Από τον Γιάννη Βασιλείου
Scroll Down

«Μα, είναι δυνατόν να πήρε Όσκαρ αυτή η ταινία;». Μόνιμη επωδός σινεφίλ και κριτικών που δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι τα Όσκαρ είναι μια εκλογική διαδικασία. Κι ως τέτοια, είναι επόμενο να βγάλει αποτελέσματα που δεν αρέσουν σε όλους. Η ατομική ψήφος μπορεί να επηρεαστεί από διάφορες παραμέτρους. Από τις συγκυρίες, από το hype, την «προοεκλογική καμπάνια», τη σκοπιά από την οποία εξετάζει τις ταινίες κάθε μέλος της Ακαδημίας, ανάλογα με την επαγγελματική ομάδα όπου ανήκει, και, φυσικά, από την ποιότητα της δουλειάς που έχει γίνει. Ας δεχτούμε ότι, τουλάχιστον στο τεχνικό σκέλος, οι κινηματογραφιστές και οι τεχνικοί ίσως –ίσως, λέμε– να ξέρουν και δυο πράγματα παραπάνω από εμάς, που «σίγουρα θα το κάναμε καλύτερα, αν ήμασταν στη θέση τους». Καμιά φορά, βέβαια, το εκλογικό αποτέλεσμα κάνει λίγο πιο δύσκολο να υπερασπιστείς την Ακαδημία για τις επιλογές της.

Σε κάθε περίπτωση, αν εξετάσεις τη λίστα των ταινιών που πήραν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας τα τελευταία χρόνια, θα διαπιστώσεις ότι είναι, ως επί το πλείστον, καλές ταινίες και ότι υπάρχει ποικιλία στις επιλογές – πριν από μερικές δεκαετίες θα ήταν αδιανόητο να λάβει το συγκεκριμένο βραβείο μια ασιατική ταινία ή ένα φιλμ επικής φαντασίας, για παράδειγμα.

Με αφορμή την επερχόμενη 93η οσκαρική απονομή, επιστρέφουμε σε όλες τις ταινίες που έλαβαν το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας μέσα στον εικοστό πρώτο αιώνα, τις βάζουμε σε αξιολογική σειρά, από τη χειρότερη στην καλύτερη, και γράφουμε γι’ αυτές.

Slumdog Millionaire (2008)

του Ντάνι Μπόιλ

Περισσότερο από τη μοιρολατρία, από τους χονδροειδείς συμβολισμούς –βλέπουμε τον προδότη φίλο να κάνει μπάνιο σε μια μπανιέρα γεμάτη χαρτονομίσματα, αν είναι δυνατόν!–, περισσότερο ακόμα κι από την παροξυσμική αισθητική του Ντάνι Μπόιλ, οι ταινίες του οποίου μπορούν να προκαλέσουν κρίση επιληψίας σε ανυποψίαστους θεατές, μας ενοχλεί στο φιλμ η «τουριστική» κινηματογράφηση της δυστυχίας. Τα πάντα είναι ακίνδυνα και καλλωπισμένα, δοσμένα με την ασφάλεια της απόστασης και τη γοητεία του παραμυθιού, ακόμα και μια (κυριολεκτική) «βουτιά στα σκατά» είναι τόσο καλλιγραφημένη, που σκέφτεσαι «ok, αν κλείσω μύτη, μάτια και στόμα και κρατήσω την αναπνοή μου για λίγο, πόσο κακό μπορεί να είναι;». Έτσι πρέπει να σκέφτηκαν και τα μέλη της Ακαδημίας, που στήριξαν την ταινία με την ψήφο τους.

