία για παράδειγμα, χώρα στην οποία διακινούνται πολλά έργα τέχνης και έχουν σημειωθεί πολλές κλοπές που κατά κύριο λόγο συνδέονται με την ολλανδική μαφία, η οποία ελέγχει και τη διακίνηση των νόμιμων και παράνομων ναρκωτικών στη χώρα. Αλλά να μιλήσει κάποιος με τη μαφία δεν είναι εύκολο.

 

Όσο για τους άλλους πίνακες; Θα ενδιέφεραν λιγότερο τη μαφία, είναι βέβαιο. Σύμφωνα με την πλατφόρμα τέχνης Artsy, ο ακριβότερος Μοντριάν που έχει πουληθεί είναι από τον Οίκο Christie’s το 2015 για 50,6 εκατομμύρια. Αφορά έργο που έχει κάνει ο Μοντριάν μετά το 1920, στο πλαίσιο του κινήματος De Stijl. Έργα της ίδιας εποχής με τον «Ανεμόμυλο Στάμμερ» που εκλάπη από την Πινακοθήκη, δηλαδή την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, δεν είναι αυτά του Μοντριάν που προτιμούν οι συλλέκτες και η ανώτερη τιμή αυτών των έργων είναι περίπου 200.000 ευρώ αν ψάξει κάποιος τους καταλόγους των έργων που έχουν δημοπρατηθεί.

 

πικάσο-κλοπή
Όσο για τα οικονομικά στοιχεία των έργων, πολλά εκατομμύρια «πιάνει» ο Πικάσο, οι άλλοι δύο πίνακες δεν έχουν τόσο μεγάλη αξία. Φωτο: Τατιάνα Μπόλαρη /Eurokinissi
 
 

 

Η τιμή για το σχέδιο του Μονκάλβο είναι ακόμα χαμηλότερη. Τα σχέδιά του πωλούνται σε δημοπρασίες από πέντε έως δέκα χιλιάδες ευρώ, π.χ. ένα έργο αντίστοιχο με αυτό που εκλάπη πουλήθηκε για 5.000 ευρώ στον Οίκο Christie’s, ενώ μια ελαιογραφία του μεγάλων διαστάσεων (79,8 x 62,9 εκ.) με τη Γέννηση του Ιησού πουλήθηκε το 2007 για 100.000 δολάρια. Οι τιμές είναι ανοιχτές στις πλατφόρμες, οπότε στο «σκοτεινό διαδίκτυο» οι τιμές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερες.

 

Η κλοπή μοιάζει να αφορά έργα «ασύνδετα» μεταξύ τους, ή θέλει κάποιος να θολώσει τα νερά. Γιατί αν θέλει να «σπρώξει» τα κλοπιμαία στην παράνομη αγορά, κανένα έργο δεν είναι όχημα του άλλου. Προφανώς, τον Πικάσο ήθελε και πήρε και τα διπλανά, λένε κάποιοι που έχουν ασχοληθεί με την υπόθεση.

 

Τη ίδια εποχή με την κλοπή στην Πινακοθήκη γίνεται μια μεγάλη κλοπή στο Μουσείο Kunsthal του Ρότερνταμ. Κλάπηκαν επτά πίνακες από Ρουμάνους που δικάστηκαν το 2013. Ο 29χρονος Ράντου Ντογκάρου έκλεψε, μαζί με συνεργό του, τη νύχτα της 15ης προς τη 16η Οκτωβρίου 2012 επτά πίνακες των Πικάσο, Ματίς, Γκογκέν, Μονέ, Φρόιντ και Μάγερ ντε Χάαν. Οι πίνακες μεταφέρθηκαν στη Ρουμανία οδικώς και κρύφτηκαν στο χωριό του Ντογκάρου, ο οποίος έκανε πολλές απόπειρες να τους πουλήσει στη ρουμανική αγορά, αλλά μια ειδικός, η Μαριάννα Ντράγκου, η οποία κλήθηκε από έναν συλλέκτη να δει δυο έργα που ενδιαφερόταν να αγοράσει, αναγνώρισε το έργο του Γκογκέν και του Ματίς.

