«Η Θεσσαλία είναι χώρα κενταύρων και μαγισσών. Καμιά φορά ο κομεντατόρε Βιζάνιο έπαιρνε μαζί του τον Νιβάζιο στις επιθεωρήσεις της σιδηροδρομικής γραμμής που κατασκεύαζε σε εκείνο τον κάμπο που τον έκαιγε η ξηρασία και τον σάρωναν σύννεφα οι ακρίδες. Ο Νιβάζιο καβαλούσε ένα σταχτί αλογάκι που στο κεφάλι του φορούσε μια μικρή κάσκα. Πατέρας και γιος περιστοιχίζονταν από ιππείς που είχαν από ένα μουσκεμένο μαντήλι στο σβέρκο και το μουσκέτο στο θηκάρι της σέλας, για προστασία από τους κλέφτες που φώλιαζαν στις σπηλιές του Ολύμπου και κατέβαιναν για να λεηλατούν τα χωριά του κάμπου, για να κλέβουν πρόβατα, για να παίρνουν λύτρα από τους χωρικούς». 

 

Αυτό το μικρό απόσπασμα από την «Παιδική ηλικία του Νιβάζιο Ντολστεμάρε» (1941), το εμβληματικό βιβλίο του Αλμπέρτο Σαβίνιο, αποτελεί μια από τις πιο ισχυρές και ανεξίτηλες αναμνήσεις του Αντρέα ντε Κίρικο από τα παιδικά του χρόνια στην Ελλάδα.

 

Ο Αντρέα ντε Κίρικο ήταν ο άνθρωπος πίσω από το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Αλμπέρτο Σαβίνιο, που τον έκανε γνωστό στην πατρίδα του την Ιταλία και στα σαλόνια της αβάν γκαρντ του Παρισιού για κάποιες δεκαετίες. 

 

Δευτερότοκος γιος του μηχανικού Εβαρίστο ντε Κίρικο, και μικρότερος αδελφός του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο Αντρέα γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1891, αλλά πέρασε τα ευαίσθητα χρόνια της πρώιμης νιότης στον θεσσαλικό κάμπο, κυρίως στον Βόλο, όπου ο πατέρας του είχε αναλάβει τη μελέτη και την κατασκευή των πρώτων σιδηροδρομικών γραμμών που ένωναν την μετεπαναστατική Ελλάδα με τη μόλις ανακτηθείσα Θεσσαλία. Μάλιστα, οι συνεχείς μετακινήσεις του πατέρα σε ολόκληρα τα Βαλκάνια δεν επέτρεπαν σε αυτόν και τον αδελφό του να παρακολουθούν κανονικό σχολείο, με αποτέλεσμα να στηρίζονται σε κατ’ οίκον διδασκαλία κυρίως από τη μητέρα τους Τζέμα, μια δυναμική γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής από τη Γένοβα.

 

Ωστόσο, την εφηβική του ηλικία ο Σαβίνιο την πέρασε στην Αθήνα μετά το 1899, περίοδο που καταγράφει στις αναμνήσεις του με απολαυστικό και σπαρταριστό τρόπο, σατιρίζοντας τόσο τους Ευρωπαίους κατοίκους πέριξ της πλατείας Συντάγματος που διέθεταν αρχοντικά σπίτια γύρω από το παλάτι, όπως άλλωστε και η οικογένεια Ντε Κίρικο, όσο και την πρώιμη ελληνική αστική τάξη που προσπαθούσε απεγνωσμένα να μιμηθεί τις συνήθειες των Φράγκων των αρχών του 20ού αιώνα. 

 

Για τη γενέτειρα πόλη του μιλάει με μεγάλη ζέση και υπογραμμίζει το γεγονός ότι «η Αθήνα δεν είναι περικυκλωμένη από βιομηχανική ζώνη, γυμνές μάντρες, σχηματικές κατασκευές, μαύρα κανάλια με μολυσμένα βρομόνερα, κι έτσι χωρίς να καταλάβεις, περνάς από την πόλη στην εξοχή».

 

Η μεγάλη επιρροή που άσκησε επάνω του ο πατέρας του, ένας πολυμήχανος και πολυτάλαντος αρχοντάνθρωπος της παλιάς εποχής, που ο αδελφός του περιγράφει στην αυτοβιογραφία του ως «θαρραλέο, έντιμο, εργατικό, έξυπνο και καλό», με ποικίλες ικανότητες, αλλά και αρετές όπως «δηκτικός και παρατηρητικός, υπεροπτικός με τους πλούσιους και τους ισχυρούς, πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί τους πιο αδύνατους και φτωχούς», χαρακτηριστικά που καθόρισαν την ψυχοσύνθεση των δύο αδελφών.