Crash (2004)

του Πολ Χάγκις

Σε άρθρα με τις διαχρονικές αστοχίες της Ακαδημίας το «Crash» φιγουράρει συνήθως στην πρώτη θέση. Τέτοια μήνι σηκώνει το έργο εναντίον του και με τόσο χωλή και έωλη επιχειρηματολογία, όσον αφορά τους λόγους της νίκης του, που από αντίδραση και μόνο θέλεις να το στηρίξεις. Αν το ξαναδείς σήμερα, όμως, όπως κάναμε για τις ανάγκες του παρόντος άρθρου, θα διαπιστώσεις ότι δεν σε βοηθά και πολύ. Βλέπεις, είναι μια ταινία που μιλά για το θέμα της κυριολεκτικά σε κάθε σκηνή, συχνά μάλιστα ευθέως διά στόματος των πρωταγωνιστών της. Αν μπορείς να της αναγνωρίσεις κάτι, πέραν της καλής και ομοιογενούς συνολικής ερμηνείας του καστ, είναι πως πρόκειται για τέκνο της αναδυόμενης τηλεοπτικής παραγωγής της εποχής, καθώς συλλαμβάνει και συνοψίζει την αισθητική της – αν ήταν μίνι σειρά, θα μνημονευόταν ακόμα ως τηλεοπτικό «αριστούργημα», όπως πολλά αντίστοιχα της ίδιας περιόδου που θεωρούνται τέτοια και ελάχιστα διαφέρουν.

12 Years a Slave (2013)

του Στιβ ΜακΚουίν

Το βασικό πρόβλημά μας με την ταινία είναι ότι ο Στιβ ΜακΚουίν λειτουργεί περισσότερο με τη λογική video artist, παρά κινηματογραφικού σκηνοθέτη. Ουσιαστικά έχει μόνο μια ιδέα, θέλει να (κατα)δείξει την εξοικείωση με τη βία και την καταπίεση και έτσι είτε απεικονίζει μια πράξη βίας στο βάθος, ενώ σε πρώτο πλάνο η ζωή συνεχίζεται, ή το αντίθετο. Ε, και επαναλαμβάνει αυτό το εύρημα σε βαθμό αηδίας. Πρόσθεσε και την παντελή απουσία διαλεκτικής στο σινεμά του, την έλλειψη λεπτότητας και τον υφέρποντα (αν και μάλλον ακούσιο) χριστιανισμό –το σώμα ως βαρίδι της ψυχής, ο ήρωας που πρέπει να επιδείξει ιώβεια υπομονή κι επιβραβεύεται στο τέλος γι’ αυτό– και καταλαβαίνεις γιατί το φιλμ τοποθετήθηκε τόσο χαμηλά στη σειρά. Αιώνια ευγνωμοσύνη για το περσινό Lovers Rock σας, αλλά όσον αφορά τον Σκλάβο, ευχαριστούμε κύριε ΜακΚουίν, αλλά δεν θα ξαναπάρουμε. Ούτε μετά από 12 χρόνια.

A Beautiful Mind (2001)

του Ρον Χάουαρντ

Ως είθισται, μετά την οσκαρική της νίκη η ταινία αντιμετώπισε σειρά από επιθετικά άρθρα για τις αρκετές παραλείψεις και αλλαγές στην πραγματική ιστορία του οικονομολόγου και μαθηματικού Τζον Νας – η διασκευή αγνοεί π.χ. την αμφισεξουαλικότητά του ή την κακή συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα του. Το σινεμά, όμως, δεν οφείλει καταγραφή της πραγματικότητας, αφήνει αυτό το χρέος στη δημοσιογραφία. Χρέος του είναι η άριστη εξυπηρέτηση της δικής του αλήθειας. Προσπερνώντας αυτά τα εξω-κινηματογραφικά, που δεν μας πολυαφορούν, το φιλμ του Ρον Χάουαρντ ανήκει στο στρωτό, ανώδυνο αφηγηματικό σινεμά που η Ακαδημία βράβευε κατά κόρον στα ‘80s και τα ‘90s. Ως βιογραφία μιας προσωπικότητας, όμως, οφείλει να εξεύρει έναν (κινηματογραφικό) τρόπο για να μεταδώσει το έργο, τις ιδιαιτερότητες και τα επιτεύγματα της τελευταίας, αλλιώς περιορίζεται στο κουτσομπολιό. Σοφότερος για το έργο και τον τρόπο του Νας δεν βγαίνεις από το φιλμ, το οποίο εστιάζει στο δράμα μιας προβληματικής ιδιοφυΐας. Και έχουμε δει πολύ καλύτερες ταινίες πάνω σε αυτό το μοτίβο.