 

Πριν από την έναρξη της δίκης του στο Βουκουρέστι ο κατηγορούμενος θέλησε να κάνει συμφωνία με τις δικαστικές αρχές: να επιστρέψει τους πέντε από τους επτά πίνακες, με αντάλλαγμα την επιβολή ποινής φυλάκισης στην Ολλανδία. Η μητέρα του, όμως, είχε ομολογήσει ότι έκαψε τους πίνακες για να εξαφανίσει τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Οι πίνακες μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί και είναι ένα στοίχημα για τους ντετέκτιβ έργων τέχνης και τις Αρχές της Ολλανδίας.

 

πικάσο-κλοπή
Οι άδειοι τοίχοι στο Μουσείο Kunsthal του Ρότερνταμ. Φωτο: EPA/ROBIN UTRECHT

 

Οι αστυνομικές αρχές της Αττικής ζήτησαν τώρα, μετά τη σύλληψη του δράστη της κλοπής στην Πινακοθήκη, πληροφορίες από τις ολλανδικές αρχές μέσω της Ευρωπόλ στο πλαίσιο της έρευνας για το κατά πόσο τα ταξίδια του στο Ρότερνταμ συνέπεσαν με την κλοπή που πραγματοποιήθηκε εκεί, στο μουσείο, το 2012, κατά τη διάρκεια της οποίας αφαιρέθηκαν οι επτά πίνακες, ενώ επικοινώνησαν επίσης με την Ιντερπόλ για πληροφορίες σχετικά με τα ταξίδια του 49χρονου δράστη στο Ντουμπάι, προκειμένου να αναζητήσει πιθανούς αγοραστές και να κάνει επαφές με εμπόρους έργων τέχνης. Πολύ δύσκολο για κάποιον που δρα μόνος, συγκεκριμένα επειδή, όπως επισημάνθηκε και από την υπουργό Πολιτισμού, οι πίνακες ήταν αδύνατον να πουληθούν, καθώς ήταν ταυτοποιημένοι ως προϊόντα κλοπής από την Εθνική Πινακοθήκη.

 

Όταν μιλάμε για έναν ελαιοχρωματιστή, επαγγελματική ταυτότητα που αποδόθηκε στον δράστη, αλλού πάει το μυαλό μας, όχι σε κάποιον art-freak που βάζει στο μάτι έναν Πικάσο και θέλει διακαώς να τον αποκτήσει. Το προφίλ του δράστη, όπως αποκαλύφθηκε τις επόμενες μέρες, μοιάζει να είναι κάπως διαφορετικό. Φαινομενικά δεν υπάρχει κάτι ύποπτο, ακόμα κι αν κάποιος ανεβάζει ένα έργο τέχνης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν μπορεί να συνδεθεί με μια κλοπή.

 

Ο έχων «γνώσεις οικοδομής», όπως αναφέρθηκε στη συνέντευξη Τύπου του υπουργείου, δεν μάθαμε ποτέ αν δούλευε και πού. Όπως δεν μάθαμε από πού προερχόταν η οικονομική επιφάνεια και η ικανότητά του να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη που τώρα οι Αρχές επιχειρούν να συνδέσουν με πιθανή δράση του που αφορά την πώληση των πινάκων. Ντουμπάι, Λονδίνο, Ολλανδία, οι προορισμοί και τόπος επίσκεψης τα μεγάλα μουσεία. Αν ανήκει στον υπόκοσμο της τέχνης, είναι πολύ έξυπνος, αλλά χωρίς συνεργό ή ομάδα, αυτές οι διασυνδέσεις είναι δύσκολες.