 

Αλλά μεγάλη επιρροή άσκησε επάνω του και η Ελλάδα, μυθολογική και πραγματική, αρχαία και σύγχρονη, τόσο στο μετέπειτα λογοτεχνικό του έργο όσο και στη ζωγραφική του. Με κυριότερο για εκείνον εφόδιο την κριτική σκέψη και την ειρωνεία. 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Αυτοπροσωπογραφία, 1927.

 

Ο μικρός Αντρέα, κατά τον μεγαλύτερο αδελφό του και μετέπειτα μεγαλοφυή ζωγράφο, «είχε τότε μαλλιά μακριά χτενισμένα σαν κανελόνια, όπως τα μαλλιά του βασιλιά Ήλιου, και το χτένισμα αυτό απαιτούσε κάθε πρωί μια σωστή τελετουργία, οι δε υπηρέτριες και οι γκουβερνάντες λαχάνιαζαν μ’ αυτή τη δουλειά, οπλισμένες μ’ ένα ειδικό εργαλείο…».

 

Στην αρχή ο Νιβάζιο (που είναι αναγραμματισμός του Σαβίνιο) ήθελε να γίνει παπάς! Έτσι λέει για τον εαυτό του μιλώντας σε τρίτο και μυθιστορηματικό πρόσωπο. Ήταν τέτοια η γοητεία που του ασκούσε το ράσο, και μάλιστα των Ελλήνων παπάδων, που πίστευε όντως ότι αυτός έπρεπε να είναι ο στόχος της ζωής του. «Το Θεό ο Νιβάζιο Ντολτσεμάρε τον αναζήτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για πολύν καιρό η καρδιά του αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον καθολικό και τον Έλληνα Θεό. Στο τέλος επικράτησε ο Έλληνας Θεός», λέει.

 

Παιδικές εμμονές; Φυσικά, αλλά ήταν εκείνες που έβαλαν τον σπόρο για τις φιλοσοφικές και υπαρξιακές αναζητήσεις της ενήλικης ζωής του, ενώ, όπως διαπιστώνει και ο ίδιος για το άλτερ έγκο του Νιβάζιο, «μοναδική θεά που αναγνωρίζει είναι η ευφυΐα».  

 

Για τη γενέτειρα πόλη του μιλάει με μεγάλη ζέση στο ίδιο βιβλίο και υπογραμμίζει το γεγονός ότι «η Αθήνα δεν είναι περικυκλωμένη από βιομηχανική ζώνη, γυμνές μάντρες, σχηματικές κατασκευές, μαύρα κανάλια με μολυσμένα βρομόνερα, κι έτσι χωρίς να καταλάβεις, περνάς από την πόλη στην εξοχή». Εκθειάζει τον Σπύρο Λούη και τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, ενώ περιγράφει γλαφυρά ένα περιστατικό όταν η Ελεονόρα Ντούζε απήγγειλε ένα απόσπασμα από τη «Νεκρή Πολιτεία» του Ντ’ Αννούντσιο ντυμένη με λευκό χιτώνα πάνω στα σκαλάκια του Παρθενώνα. Το 1897 η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα και ανακατέλαβε τη Θεσσαλία.

 

Ο Εβαρίστο ντε Κίρικο, αν και προσωπικός φίλος του Ετέμ Πασά -διοικητή για έναν χρόνο της Θεσσαλίας, όσο δηλαδή κράτησε η τουρκική κατοχή-, υποστήριξε την ελληνική πλευρά, σώζοντας το υλικό της σιδηροδρομικής γραμμής, λόγος για τον οποίο αργότερα παρασημοφορήθηκε από τον Γεώργιο Α’. Το 1903, δύο χρόνια πριν τον αναπάντεχο θάνατο εκείνου και την επιστροφή τους στην Ιταλία, ο Αντρέα ντε Κίρικο/ Αλμπέρτο Σαβίνιο, έχοντας δάσκαλο μουσικής τον συνθέτη Σπύρο Σαμάρα, πήρε με άριστα το δίπλωμα του πιάνου από το Ωδείο Αθηνών. 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Η μητέρα Τζέμα με τους γιους της Τζόρτζιο και Αντρέα το 1890.

 

Εκείνη την εποχή, ειδυλλιακά χρόνια για την Ελλάδα και για την Αθήνα, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, η πλατεία Συντάγματος ήταν περιτριγυρισμένη από καφενεία, τα οποία τις νύχτες γέμιζαν από ανθρώπους που κατανάλωναν παγωτά και τα νεαρά κορίτσια βολτάρανε με τη συνοδεία των γονιών τους σε ανεύρεση γαμπρού.