The King’s Speech (2010)

του Τομ Χούπερ

Αν παραβλέψεις την άκριτη βασιλοφροσύνη και την επιλεκτική τυπολατρεία του –το φιλμ ουδέποτε επιχειρεί να τοποθετήσει (και) στο πραγματικό του μέγεθος το έργο που καλείται να τελέσει ο κεντρικός ήρωας και αποδέχεται αδιαμαρτύρητα τον λόγο για τον οποίο ο αδερφός του οφείλει να παραιτηθεί από τον θρόνο–, θα βρεις στο φιλμ του Τομ Χούπερ ακόμα ένα ευπρεπές δράμα πάνω στις ιαματικές ιδιότητες της φιλίας και της συντροφικότητας, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν το άτομο να ξεπεράσει τον εκάστοτε σκόπελο που το εμποδίζει να πλεύσει σώο και ατάραχο στον βίο του, μια θεματική που συναντάς και στα The Damned United και The Danish Girl. Ο πολύ φορμαρισμένος εκείνη την περίοδο Κόλιν Φερθ είχε πάρει το Όσκαρ από τα αποδυτήρια, έχοντας και τη φλεγματική υποστήριξη του Τζέφρι Ρας, με τον οποίο συνθέτουν ένα αξιολάτρευτο bromance.

Chicago (2002)

του Ρομπ Μάρσαλ

«Come on babe, why don’t we paint the town, and all that jazz» τραγουδά ηδονικά η Κάθριν-Ζέτα Τζόουνς με κόμη αλά Λουίζ Μπρουκς και παίρνει φωτιά η οθόνη με τη σαρωτική εμφάνιση της, όπως φωτιά πήραν και οι οσκαρικές κάλπες από τις ψήφους που συγκέντρωσε η κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου, επιτυχημένου μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ. Δανειζόμενος τρικ και συμβουλές από το εγχειρίδιο του Μπομπ Φόσι –κυρίως την χορογραφία μέσω του μοντάζ– ο Ρομπ Μάρσαλ συνθέτει ένα τζαζίστικο, εύπεπτο, σε σημεία ξεσηκωτικό, αλλά και εντελώς αβαρές οπτικοακουστικό όργιο που έχει ως αφανή ήρωα τον Τζον Σ. Ράιλι, ηθοποιό που έκανε καλύτερες με την παρουσία του και άλλες δύο οσκαρικές ταινίες της χρονιάς εκείνης, τις Συμμορίες της Νέας Υόρκης και τις Ώρες. Ίσως όχι τυχαία, το νούμερό του στο φιλμ λέγεται «Mr. Cellophane».

Argo (2012)

του Μπεν Άφλεκ

Έντονη αυτοαναφορικότητα μοιάζει να διέπει τις επιλογές των μελών της Ακαδημίας στο πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας, καθώς οι προτιμήσεις τους αφορούν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, την τέχνη τους. Κατά συνέπεια, δεν είναι να απορείς που, σε μια δυνατή κινηματογραφική χρονιά, με κυκλοφορίες όπως τα Τhe Master, Lincoln, Amour και Life of Pi, το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας πήγε στο Argo, μια ταινία όπου το σινεμά και η κινηματογραφική βιομηχανία έρχονται για να σώσουν τη μέρα.

Πράκτορας της CIA στήνει με τη βοήθεια χολιγουντιανού μεγαλοπαραγωγού –ένας σπαρταριστός Άλαν Άρκιν– ψεύτικη κινηματογραφική παραγωγή στην Τεχεράνη των ‘70s, ώστε να οργανώσει την απόδραση έξι μελών της αμερικανικής πρεσβείας από τη χώρα. Το σασπένς του τελευταίου ημιώρου επικυρώνει την ικανότητα του Μπεν Άφλεκ να σκηνοθετεί είδος.