 

πικάσο-κλοπή
Ο 49χρονος ελαιοχρωματιστής οδηγείται στον ανακριτή. Φωτο: EUROKINISSI/ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ

 

Κανένας δεν ξέρει τι είχε συμβεί πριν οι Αρχές λάβουν την πληροφορία για το πρόσωπό του και τι ήταν αυτό που πυροδότησε την παρακολούθησή του. Ήδη τον παρακολουθούν, στις αρχές του 2021, όταν βλέπουν το φως της δημοσιότητας θέματα του αστυνομικού ρεπορτάζ που αναφέρονται στο ότι η αστυνομία είναι στα ίχνη της κλοπής του Πικάσο.

 

Στις 10 Φεβρουαρίου 2021 ο Δημήτρης Πώποτας και η Άρια Καλύβα γράφουν στο «Πρώτο Θέμα» ότι «δύο Αλβανοί διαρρήκτες που μόλις είχαν αποφυλακιστεί, υπό τις οδηγίες ενός Έλληνα με χοντρές άκρες στο “χρηματιστήριο της τέχνης”, είναι οι βασικοί ύποπτοι της κινηματογραφικής αρπαγής του πίνακα του Πικάσο από την Εθνική Πινακοθήκη. Οι ερευνητές έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ψηλόλιγνος κουκουλοφόρος με το κοπίδι και ο κανονικών διαστάσεων τσιλιαδόρος του εκτέλεσαν το τέλειο σχέδιο, όμως το έργο έμεινε στα χέρια του εντολέα τους, καθώς οι πληροφορίες λένε ότι δεν κατάφεραν να το πουλήσουν…», ενώ ο Βασίλης Λαμπρόπουλος γράφει στο «Βήμα» ότι «στην κλοπή του πίνακα εμπλέκονται πέντε Έλληνες, οι οποίοι διαμένουν στην Κέρκυρα, σε νησί του Αργοσαρωνικού και σε διαμέρισμα στην ευρύτερη περιοχή του Ταύρου.

 

Στην έρευνα φαίνεται να εμπλέκεται και το όνομα ενός γνωστού ιδιώτη, ο οποίος φέρεται να εμπλέκεται και σε υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Από τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στην Πινακοθήκη, οι αστυνομικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα πως διαρρήκτες αλβανικής και ρουμανικής υπηκοότητας εμπλέκονται στην υπόθεση, και μάλιστα καθοδηγούνταν από Έλληνες νονούς της νύχτας».

 

Προφανώς πρόκειται για μια διαρροή της Αστυνομίας που χρησιμοποιεί τη γνωστή τακτική με δημοσιεύματα για να δημιουργήσει κλίμα ανασφάλειας στον ύποπτο. Και τα κατάφεραν. Όταν συνελήφθη ο ύποπτος, ομολόγησε ότι αυτά τα δημοσιεύματα τον έκαναν να βγάλει τους πίνακες από την κρυψώνα και να τους πάει στο ρέμα όπου βρέθηκαν. Αφού τον παρακολουθούσαν, όμως, πώς είναι δυνατό να «έχασαν» την πιο κρίσιμη επιχείρησή του; Ο ίδιος ομολόγησε και υπέδειξε το σημείο. Αν ήταν αληθινά επαγγελματίας, όπως οι Ρουμάνοι κλέφτες και προαγωγοί του μουσείου του Ρότερνταμ, δεν θα είχε αποκαλύψει την κρύπτη.

 

πικάσο-κλοπή
Ο ποινικολόγος Σάκης Κεχαγιόγλου έχει αναλάβει την υπόθεση του ελαιοχρωματιστή.