 

Λέει χαρακτηριστικά: «Στη στέγη του ξενοδοχείου της Αγγλίας υψωνόταν ένα σεντόνι ανάμεσα σε δυο κοντάρια πάνω στο οποίο τρεμόπαιζαν οι φιγούρες ενός φιλμ εμπνευσμένου από το "Ταξίδι από τη Γη στη Σελήνη" του Ιούλιου Βερν. Ξαφνικά κάποιος από τους δασύτριχους άντρες που κάθονταν στο καφενείο τιναζόταν όρθιος και φώναζε "Έρχεται ο Ετέμ Πασάς!". Με το που ακουγόταν η φωνή εκείνη το έσκαγαν όλοι μαζί σαν ένας άνθρωπος χωρίς να πληρώσουν τα ποτά τους. Η πλατεία απόμενε έρημη και μέσα στη σιωπή της νύχτας αντηχούσε τρεις φορές η στρογγυλή, βαθιά, ποιητική λαλιά της Γλαυκός. Η Παλλάδα αγρυπνούσε πάνω από την πόλη της»

 

Το 1905 λοιπόν ο Εβαρίστο ντε Κίρικο πέθανε αιφνιδίως (το ρέκβιεμ που ακούστηκε στην κηδεία του ήταν σύνθεση του μικρού Αντρέα) και η Τζέμα πήρε τα ηνία στα χέρια της, αποφασίζοντας να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να επιστρέψουν στην Ιταλία, την οποία ο Αντρέα, όπως και ο Τζόρτζιο, δεν είχαν δει ποτέ πριν.

 

Στο ατμόπλοιο που πήραν για να περάσουν την Αδριατική, επιβιβάστηκε στην Κέρκυρα, όπου έκανε σύντομο σταθμό, ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, ο οποίος συνομίλησε με το δεκατετράχρονο αγόρι. Οι πληροφορίες που του εντυπώθηκαν , όπως η διαμάχη μεταξύ μαλλιαρών και καθαρευουσιάνων και άλλα θέματα, έγιναν η αφορμή για να γράψει χρόνια αργότερα ένα διήγημα σχετικά με εκείνη τη συνάντηση, ενώ μετέφρασε και τα σονέτα του ποιητή στα ιταλικά. 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Οικογένεια Ντε Κίρικο: Τζόρτζιο, η μαμά Τζέμα, ο πατέρας Εβαρίστο και ο μικρός Αντρέα στον Βόλο το 1897.

 

Στην Ιταλία δεν έμειναν παρά ελάχιστα, τόσο όσο να γνωρίσουν τα δύο αγόρια τη χώρα καταγωγής τους. Πέρασαν από τη Βενετία για να επισκεφθούν εκκλησίες, μουσεία και λαμπρά μέγαρα, είδαν τα αριστουργήματα του Τιτσιάνο, του Βερονέζε και του Τιντορέττο κι επισκέφθηκαν το Μιλάνο που γιόρταζε το άνοιγμα του τούνελ του Σεμπλόν. Αμέσως μετά εγκαταστάθηκαν στο Μόναχο, ώστε να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Ο Αντρέα στη μουσική και ο Τζόρτζιο στη ζωγραφική.

 

Δεν ήταν τυχαία η επιλογή της πόλης, καθώς εκείνη την εποχή αποτελούσε το επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής της Ευρώπης. Ο Αντρέα έκανε μαθήματα αρμονίας και αντίστιξης με τον «νέο Μπαχ» όπως τον αποκαλούσαν, τον Μαξ Ρέγκερ, ενώ παράλληλα μελετούσε ελληνικά και λατινικά γράφοντας δοκίμια και τα πρώτα του ποιήματα. Η επαφή του (όπως και του αδελφού του) με τους σημαντικότερους φιλοσόφους της εποχής, τον Σοπενχάουερ, τον Νίτσε, τον Μπεργκσόν και τον Βάινιγκερ, άνοιξε καινούργιες πόρτες στη γνώση και στις ανησυχίες του.

 

Ήταν τέτοια η επιρροή τους που θα καθόριζε το μέλλον της τέχνης του και της σκέψης του, ιδέες που αργότερα θα μεταλαμπάδευε στη σύγχρονη ιταλική διανόηση μέσω των άρθρων του στην επιθεώρηση τέχνης «Valori Plastici» ή θα μετέτρεπε σε λογοτεχνία μέσα από τα βιβλία του και τα θεατρικά του έργα. Ίσως όμως ο εμφανέστερος αντικατοπτρισμός εκείνης της περιόδου να είναι αναγνωρίσιμος στην τάση που απέκτησε τα επόμενα χρόνια να χρησιμοποιεί στα ζωγραφικά του έργα μορφές ζώων και πτηνών στη θέση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, θεμελιώνοντας τις αρχές της επιστήμης των χαρακτήρων. 