Gladiator (2000)

του Ρίντλεϊ Σκοτ

Μεγάλο εμπορικό στοίχημα των αρχών της χιλιετίας, καθώς οι ειδικοί της βιομηχανίας θεωρούσαν το υποείδος του peplum πεθαμένο από την εποχή του The Fall of the Roman Empire (1964). Tελικά η ταινία έσπασε ταμεία, έκανε τους σινεφίλ να αναφωνούν με στόμφο «my name is Maximus Decimus Meridius, father of a murdered son, husband of a murdered wife and I will have my vengeance, in this life or the next» και θριάμβευσε στα Όσκαρ, κατακτώντας πέντε.

Ο Ράσελ Κρόου πλάθει μια στιβαρή ηρωική φιγούρα, ο Χοακίν Φοίνιξ αντεπεξέρχεται με ωριμότητα βετεράνου στους ελάσσονες σαιξπηρισμούς του σεναρίου του Τζον Λόγκαν και ο Ρίντλεϊ Σκοτ θυμάται την ικανότητά του στην κατασκευή συμπαγών και πειστικών φιλμικών κόσμων, μεταφέροντάς μας στους ρωμαϊκούς χρόνους. Δεν ανήκει στις κορυφές του είδους ο Μονομάχος, αλλά όποτε τον αναφέρει κάποιος, σκεφτόμαστε πόσο μας έχει λείψει αυτό το παραδοσιακό επικό σινεμά.

The Departed (2006)

του Μάρτιν Σκορσέζε

Ένα μίνι trend των ‘00s ήταν τα αμερικανικά remakes ασιατικών επιτυχιών. Οι τελευταίες δεινοπαθούσαν συνήθως κατά τη μεταφορά, κάτι που δεν συνέβη στο (έτσι κι αλλιώς δυτικότροπο) Infernal Affairs του Άντριου Λάου. Πέρα από ευτυχής περίπτωση αμερικανικής διασκευής ασιατικού φιλμ, το The Departed έμελλε να είναι η ταινία που θα φέρει το Όσκαρ Σκηνοθεσίας στον Σκορσέζε – μια μικρή ματιά στο βιογραφικό του και δεν μπορείς παρά να χαμογελάσεις πικρά.

Πρόκειται για βοστωνέζικο crime υποδειγματικού ρυθμού, με τις διπροσωπίες να πρωτοστατούν και τον Ματ Ντέιμον να τις μεταφράζει στο πανί αποτελεσματικότερα, φαινομενικά με το 1/4 της προσπάθειας των υπολοίπων μελών του καστ. Όσο για τους «αποχωρήσαντες» του τίτλου; Αυτοί μάλλον είναι τα παιδιά που πίστεψαν ότι θα κάνουν το περιβάλλον τους παράγωγο των ίδιων, όπως (ειρωνικά) λέει ο Φρανκ Κοστέλο του Τζακ Νίκολσον στην εισαγωγή, για να διαπιστώσουν στο τέλος ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν τίποτε περισσότερο από παράγωγο του περιβάλλοντός τους.

Spotlight (2015)

του Τομ ΜακΚάρθι

Πρωτίστως το Spotlight είναι ένα συναρπαστικό procedural, με τέτοια προσήλωση στη λεπτομέρεια της διαδικασίας, που παραπέμπει σε σημεία στο Zodiac του Φίντσερ – ως προς αυτό το σκέλος και μόνο, για να μην παρεξηγηθούμε. Δεν είναι, όμως, η διαδικασία το ζητούμενο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ταινία για την ιδεαλιστική δημοσιογραφία. Για τον ρόλο και την ευθύνη του δημοσιογράφου ως διαμορφωτή και στυλοβάτη της κοινωνικής ειρήνης, για τη σπουδαιότητα της ενδελεχούς έρευνας, της εξακρίβωσης της πληροφορίας και της δημοσίευσής της, ανεξαρτήτως πολιτικού, κοινωνικού και, φυσικά, προσωπικού κόστους. Κι ερχόμενο σε μια εποχή που η ποιότητα της πληροφορίας έχει αντικατασταθεί από την ποσότητα, που η ταχύτητα μετάδοσής της έχει αντικαταστήσει την ακρίβεια στην πρωτοκαθεδρία της δημοσιογραφικής αξιακής κλίμακας, μετατρέπεται αυτομάτως σε μια ταινία μείζονος σημασίας. Τηρουμένων των αναλογιών, είναι το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου των καιρών μας.