 

Την ίδια μέρα της σύλληψής του, ο «ελαιοχρωματιστής» βρίσκεται να έχει έναν από τους γνωστότερους ποινικολόγους της Αθήνας, τον κ. Σάκη Κεχαγιόγλου. Ο δικηγόρος του λέει πως «αποτελεί αδιαμφισβήτητο επίσης γεγονός ότι στην ανεύρεση και ανάκτηση αυτή (των έργων) καθοριστικό ρόλο έπαιξε ο εντολέας μου, με την εξαρχής πλήρη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές και την έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξε». Φυσικά και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανεύρεση γιατί είναι ο άνθρωπος που τους έκλεψε, που ομολόγησε και μπορεί να υπάρχει και κάποια συμφωνία, δεν είναι άγνωστη αυτή η πρακτική.

 

Ίσως να μπορούσε να κρατήσει τους πίνακες στο σπίτι του για μια ζωή και να τους χαζεύει στον τοίχο, όπως είπε, αν πριν συλληφθεί ο «άνθρωπος που αγαπά την τέχνη» δεν είχε εξομολογηθεί τα πάντα σε μία τουλάχιστον γυναίκα, Ολλανδή, που είναι ο άνθρωπος που προφανώς ξέρει πολλά και τον κατέδωσε. Στο κάδρο αργότερα μπαίνει και μια άλλη γυναίκα που, σύμφωνα με πληροφορίες, επίσης «συνεισέφερε», μια Ελληνίδα σύντροφος αυτήν τη φορά.

 

Δείξτε μου τώρα έναν σοβαρό κλέφτη που σε κάθε γυναίκα με την οποία έχει σχέση λέει «έκλεψα ένα Πικάσο». Αν αυτό το άτομο ανήκει σε συμμορία και έπραττε έτσι, σήμερα θα περιδιάβαινε τον άλλο κόσμο. Η Ολλανδή σύντροφος φαίνεται να έχει κάνει αποκαλύψεις στις ολλανδικές αρχές και όχι στις ελληνικές, που δεν την έχουν καλέσει ακόμα να καταθέσει, έχει Έλληνα δικηγόρο, αλλά φαίνεται να την ξέρει καλά και ο ντετέκτιβ έργων τέχνης Άρθουρ Μπραντ.

 

Ο Άρθουρ Μπραντ έχει διεθνή φήμη και μεγάλες διασυνδέσεις με τον υπόκοσμο της τέχνης (με την καλή έννοια) και, όπως είναι φυσικό, ξέρει πολλά για αγοραπωλησίες έργων και την παράνομη διακίνησή τους. Στο παλμαρέ του έχει και μεγάλες επιτυχίες, γράφει βιβλία και όταν συμπράττει σε επιστροφές έργων τέχνης, όπου οι ληστές ζητούν λύτρα, παίρνει φυσικά την ανάλογη προμήθεια.

 

Ο Μπραντ εμφανίστηκε στην εκπομπή του Νίκου Ευαγγελάτου στο Mega και ήταν ασυγκράτητος. Λίγο πριν, στον λογαριασμό του στο Τwitter, είχε υποδείξει στην Ελληνική Αστυνομία σε ποια μέρη να ψάξει και έδινε και φωτογραφίες από το διαμέρισμα στο οποίο ήταν κρυμμένοι οι πίνακες. Προφανώς, οι εικόνες βρέθηκαν στην κατοχή του από τη σύντροφο του 49χρονου. Αναρωτιέστε γιατί δεν ενημέρωσε την αστυνομία για τα στοιχεία; Απάντηση δεν υπάρχει.

 

Ο Μπραντ, στην ανάρτησή του στο Τwitter, συνδέει τον ελαιοχρωματιστή και με την κλοπή του πίνακα του Μονέ από το Μουσείο του Ρότερνταμ, υποστηρίζοντας ότι ο Έλληνας, από αυτή την κλοπή των επτά έργων, κατέχει τα δύο.

 

 

Το σενάριο λίγο «μπάζει». Δηλαδή τα έχει από την Ολλανδία ή τη Ρουμανία, απ’ όπου τα είχαν μεταφέρει οι κλέφτες, τα έφερε στην Ελλάδα για να τα ξαναπάει στην Ολλανδία και να τα πουλήσει.