 

Αρχικά η δημιουργικότητά του υπηρέτησε αποκλειστικά τη μουσική. Έγραψε μια όπερα πάνω σε δικό του λιμπρέτο με τίτλο «Καρμέλα». Όταν την έδειξε μάλιστα στον διάσημο Ιταλό μαέστρο Πιέτρο Μασκάνι που επισκέφθηκε το Μόναχο για σειρά συναυλιών, η θετική του ανταπόκριση τον έκανε να κανονίσει να πάει να τον δει στη Ρώμη.

 

Το ταξίδι με τη συνοδεία της μητέρας του αποδείχτηκε πλάνη, καθώς ο διάσημος μαέστρος απέφυγε να συναντήσει τον νεαρό μουσικό. Αναγκαστικά έμειναν ένα διάστημα στην Ιταλία και συγκεκριμένα στο Μιλάνο, όπου άρχισε να επεξεργάζεται μια νέα όπερα βασισμένη στην ελληνική μυθολογία. Όταν πια και οι ψεύτικες διαβεβαιώσεις ενός εκδότη ότι θα εξέδιδε τη δουλειά του έπεσαν στο κενό, και μετά από σύντομη διαμονή στη Φλωρεντία, μάζεψε τις αυταπάτες του και επέστρεψε στο Μόναχο. 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Παρίσι, 1910.

 

Φαίνεται ότι η μέχρι εκείνη τη στιγμή πορεία του έπρεπε να βρει το ανάλογο περιβάλλον για να ανθίσει. Αυτό συνέβη μόνο όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει το Μόναχο για το Παρίσι, ξεκινώντας μια νέα εποχή για τον ίδιο και για την καλλιτεχνική και πνευματική του εξέλιξη.

 

Όπως λέει στο βιβλίο του «Ο Μωπασσάν και ο άλλος» (1944), «ο Νιβάζιο Ντολτσεμάρε έφθασε στο Παρίσι το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου του 1910, και όταν κατέβηκε απ’ το γερμανικό βαγόνι της τρίτης θέσης που τον είχε φέρει από το Μόναχο, την πρωτεύουσα της Βαυαρίας, στη Ville Lumière, ήταν ακριβώς 18 χρονών και 6 μηνών». Εκεί -πάντα μαζί με τον αδελφό του Τζόρτζιο, με τον οποίο ήταν αχώριστοι- όλα θα έβρισκαν τη θέση τους χάρη και στην υποστήριξη του Έλληνα μουσικολόγου από τη Μασσαλία Καλβοκορέση, σε λιμπρέτα του οποίου συνέθεσε μουσικά έργα που παρουσίασε στην αίθουσα του περιοδικού του ποιητή Γκιγιόμ Απολινέρ.

 

Με τον τελευταίο ανέπτυξε μετά το 1913 βαθιά φιλία, άλλωστε ήταν και εκείνος που πίστεψε πρώτος στον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ενώ ήδη συναναστρεφόταν τα μεγάλα ταλέντα της εποχής όπως τον Κοκτό, τον Πικάσο, τον Πικάμπια, τον Μπρανκούζι, τον Λεζέ και άλλους. Σταδιακά κατέκτησε όλο το πρωτοποριακό Παρίσι, με το ψευδώνυμο πια Αλμπέρτο Σαβίνιο, την ιταλική εκδοχή ενός όχι ιδιαίτερα γνωστού Γάλλου λογοτέχνη, του Αλμπέρ Σαβίν, μεταφραστή του Όσκαρ Ουάιλντ και του Τόμας ντε Κουίνσεϊ. 

 

Το 1914 προσπάθησε να εγκαθιδρύσει το δικό του μουσικό κίνημα με την ονομασία Sincerismo, το οποίο καταργούσε την πολυφωνία και την αρμονία, δίνοντας έμφαση στον ρυθμό και την παραφωνία! Το δραματικό του ποίημα «Les Chants de la mi-mort» («Τα τραγούδια του ημι-θανάτου») που δημοσίευσε εκείνη ακριβώς την εποχή συμπεριελάμβανε εκτός από εικονογράφηση και μια σουίτα πιάνου επίσης δικής του σύνθεσης. Επρόκειτο ουσιαστικά για θεατρικό έργο με σύντομες σκηνές αναφορικά με την εμπειρία του ύπνου ως «μισού θανάτου», που ερμήνευαν παράξενα όντα-παιχνίδια σαν βγαλμένα από τον κόσμο των παιδιών. Από εκεί ξεπήδησαν τα διάσημα ανδρείκελα χωρίς πρόσωπο του Ντε Κίρικο, ίσως ακόμα και η βασική έμπνευση της scuola metafisica.