 

Green Book (2018)

του Πίτερ Φαρέλι

To Green Book, που τα indiewire του ντουνιά λατρεύουν να μισούν, είναι ασφαλώς μια ταινία συνταγής. Πόσα χρόνια, όμως, είχες να δεις τόσο καλά εκτελεσμένη τη συνταγή; Οι έκτακτοι πρωταγωνιστές του αλληλοσυμπληρώνονται, του πιστώνεις ότι ποτέ δεν σε κοπανάει στο κεφάλι με τα (εύληπτα) μηνύματα του, έχει σενάριο όπου κάθε σκηνή χτίζει πάνω στην προηγούμενη και προωθεί τον μύθο ένα βήμα παραπέρα, είναι κι αρκετά ιδεαλιστικό –ή αφελές, ανάλογα με το πού στέκεσαι– για να πιστεύει ότι η κατανόηση της (εκάστοτε) άλλης πλευράς μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τον διάλογο και τις συναναστροφές μαζί της. Κάποτε ήταν αυτονόητη στάση ζωής, συνώνυμη ευσυνειδησίας και ενσυναίσθησης, μα έλα που ο κυρίαρχος σοσιαλμιντιακός ανθρωπότυπος, ο οποίος μοιράζει τους ανθρώπους στα δύο ανάλογα με το πώς (φαίνεται) να στέκονται απέναντι στον «αγώνα» του, διαφωνεί.

Είναι μια πολύ ωραία και ιδιαίτερη ταινία το Nomadland, που ενδεχομένως θα φύγει με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας από την απονομή της 25ης Απριλίου, αλλά ας μας επιτραπεί η ακόλουθη επισήμανση: για να γυρίσει ο κόσμος στις αίθουσες, μάλλον χρειάζονται περισσότερες ταινίες σαν το Green Book, παρά σαν το Nomadland.

 

Birdman (2014)

του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου

«Όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή και οι άντρες και οι γυναίκες απλοί ηθοποιοί» έγραφε ο Σαίξπηρ στο «Όπως σας Αρέσει», πιθανότατα για να μπορούμε να τον επικαλούμαστε οι κριτικοί κινηματογράφου κάθε φορά που μια ταινία χρησιμοποιεί μια θεατρική παράσταση σαν παραβολή για την παράσταση της ζωής. Το εύρημα του μονοπλάνου γίνεται αυτάρεσκο ενίοτε, χαλάει και τον κωμικό χρονισμό σε σημεία, δίνει, όμως, ένταση και μια αμεσότητα στα δρώμενα που, αν σε πιάσει στα πρώτα πέντε λεπτά, δεν σε αφήνει να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη μέχρι τους τίτλους τέλους.

Οι εξω-κινηματογραφικοί παραλληλισμοί με τις καριέρες των Μάικλ Κίτον και Έντουαρντ Νόρτον δίνουν πόντους στην ταινία, οι συναντήσεις του τελευταίου με την Έμα Στόουν στην ταράτσα διεκδικούν με αξιώσεις θέση στις ρομαντικότερες σκηνές της δεκαετίας, ενώ ο Ινιάριτου προσθέτει λίγο χιούμορ στο σινεμά του, αλλά με τη μαυρίλα να παραμένει στον πυρήνα του. Ερχόμαστε σε αυτό τον κόσμο, παλεύουμε να αφήσουμε το στίγμα μας, με όποιον τρόπο το εννοεί ο καθένας, και έπειτα φεύγουμε, συνήθως ηττημένοι αλλά και κάποτε με το κεφάλι ψηλά.