 

Στην ανάρτηση ο Μπραντ, που έχει εμμονή με την κλοπή στο Μουσείο Kunsthal, μιλά για τον πίνακα του Μονέ, τον οποίο είναι προφανές ότι οι ελληνικές αρχές θα είχαν δει στην έρευνα που έκαναν στο σπίτι του θείου του συλληφθέντος, αλλά κάτι τέτοιο δεν ανακοινώθηκε ποτέ επισήμως. Γράφει στον λογαριασμό του στο Facebook ο Μπραντ: «Αποκλειστικές φωτογραφίες. Αριστερά: πίσω από τον καφέ τοίχο στο διαμέρισμα του θείου του Γιώργου, ο πίνακας του Πικάσο, του Μοντριάν από την Εθνική Πινακοθήκη και ο Μονέ από το Μουσείο (σ.σ. του Ρότερνταμ). Δεξιά: οι πίνακες είναι πακεταρισμένοι για να μεταφερθούν στην Ολλανδία. Μεταφορά που τελικά δεν έγινε».

 

Μέσω του συνηγόρου του, ο ελαιοχρωματιστής απαντά ότι «οι πίνακες αυτοί, τους οποίους ο ίδιος έχει αμπαλάρει και είναι έτοιμοι προς μετακόμιση, είναι γνωστής Ελληνίδας καλλιτέχνιδος και γλύπτριας, όλα αυτά τα στοιχεία, δε, είναι στη διάθεση και της αστυνομίας και του κ. ανακριτή».

 

Ο λαλίστατος Μπραντ εμφανίζεται στην ελληνική τηλεόραση, ακόμα και στην εκπομπή «Αλήθειες με τη Ζήνα», αν και ομολογεί ότι δεν καταλάβαινε λέξη απ’ όσα ειπώθηκαν. Αλλά λέει στην ίδια ανάρτηση ότι ο 49χρονος ελαιοχρωματιστής «σε μια τελευταία απόπειρα προσπάθησε να βρει αγοραστή στη Γερμανία. Η Ελληνική Αστυνομία δεν φαίνεται να γνωρίζει ότι είχε συνεργό».

 

Οπότε ο Μπραντ βάζει στο κάδρο τη Γερμανία και την Ολλανδία και την Αγγλία, στην οποία εργαζόταν ο ελαιοχρωματιστής ως… αστυνομικός. Ο Μπραντ ή ξέρει κάτι παραπάνω, οπότε ας τον καλέσουν οι ελληνικές αρχές, για να μην τους κάνει υποδείξεις στο Τwitter, ή ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα. Ή, όπως όλοι οι ντετέκτιβ, θέλει να είναι στην καρδιά κάθε υπόθεσης.

Όπως και να ’χει, η αυθόρμητη και αβίαστη ομολογία του δράστη που φοβήθηκε, μετά από εννέα χρόνια, που έδειξε μόνος του την κρυψώνα, που μετέφερε τα έργα για να μην τα βρουν, αλλά μόλις τον ανακάλυψε η αστυνομία ομολόγησε αμέσως το μέρος όπου τα είχε κρύψει, μοιάζει να έχει πολλά κενά. Αν δρούσε για λογαριασμό άλλων, γιατί κρατούσε στα χέρια του τους πίνακες και δεν τους παρέδωσε; Και γιατί παίρνει όλη την ευθύνη; Ή αποφάσισε να κάνει συμφωνία ‒ γιατί δεν αποθηκεύεις τους πίνακες στο ρέμα για καιρό. Μια πλημμύρα, και οι πίνακες θα κολυμπούσαν στο άγνωστο. Προφανώς θα στήσει ένα ωραίο αφήγημα και σε αυτό θα επιμείνει.