 

Στις 24 Μαΐου της ίδιας χρονιάς έδωσε ένα κονσέρτο στην αίθουσα Les Soirées de Paris, το σαλόν του Απολινέρ με κοινό ολόκληρη την πρωτοποριακή ελίτ, ανάμεσα στην οποία βρίσκονταν από τον Πικάσο μέχρι τον Πικαμπιά, κι από τον Αρτσιπένγκο μέχρι τον Πολ Γκιγιόμ, αφήνοντάς τους έκπληκτους. Ένας μουσικοκριτικός έγραψε: «Κάθεται μπροστά στο όργανό του με ανασηκωμένα τα μανίκια και είναι ένα θέαμα μοναδικό να τον βλέπεις να χτυπιέται, να ουρλιάζει, να σακατεύει τα πεντάλια, να χειρονομεί σαν μανιακός, να ρίχνει γροθιές πάνω στις εξάρσεις του πάθους, μέχρι που λεκιάζουν τα πλήκτρα του πιάνου από το ίδιο του το αίμα».

 

Les Chants de la mi-mort

 

Στο μεταξύ ξέσπασε ο πόλεμος και ο Σαβίνιο μαζί με τον Ντε Κίρικο αποφάσισαν να επιδείξουν πατριωτικό αίσθημα. Ταξίδευσαν στη Φλωρεντία για να καταταγούν. Το 1916 τοποθετήθηκαν στη Φεράρα όπου τους ακολούθησε και η μητέρα τους για να τους στηρίξει, προσφέροντας τους τις υπηρεσίες της.

 

Η πόλη αυτή έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο και για τους δυο. Στον Ντε Κίρικο εξαιτίας των ιδιαίτερα «μεταφυσικών» εσωτερικών των σπιτιών της, κυρίως δε λόγω της γνωριμίας τους με τον Κάρλο Καρά και τον Φιλίππο ντε Πίζις, ο οποίος διέθετε ένα εκκεντρικό δωμάτιο όπου είχε συγκεντρώσει τα πλέον αλλοπρόσαλλα αντικείμενα.

 

Ο τελευταίος, συγγραφέας και ζωγράφος ταυτόχρονα, έχει πει για τον Σαβίνιο ότι τον θυμόταν να ζωγραφίζει ακατάπαυστα με μελάνι στο στυλ των προ-ραφαηλιτών ή του Μπέκλιν, ενώ θεματικά επικεντρωνόταν σε αρχαίους ελληνικούς ναούς και φιγούρες ντυμένες στα μαύρα δίπλα στη θάλασσα. Ένας μόνιμος διάλογος με την αρχαία Ελλάδα και τα παιδικά του χρόνια. Ο ίδιος έλεγε: «Κάθε ανάμνηση και κάθε σκιά αναπαράστασης της παιδικής ηλικίας επιβεβαιώνει βάναυσα ότι η ζωή, κατά κανόνα, είναι μια ήττα». 

 

Στη Φεράρα δεν έμεινε πολύ, καθώς το 1917 στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη ως διερμηνέας. Η επιστροφή στον τόπο γέννησής του τού προκάλεσε σωρεία συναισθημάτων που με τη σειρά τους διέγειραν τη φαντασία του ώστε να γράψει μια συλλογή διηγημάτων. Από τον ελληνικό βορρά έστελνε δοκίμια και άρθρα σε διάφορα έντυπα της διεθνούς πρωτοπορίας, ανάμεσα στα οποία ήταν και το περιοδικό «Dada» του Τρίσταν Τζάρα, συμμετέχοντας με αυτόν τον τρόπο στο κίνημα του Ντανταϊσμού. Τον οποίο δεν ενστερνιζόταν απαραίτητα. 

 

Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στη Ρώμη, όπου ξεκίνησε τη συνεργασία του με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, ενώ εξέδωσε τον «Ερμαφρόδιτο» (ιστορίες και ποιήματα που αφορούν αναχωρήσεις, ταξίδια, αργοναύτες, τρένα, την παιδική ηλικία, την Ελλάδα), το εμβληματικό του βιβλίο που θεωρούσε ότι συγκέντρωνε όλη την προσωπική του κοσμοθεωρία και προσωπική πορεία.