 

The Artist (2011)

του Μισέλ Χαζαναβίσιους

Η έκπληξη του φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς έκανε τους κριτικούς να παραμιλούν από χαρά – πιστέψτε μας, δώρο θεού να παίρνεις μια δόση συμπυκνωμένης φιλμικής ευφορίας, τύπου The Artist, στα κινηματογραφικά φεστιβάλ. Στη συνέχεια πήρε υπό την αιγίδα του το φιλμ ο Χάρβεϊ Γουάινστιν, αυτό κατέληξε ανέλπιστος οσκαρικός νικητής και εξ’ αυτού του λόγου και μόνο άρχισε να δέχεται επιθέσεις. Προσπερνώντας το παρασκηνιακό δράμα, το Artist είναι ένας παιχνιδιάρικος φόρος τιμής στο βωβό σινεμά με άξονα τις δυσκολίες ενός σταρ του βωβού σινεμά να προσαρμοστεί στη νέα, ομιλούσα εποχή. Η ακαταμάχητη κινησιολογία του πρωταγωνιστικού διδύμου και, ειδικότερα, το κωμικό ένστικτο του πρωταγωνιστή Ζαν Ντιζαρντέν εγγυώνται την άμεση ανάταση της ψυχικής διάθεσης, στο φινάλε του αρθρώνει κι ένα ιδιαίτερα χρήσιμο στις μέρες μας επιχείρημα υπέρ της προσαρμοστικότητας.

Κέρδισε δικαιωματικά μια θέση ανάμεσα στις πιο αξιόπιστες comfort movies μας και είναι από εκείνες τις ταινίες που μπορείς να προτείνεις άφοβα – πρέπει πραγματικά να είσαι πολύ παράξενος για να μη βρεις τίποτα να σου αρέσει μέσα στο Artist.

 

Parasite (2019)

του Μπονγκ –Τζουν Χο

Αν γυρνούσες πίσω στα ‘90s, έπιανες έναν ψηφοφόρο της Ακαδημίας έξω από το Shrine Auditorium και του έλεγες ότι το 2020 το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας θα πάει σε μια ταξική μαύρη κωμωδία από τη Νότια Κορέα, θα ακούγανε τα γέλια του ακόμα και στο Κωσταλέξι. Να που οι συνεχείς διευρύνσεις των μελών της οσκαρικής Ακαδημίας άρχισαν να αποδίδουν καρπούς και να φέρνουν μεγαλύτερη ποικιλία στις βραβεύσεις – τη μία χρονιά Green Book, την άλλη Παράσιτα, αλλά να χειροκροτούμε και στις δύο περιπτώσεις, όχι μόνο όταν μας βολεύει το αποτέλεσμα, έτσι;

Στο φιλμ η ανώτερη τάξη είναι στον κόσμο της, η εργατική «παρασιτεί» και η μεσαία κρύβεται στο υπογειάκι της, φοβούμενη μη χάσει τα ωφελήματα που (νομίζει πως) έχει. Πραγματικός θρίαμβος η πρώτη του ώρα, στη συνέχεια έχει εξαντλήσει όσα έχει να πει για το θέμα του, κατά τη γνώμη μας, χωρίς όμως ποτέ να χάνει το ενδιαφέρον του. Η σκηνογραφία υποστηρίζει υποδειγματικά τη δραματουργία και εμπλουτίζει τη σημειολογία – ίσως να έπρεπε να προστεθεί κι αυτό το Όσκαρ στα τέσσερα σημαντικά που κέρδισε η ταινία.