 

Εκτός αν οι γυναίκες ξέρουν κάτι παραπάνω για τις υποτιθέμενες σκοτεινές διασυνδέσεις του, τις οποίες μέχρι τώρα δεν έχει βρει η αστυνομία, εξετάζοντας λογαριασμούς και κινητά. Αλλά έχουμε δρόμο μπροστά μας.

 

Γιατί το πιο ύποπτο σημείο της ομολογίας του είναι ότι πέταξε το σχέδιο του Γκουλιέλμο Κάτσια (Moνκάλβο), το φιλοτεχνημένο σε χαρτί με πενάκι, στη λεκάνη, επειδή έκοψε το χέρι του και λέρωσε το έργο. Πολύ άδοξο τέλος για ένα έργο τέχνης.

 

Όμως το φθινόπωρο του 2019, ως εκ θαύματος, εμφανίζεται το ίδιο σχέδιο ή ένα παρόμοιο σε κατάλογο δημοπρασιών του Οίκου Pandolfini της Φλωρεντίας. Το έργο δεν έχει ιστορικό προέλευσης και ενώ ενημερώνoνται το υπουργείο και η Πινακοθήκη από την ιστορικό τέχνης Μαριλένα Κασιμάτη, που γνωρίζει το έργο καλά, οι ιταλικές αρχές μάλλον δεν δίνουν μεγάλη σημασία, όπως προκύπτει εκ των υστέρων. Ο οίκος απέσυρε το έργο και κανένας δεν μπορεί πλέον να μάθει κάτι παραπάνω, αν το έκαναν επειδή διακινούσαν ένα πλαστό ή για να μην μπλέξουν σε μια υπόθεση που θα έβλαπτε τη φήμη τους ή θα τους έβαζε στο στόχαστρο των Αρχών και για άλλα έργα.

 

Όπως και να ’χει, η αυθόρμητη και αβίαστη ομολογία του δράστη που φοβήθηκε, μετά από εννέα χρόνια, που έδειξε μόνος του την κρυψώνα, που μετέφερε τα έργα για να μην τα βρουν, αλλά μόλις τον ανακάλυψε η αστυνομία ομολόγησε αμέσως το μέρος όπου τα είχε κρύψει, μοιάζει να έχει πολλά κενά.

 

Το γράφει τότε στην «Καθημερινή» η Γιούλη Επτακοίλη, που έχει όλο το ρεπορτάζ για το έργο που είχε εντοπίσει η ιστορικός τέχνης κ. Κασιμάτη, που λέει ότι ενημέρωσε αμέσως την ηγεσία του ΥΠΠΟΑ: «Ήρθα σε επικοινωνία με τη Βάσω Παπαγωργίου, προϊσταμένη Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού. Προθυμοποιήθηκα, μάλιστα, να ταξιδέψω η ίδια στην Ιταλία».

 

Αυτό δεν συνέβη, με το ΥΠΠΟΑ να απαντά ότι «η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, σε συνεργασία με την Εθνική Πινακοθήκη, προχώρησε άμεσα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, μέσω των αρμοδίων αστυνομικών αρχών (Iντερπόλ), προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης τεκμηρίωση του έργου, ενώ παράλληλα έχει ζητηθεί και η συνδρομή της εισαγγελικής αρχής στην εν λόγω υπόθεση».

 

Η διευθύντρια της Πινακοθήκης λέει στο ίδιο ρεπορτάζ: «Έθεσα το ζήτημα στο Δ.Σ. και δεν το κρίναμε απαραίτητο (σ.σ. να ταξιδέψει ίσως κάποιος για να δει το έργο από κοντά)», ενώ διατυπώνει τις αμφιβολίες της, κυρίως επειδή υπάρχει μια μικρή διαφορά στο μέγεθος αλλά και κάποιες διαφορετικές κηλίδες.