 

Το ίδιο διάστημα ξεκίνησε και τη συνεργασία του με το «Valori plastici», μέσω του οποίου αναμφίβολα επηρέασε όλη την εξέλιξη της εικαστικής ιταλικής σκηνής. Γιατί πράγματι ήταν τα δικά του άρθρα εκείνα που καθόρισαν το θεωρητικό υπόβαθρο της ύλης του εκλεκτικού εντύπου, τα φιλοσοφικά του δοκίμια και οι σκέψεις του πάνω στην τέχνη, όπως οι εκβαθυμένες μελέτες επάνω στα κείμενα του Νίτσε και του Σοπενχάουερ.

 

Μόλις δύο χρόνια μετά τον όλεθρο του Μεγάλου Πολέμου, το 1920, έγραψε: «Για μένα ο παράγων πόλεμος παραμένει αποκλεισμένος έξω από τη ζώνη που οριοθετεί τις πράξεις των ανθρώπων και της κοινωνίας. Δεν μπορώ να τον κρίνω με ανθρώπινα κριτήρια: ούτε να τον επιδοκιμάσω ούτε να τον αποδοκιμάσω». 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Η γυναίκα του Μαρία Μορίνο ήταν ηθοποιός που γνώρισε στο Teatro d’Arte.
Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Πορτρέτο του Αλμπέρτο Σαλβίνι (Αντρέα ντε Κίρικο) από τον αδερφό του Τζόρτζιο, 1910.
 

 

Λίγα χρόνια μετά, το 1924, την ίδια χρονιά που η Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης ανέβασε το μπαλέτο του «Περσέας», ξεκίνησε και η σχέση του με το θέατρο, καθώς συνδέθηκε με μια ομάδα νέων ηθοποιών και καλλιτεχνών, ανάμεσά τους και ο Στέφανο Λάντι, γιος του Πιραντέλο, ο οποίος ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του νεοσύστατου θιάσου Teatro d’Arte.

 

Για αυτούς έγραψε το «La morte di Niobe» («Ο θάνατος της Νιόβης»), τραγωδία για μίμους, μαζί με μουσική σύνθεση να συμπληρώνει το έργο, και το οποίο ανέβηκε με σκηνικά και κοστούμια του Ντε Κίρικο, όπως και το «Capitano Ulisse» («Πλοίαρχος Οδυσσέας»), επίσης ανάθεση που δεν ανέβηκε παρά το 1938. 

 

Προπομπός της επιστροφής του στο Παρίσι μετά από επιμονή του Ντε Κίρικο, όπου έζησε από το 1926 έως το 1933 μαζί με τη γυναίκα του Μαρία Μορίνο, ηθοποιό που γνώρισε στο Teatro d’Arte, κι όπου και ανέπτυξε τη ζωγραφική του αλλά και τη λογοτεχνική του δραστηριότητα, ήταν το επίσης γκροτέσκο και σουρεαλιστικού οίστρου μυθιστόρημα «Το στοιχειωμένο σπίτι». Ήταν η εποχή που συνδέθηκε με τους σουρεαλιστές και ο Μπρετόν τον συμπεριέλαβε στην «Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ».

 

Εκείνος απέφευγε να ταυτιστεί μαζί τους, θεωρώντας ότι τους χώριζε μία θεμελιώδης διαφορά. Θεωρούσε τον υπερρεαλισμό «αναπαράσταση του άμορφου και έκφραση του ασυνείδητου», ενώ η δική του επιδίωξη ήταν να δώσει μορφή στο άμορφο και συνείδηση στο ασυνείδητο. Κι όμως το «αντιμυθιστόρημά» του «Αντζέλικα ή η νύχτα του Μαγιού» του 1927, εμπνευσμένο από τον ελληνικό μύθο του Έρωτα και της Ψυχής, όπου ένας ηλικιωμένος αριστοκράτης ερωτεύεται μία φτωχή θεατρίνα ενός λαϊκού θεάτρου στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου αι., είναι ένα αυθεντικά σουρεαλιστικό έργο, γραμμένο δέκα χρόνια πριν τον «Τρελό Έρωτα» του Μπρετόν.

 

Στο τέλος ήρθε σε οριστική ρήξη μαζί τους, όπως άλλωστε και ο Ντε Κίρικο. Ωστόσο ο ακαδημαϊκός και σημαντικός ιστορικός τέχνης Ζαν Κλερ πιστεύει ότι στον Σαβίνιο και στον Ντε Κίρικο βασίστηκε τόσο το σουρεαλιστικό κίνημα όσο και ο μαγικός ρεαλισμός. Την ίδια χρονιά πραγματοποίησε και την πρώτη ατομική έκθεσή του, τον Οκτώβριο, στην γκαλερί Bernheim, με ένα calligramme του Κοκτό προς υποστήριξη του πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Σόδομα, 1929.

