ΣΤΙΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, κατά τη διάρκεια μιας βραδιάς αφιερωμένης στα σημαντικότερα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα, ο οίκος Christie’s δημοπράτησε το πρώτο από τα διπλά πορτρέτα που δημιούργησε ο Βρετανός ζωγράφος Ντέιβιντ Χόκνεϊ στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο πίνακας αυτός είναι ο τελευταίος από τη σειρά έργων που παρέμειναν σε ιδιωτικές συλλογές και άλλαξαν την πορεία της ζωγραφικής του, καθιστώντας τον ένα ορόσημο της ποπ αρτ και της γκέι ορατότητας. Υπάρχουν μόνο επτά τέτοια πορτρέτα. Τέσσερα από αυτά ανήκουν σε δημόσιους φορείς, ενώ άλλα δύο άλλαξαν πρόσφατα χέρια, κατακτώντας διαδοχικά τις δύο υψηλότερες τιμές που έχουν καταγραφεί ποτέ σε δημοπρασία για έργα του Χόκνεϊ.
Ο Χόκνεϊ έγινε ο χρονογράφος μιας εξιδανικευμένης κοινωνίας ομοφυλόφιλων ανδρών που είχαν τα μέσα να αποκτήσουν όμορφα, μοντέρνα σπίτια με κήπο και πισίνα.
Ο πίνακας πωλήθηκε τελικά αντί 44.335.000 δολαρίων (περίπου 38.495.000 ευρώ), ποσού που απέχει από τα υψηλότερα που έχει πετύχει ο καλλιτέχνης στο παρελθόν, πέρα όμως από τον προϋπολογισμό των δημόσιων ιδρυμάτων. Ο άγνωστος αγοραστής πιθανότατα εκτίμησε την ιστορική σημασία του έργου και του ζεύγους που απεικονίζεται: πρόκειται για τον Βρετανό συγγραφέα Κρίστοφερ Ίσεργουντ και τον Αμερικανό καλλιτέχνη Ντον Μπάχαρντι. Για να κατανοήσουμε τη σημασία αυτού του έργου, πρέπει να πάμε πίσω στο 1964, όταν ο Χόκνεϊ αποφάσισε να εγκαταλείψει την Αγγλία και να μετακομίσει στο Λος Άντζελες. Δεν είχε ούτε δουλειά ούτε μέρος για να μείνει εκεί. Δεν εξήγησε ποτέ πλήρως τους λόγους για τους οποίους μετακόμισε, αλλά, εκ των υστέρων, η απόφαση να αφήσει το Λονδίνο και να πάει σε ένα μέρος πιο δεκτικό στις κοινωνικές και συναισθηματικές του ανάγκες, είχε νόημα.
Η ζωγραφική του Χόκνεϊ υπέστη σημαντική μεταμόρφωση όταν ήρθε σε επαφή με το φως και τα χρώματα της αμερικανικής δυτικής ακτής. Ο καταγάλανος ουρανός και οι πισίνες έγιναν τα αγαπημένα του θέματα. Ο Χόκνεϊ έγινε ο χρονογράφος μιας εξιδανικευμένης κοινωνίας ομοφυλόφιλων ανδρών που είχαν τα μέσα να αποκτήσουν όμορφα, μοντέρνα σπίτια με κήπους και πισίνες. Τα επόμενα χρόνια αφιερώθηκε στη δημιουργία μιας σειράς πορτρέτων ζευγαριών που τόνιζαν την ομαλοποίηση ενός νέου τύπου ερωτικής σχέσης. Χρησιμοποιώντας τα μέσα του παραδοσιακού διπλού πορτρέτου, μετέφερε όλο το βάρος του ζωγραφικού αυτού είδους στις ομοφυλοφιλικές σχέσεις.
Ο πίνακας με τίτλο «Christopher Isherwood and Don Bachardy» (1968) είναι το τελευταίο από τα διπλά πορτρέτα που παρέμεναν σε ιδιωτικές συλλογές. Είναι επίσης το πρώτο που ζωγράφισε. Επιπλέον, είναι το πιο προσωπικό και σημαντικό από τα έργα αυτής της σειράς, διότι αντιπροσωπεύει το αποκορύφωμα της συνάντησής του με μια κουλτούρα –την αμερικανική– η οποία, αν και δεν ήταν καθόλου πρόσφορη για τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις τη δεκαετία του 1960, παρουσίαζε μια ιδέα της νεωτερικότητας στην οποία, με κάποιον τρόπο, συμπεριλαμβανόταν η σεξουαλική απελευθέρωση.
Τα άτομα που απεικονίζονται ήταν θεμελιώδους σημασίας για τον ίδιο τον Χόκνεϊ. Ο συμπατριώτης του, Κρίστοφερ Ίσεργουντ, είχε εγκατασταθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες στην αρχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Συγγραφέας των ιστοριών στις οποίες βασίστηκε το μιούζικαλ και η ταινία «Καμπαρέ», καθώς και του μυθιστορήματος «A single man», που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Τομ Φορντ, τηρούσε όλες τις προϋποθέσεις για να γίνει ο πνευματικός και διανοητικός οδηγός του Χόκνεϊ, ειδικά στο περιβάλλον του σπιτιού του στη Σάντα Μόνικα, το οποίο μοιραζόταν με τον σύντροφό του, τον νεαρό καλλιτέχνη Ντον Μπάχαρντι.
Σύμφωνα με την Μπεατρίς Ορντοβάς, διευθύντρια και διεθνή ειδικό του Τμήματος Μεταπολεμικής και Σύγχρονης Τέχνης του οίκου Christie's, ο πίνακας «είναι ένα έργο που σηματοδοτεί μια καθοριστική στιγμή στην καριέρα του Χόκνεϊ και στην ιστορία της σύγχρονης προσωπογραφίας. Ο Ίσεργουντ και ο Μπάχαρντι εμφανίζονται ως δύο συνηθισμένοι άνθρωποι που απεικονίζονται σε μια καθημερινή σκηνή, αλλά ταυτόχρονα είναι δύο προσωπικότητες με εξαιρετική επιρροή στην κουλτούρα της εποχής τους». Ακόμη και πριν από την τελική τιμή της δημοπρασίας, οι προσδοκίες ήταν πολύ υψηλές, επειδή «το έργο παρέμεινε στην ίδια ιδιωτική συλλογή για περισσότερα από 40 χρόνια, καθιστώντας την εμφάνισή του στην αγορά εξαιρετική και μια σπάνια ευκαιρία να αποκτηθεί ένα θεμελιώδες έργο της τέχνης του 20ού αιώνα. Όλα υποδηλώνουν ότι αυτός ο πίνακας θα συνεχίσει να συνδέεται με το κοινό και τους συλλέκτες λόγω της ομορφιάς του, της ιστορίας του και του μηνύματος της ανθρώπινης σύνδεσης που παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα».
Με στοιχεία από «El Pais»