 

Το θέμα είναι ότι κανένας δεν έχει δει από κοντά το έργο, ούτε καν η Ιντερπόλ. Όλοι βλέπουν το έργο όπως το έχει αναρτήσει ο οίκος στον κατάλογο της δημοπρασίας, με τιμή εκκίνησης 500 ευρώ, όπως είπε πρόσφατα η κ. Πλάκα, αλλά αυτό είναι αναμενόμενη τιμή εκκίνησης για έναν Μονκάλβο ‒ τι περίμενε, τιμή εκκίνησης εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ;

 

Εν τω μεταξύ, ο τέως πρόεδρος του Δ.Σ. της Πινακοθήκης διαψεύδει την κ. Λαμπράκη, λέγοντας στον Σάκη Ιωαννίδη, στην «Καθημερινή», ότι «συζήτηση γι’ αυτόν τον πίνακα δεν έχει γίνει, δεν θυμάμαι να έγινε σχετική συνεδρίαση».

 

Ο κ. Απόστολος Μπότσος αφήνει ακάλυπτη την κ. Λαμπράκη, που φαίνεται να πήρε ίσως μόνη της την απόφαση να μην ταξιδέψει κάποιος για τον Μονκάλβο των «500 ευρώ» που φαίνεται να συγκεντρώνει τα φώτα μια απρόσμενης δημοσιότητας και προσοχής.

 

Το σχέδιο του Μονκάλβο
 Το σχέδιο του Μονκάλβο σε κατάλογο της έκθεσης «Στα άδυτα της Εθνικής Πινακοθήκης. Αγνωστοι θησαυροί από τις συλλογές της».

Η Πινακοθήκη απαντά σχετικά με το σχέδιο του Μονκάλβο μέσω άρθρου του νομικού της συμβούλου Γεωργίου Οικονομόπουλου στα «Νέα» στις 7 Ιουλίου 2021, γράφοντας αναλυτικά τα διαβήματά της προς την Ιντερπόλ. Αυτό που αποκαλύπτει o νομικός σύμβουλος είναι ότι η Ιντερπόλ απάντησε πως ο Ιταλός ιστορικός τέχνης που έκανε έρευνα για το έργο το είδε μόνο «από φωτογραφία στην ιστοσελίδα του οίκου και ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί έρευνα για την προέλευσή του».

 

Έναν χρόνο σχεδόν αργότερα, το ΥΠΠΟΑ ζητά τη συνδρομή των ιταλικών αρχών για το έργο (υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον της Δικαιοσύνης) προκειμένου να κατασχεθεί και να γίνει πραγματογνωμοσύνη με Έλληνα ιστορικό τέχνης.

 

Προφανώς το «πουλί έχει πετάξει» και μαζί η ευκαιρία να μάθουμε αν το έργο ήταν το πρωτότυπο, το προερχόμενο από την Πινακοθήκη, κάτι που θα άλλαζε και το αφήγημα του δράστη, δείχνοντας ότι είχε σχέση με διεθνή διακίνηση έργων τέχνης και ότι έπαιζε έναν πιο σοβαρό ρόλο από αυτόν του «εραστή των έργων τέχνης».

 

«Ο νομικός σύμβουλος λέει ότι έχουν όντως ζητήσει την κατάσχεση με έγγραφο από τις 24/9/2020. Εάν, λοιπόν, οι αρμόδιες αλλοδαπές αρχές δεν έχουν επιτελέσει το καθήκον τους για δικαστική συνδρομή, τότε η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει δικαστικά εναντίον τους για την ολιγωρία. Το έχει κάνει; Γιατί όταν προέκυψε πριν από δύο χρόνια το αντίστοιχο ζήτημα με το προϊστορικό αλογάκι που βρέθηκε στις ΗΠΑ, η Ελλάδα λειτούργησε άμεσα και δικαστικά, με σχετικές δημόσιες ανακοινώσεις. Στην υπόθεση Μονκάλβο το έχει κάνει; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα» υποστηρίζει ο δικηγόρος Βασίλης Σωτηρόπουλος.