 

Αντζέλικα ονόμασε και την κόρη του, που γεννήθηκε το 1928 στο Παρίσι, ενώ ο γιος του Ρουτζέρο γεννήθηκε αργότερα το 1934 στη Ρώμη. Και των δύο τα ονόματα τα εμπνεύστηκε από τον «Μαινόμενο Ορλάνδο» του Αριόστο. Επέστρεψε το 1933 στη φασιστική Ιταλία επιδιώκοντας να αρθρώσει έναν λόγο οικουμενικό και σαφώς αντιφασιστικό.

 

Τα χρόνια εκείνα, και πριν ξεσπάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη δημιουργία: άρθρα, δοκίμια, λογοτεχνία, λιμπρέτα και μουσική για όπερα, θεατρικά έργα, ζωγραφική, σκηνικά και κοστούμια για τους σημαντικότερους θιάσους και λυρικά θέατρα. 

 

Το 1937 εκδόθηκε ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, το αυτοβιογραφικό -όπως και τα περισσότερα- «Τραγωδία της παιδικής ηλικίας», ολοκληρωμένο ήδη από το 1920. Σε αυτό, μέσα από μια σειρά επεισοδίων η παιδική φαντασία έρχεται σε αντιπαράθεση με την καλλιτεχνική δημιουργία και τον κόσμο των ενηλίκων.

 

Ο τεχνοκριτικός Κάρλο Μπέλι έγραψε για εκείνον: «Ο Σαβίνιο ήταν απρόσιτος. Όπως και αρκετοί οριενταλιστές που έχουν συσσωρεύσει μεγάλη σοφία, καταλάβαινε τα πάντα πριν από οποιονδήποτε άλλον. Αυτό το προνόμιο αντί να τον κάνει περήφανο τον έκανε δυστυχισμένο». 

 

Η ζωγραφική του συχνά περιλάμβανε πορτρέτα φίλων και συγγενών, διάσημων καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων. Έγραψε στον κατάλογο μιας έκθεσής του στην γκαλερί Il Milione του Μιλάνο: «Ένας φίλος λέει ότι τα πορτρέτα μου είναι σαν να ασκώ κριτική. Δεν αναθέτουν πια πορτρέτα στους ζωγράφους, εκτός αν πρόκειται για  κάποιους ειδικούς που εξυμνούν. Ο άνθρωπος δεν διαθέτει την τόλμη πια να αντέχει κριτική του εαυτού του, πόσο μάλλον να την πληρώνει. Στην τόλμη προσθέστε και τη δέσμευση να μοιάζει κανείς στο πορτρέτο του».

 

Παράλληλα, εξακολούθησε να αρθογραφεί για εφημερίδες μεγάλης επιρροής όπως η «La Stampa» και η «Corriere della Sera» αλλά και για περιοδικά όπως το «Il Broletto» που κυκλοφορούσε στο Κόμο ή την επιθεώρηση πολιτισμού και πολιτικής «Omnibus».

 

Όταν έγραψε στο τελευταίο το 1937 ένα άρθρο αναφορικά με τον θάνατο του εθνικού ρομαντικού ποιητή Τζιάκομο Λεοπάρντι, θεωρήθηκε ασεβές, με αποτέλεσμα να παύσει η κυκλοφορία του. Το 1943 κυκλοφόρησε το κάπως ανάλαφρο «Ascolto il tuo cuore, città» («Ακούω την καρδιά σου, πόλη»), συλλογή διηγημάτων με περιγραφές σιδηροδρομικών σταθμών της Ιταλίας όπου αποτυπώνονται η δυστοπία και η μοναχικότητα. Σαν διάλογος με τα μεταφυσικά έργα του Ντε Κίρικο.

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
Ο Αλμπέρτο Σαβίνιο στο καβαλέτο του το 1940.
 
 

 

Η όπερα δεν έπαψε να τον απασχολεί σε όλη του τη ζωή. Με το τέλος του πολέμου ανέλαβε και σκηνοθέτησε για τη Σκάλα του Μιλάνο έργα όπως τον «Οιδίποδα» ( σε συνεργασία με τον Ζαν Κοκτό) και το «Πουλί της φωτιάς» του Στραβίνσκι, τα «Παραμύθια του Χόφμαν» του Όφενμπαχ αλλά και ένα μπαλέτο που συνέθεσε ο ίδιος με τίτλο «La Vita dell’uomo» («Η ζωή του ανθρώπου»).