 

Συμπερασματικά, στην υπόθεση αυτού του έργου δεν έχει βρεθεί σχεδόν κανένας, ούτε από τον κόσμο της τέχνης ούτε και από ειδικούς, να πιστεύει ότι καταστράφηκε για να μην αφήσει ίχνη επάνω του ο δράστης, θεωρούν ότι το σχέδιο πουλήθηκε.

 

Όσο για τα έργα που βρέθηκαν, ο τέως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συντήρησης και Αποκατάστασης Έργων Τέχνης της Εθνικής Πινακοθήκης που κλήθηκε να πιστοποιήσει την αυθεντικότητά τους, δεν είχε αμφιβολία ότι πρόκειται για τα αυθεντικά. Αυθεντικά μεν, αλλά με γενετικό υλικό τουλάχιστον του δράστη ή και άλλων ατόμων.

 

Η αστυνομία δεν αποκάλυψε αν έγινε η έρευνα για DNA ‒στους πίνακες δε γίνεται με τη σκόνη που ρίχνουν όταν γίνεται διάρρηξη‒ και τι βρέθηκε, βέβαια, με τόσα χέρια που έπιασαν τον πίνακα, αν δεν έγινε, δεν θα βρεθεί άκρη. Οι πίνακες εντός του μήνα, από μέρα σε μέρα, θα φτάσουν στην Εθνική Πινακοθήκη και αν, όπως λένε οι ειδικοί ή, μάλλον, ο μόνος ειδικός που κλήθηκε και μίλησε στην «Καθημερινή», στον Σάκη Ιωαννίδη, δεν έχουν μεγάλες φθορές ‒λίγη υγρασία ο Μοντριάν και μια μικρή αποκόλληση χρώματος, λόγω πτώσης, ο Πικάσο‒, δεν θα πάρει πολλούς μήνες να τους δούμε στους τοίχους, προφανώς μετά βαΐων και κλάδων.

 

Αυτό γεννά κι άλλα ερωτηματικά: είναι δυνατόν να λείπει ο διευθυντής, ο νυν της Πινακοθήκης, από αυτή την ταυτοποίηση του πίνακα; Είναι δυνατόν να μην έχει υπάρξει μέχρι σήμερα ένα δελτίο Τύπου επιστημονικό και τεκμηριωμένο από την Πινακοθήκη, που να μας λύσει απορίες και να βάλει φρένο στις φημολογίες;

 

Την εξέλιξη της ιστορίας τη μαθαίνουμε από διαρροές, τηλεοπτικές εμφανίσεις, δηλώσεις, άρθρα και συνεντεύξεις. Στη χώρα όπου μισούν, τελικά, όπως συμπεραίνουμε, να στέλνουν δελτία Τύπου, για να ενημερώνουν επίσημα και με διαφάνεια, ο καθένας αυτή την ώρα προσπαθεί να δείξει δημοσίως ότι η δουλειά του έγινε σωστά και δεν υπάρχει κανένα κενό.

 

Μπορεί όντως όλα αυτά που συνέβησαν να μην είχαν ως στόχο τον Πικάσο, τα σκοτεινά δίχτυα και δίκτυα της τέχνης και των παράνομων συναλλαγών. Άλλωστε, όπως είχε πει η κ. Πλάκα το 2012 στη Μαρία Θερμού στο «Βήμα»: «Πιστεύω ότι αυτή η κλοπή ήταν στοχευμένη και ο στόχος δεν ήταν ο Πικάσο αλλά η Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. Γιατί έληγε η θητεία της σε πέντε μέρες και ο καλύτερος τρόπος, ο πιο διαβολικός, ο πιο μεφιστοφελικός για να την υπονομεύσουν ήταν αυτός» εξηγώντας αυτό που μετά από τόνους μελανιού που έχουν χυθεί για την υπόθεση δίνει επιτέλους αυτό που λείπει, από την αρχή μέχρι το τέλος της: το αληθινό κίνητρο.