 

Το φθινόπωρο του 1950 ανέβηκε στη Ρώμη η δική του όπερα «Orfeo Vedovo» («Ορφέας Χήρος»), ενώ δύο ακόμα μεταδόθηκαν από το ραδιόφωνο, η «Agenzia Fix» («Εταιρία Φιξ») και ο «Χριστόφορος Κολόμβος». Παράλληλα και τα θεατρικά του έργα: «La famiglia Mastinu» («Οικογένεια Μαστίνου», 1948), το μονόπρακτο «Emma B. - Vedova Giocasta» («Έμμα Μπ. - Χήρα Ιοκάστη», 1949), μια μεγάλη επιτυχία της διάσημης ηθοποιού Πάολα Μπορντόνι, «Alcesti di Samuele» («Άλκηστη του Σαμουήλ», 1950) σε σκηνοθεσία  Τζόρτζιο Στρέλερ στο Piccolo Teatro.

 

Η μεγάλη κινητικότητα εκείνης της χρονιάς έφερε και μια σειρά άλλων δραστηριοτήτων, όπως δύο εκθέσεις του στο Τορίνο (Galleria La Bussola) και στη Ρώμη (Galleria Lo Zodiaco), ενώ ακολούθησε και η συμμετοχή του στη σημαντική Mostra degli artisti d’Italia στο Palazzo Reale του Μιλάνο. Τον Μάιο του 1952 υπέγραψε τα εκπληκτικά σκηνικά και κοστούμια στην «Αρμίντα» του Ροσίνι με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας, στο πλαίσιο του Φλωρεντινού Μάη, με διευθυντή ορχήστρας τον Τούλιο Σεραφίν και χορογράφο τον σταρ της αβάν γκαρντ της εποχής Λεονίντ Μασίν. Η πρεμιέρα δόθηκε στις 26 Απριλίου 1952. Μόλις στις 5 Μαΐου πέθανε αναπάντεχα στη Ρώμη από καρδιακή προσβολή. 

 

Δείτε μακέτες και σκίτσα από τα σκηνικά και τα κοστούμια που σχεδίασε για την όπερα «Αρμίντα» του Ροσίνι με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας

 

Ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο έγραψε για τον θάνατό του: «Η έκφραση του προσώπου του ήταν ήρεμη, και θυμήθηκα την έκφραση του πατέρα μου στο νεκρικό κρεβάτι, έκφραση ανθρώπου που, κουρασμένος από το μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι της ζωής, είναι ευχαριστημένος που επιτέλους αναπαύεται στην αγκαλιά ενός καλού θανάτου. Μόνο που ο αδελφός μου διατηρούσε ακόμα εκείνο το χαμόγελο, κάτι ανάμεσα σε ελαφρώς ειρωνικό και λίγο περιφρονητικό, που γνώριζα τόσο καλά και που ήταν βέβαια το χαμόγελο του εξαιρετικού ανθρώπου που γνωρίζει. Σχεδόν πάντα οι σπουδαίοι άνθρωποι δεν αποκτούν όλα όσα αξίζουν, αλλά σχεδόν πάντα αποκτούν τουλάχιστον ένα μέρος από εκείνα που τους αξίζουν. Ο άξιος αδελφός μου δεν απέκτησε ποτέ ούτε το εκατοστό από ό,τι άξιζε. Υπήρξε συγγραφέας με δύναμη και στοχασμό τεράστιο, έχει γράψει βιβλία που κανείς ως τώρα δεν κατάφερε να γράψει. Ο ίδιος γνώριζε ποια μεταχείριση θα του επιφύλασσαν οι άνθρωποι της εποχής μας από τη στιγμή που δεν βρισκόταν πια ανάμεσα τους. Ηλιθιότητα, ζήλεια; Λίγο η μία, λίγο η άλλη, αλλά προπαντός η δεύτερη».

 

Ευτυχώς δεν είχε δίκιο. Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1954 μια ολόκληρη αίθουσα ήταν αφιερωμένη στο έργο του. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, τα θεατρικά του παίζονται, ενώ η Ιταλία τον έχει τιμήσει με μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις.

 

Φέτος, τον Φεβρουάριο του 2021, το Εθνικό Μουσείο της Ρώμης οργάνωσε στο Palazzo Altemps μια σημαντική έκθεση έργων του που κράτησε μέχρι τον Ιούνιο, με τίτλο «Savinio. Incanto e mito», Σαβίνιο, μαγεία και μύθος! 

 

Αλμπέρτο Σαβίνιο: Ένας αργοναύτης του σύγχρονου κόσμου
To εργαστήριο του Σαβίνιο στο Ποβέρομο το 1949.

 

Πηγές:

«Η παιδική ηλικία του Νιβάζιο Ντόλτσεμαρε» του Αλμπέρτο Σαβίνιο, εκδ. 'Υψιλον

«Ο Μωπασσάν και "ο άλλος"» του Αλμπέρτο Σαβίνιο, εκδ. Ύψιλον 

«Αναμνήσεις από τη ζωή μου» του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, εκδ. Ύψιλον