 

The Hurt Locker (2009)

της Κάθριν Μπίγκελοου

Σε μια απίθανη οσκαρική συγκυρία δυο πρώην σύζυγοι βρέθηκαν αντιμέτωποι για τα μεγάλα βραβεία. Τελικά ο Δαυίδ της Κάθριν Μπίγκελοου κέρδισε τον Γολιάθ του Τζέιμς Κάμερον –το Avatar– με την ίδια να χρίζεται η πρώτη γυναίκα στην ιστορία του θεσμού που τιμήθηκε με Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Έχοντας συνηθίσει να δοκιμάζεται σε (θεωρούμενα ως) ανδρικά τερέν και να βάζει τα γυαλιά στα αγόρια, η Μπίγκελοου επιχείρησε την χρονιά εκείνη τη δική της προσθήκη στο είδος της πολεμικής ταινίας. Νευρωδώς κινηματογραφημένο και αρμοστά επαναλαμβανόμενο, ώστε να καταδείξει την επανάληψη και το αδιέξοδο που γεννά, το Hurt Locker της έχει set-pieces κλιμακούμενου σασπένς και έξοχη ερμηνεία συνόλου, μα πάνω από όλα έχει κάτι ενδιαφέρον να καταθέσει πάνω στον εθισμό ενός φύλου, ενός έθνους και, τελικά, του συνολικού ανθρωπίνου γένους στη βία και την πολεμική σύρραξη. Από όλες τις ταινίες της λίστας, το Hurt Locker είναι εκείνη που όταν ξαναδείς, θα διαπιστώσεις ότι είναι ακόμα καλύτερη από όσο την θυμόσουν.

 

The Shape of Water (2017)

του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο

Αντλώντας έμπνευση από τα κινηματογραφικά τέρατα της Universal –όχι μόνο από το προφανές Creature from the Black Lagoon– και παραπέμποντας αισθητικά στο σινεμά του Ζαν Πιερ Ζενέ, μα απαλείφοντας, ευτυχώς, τη σχεδόν ψυχαναγκαστική παραδοξότητα του τελευταίου, ο Ντελ Τόρο επιχείρησε μια γοητευτική απόπειρα στη ρομαντική φαντασία και βγήκε κερδισμένος, χαρίζοντας στη φιλμογραφία του τη μεγάλη ταινία, με την οποία φλέρταρε κατά διαστήματα, και στον εαυτό του οσκαρική αναγνώριση. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν μια μουγκή καθαρίστρια, ένα αμφίβιο τέρας, έναν κακό που θέλει να τους χωρίσει και μια ομάδα απόκληρων που ενώνουν τις δυνάμεις τους για να προστατεύσουν το ζεύγος. Φωτογραφία, ντεκόρ, κουστούμια και μουσική επένδυση υψηλών προδιαγραφών, όλα τους στην υπηρεσία μιας τρυφερής ιστορίας που αντλεί τη δύναμή της από την ευγενέστερη ανάγκη: να βρεις κάποιον που να ανήκει στο είδος σου.

 

Moonlight (2016)

του Μπάρι Τζένκινς

Στη μνημειώδη απονομή εκείνης της χρονιάς, το σκορ έγραψε ημίχρονο La La Land και τελικό αποτέλεσμα Moonlight, χάρη σε εκείνη την απίστευτη γκάφα στην οποία ενεπλάκησαν άθελά τους (;) οι Φέι Νταναγουεϊ και Γουόρεν Μπίτι, ξεσηκώνοντας κύματα ενθουσιασμού από όλους εμάς που είχαμε ξενυχτήσει και είδαμε το ξενύχτι μας να δικαιώνεται στις καθυστερήσεις. Και τι ωραία ταινία το Moonlight. Αν έγραφες ότι είναι μια μεγάλη ταινία για τη μαύρη εμπειρία ή μια σημαντική στιγμή για το queer cinema, όχι μόνο θα το αδικούσες, αλλά θα ερχόσουν σε σύγκρουση και με την ίδια του τη φιλοσοφία. Γιατί θέλει να καταρρίψει ταυτότητες, κατηγοριοποιήσεις και ετικέτες, όχι με τη δριμύτητα της ντουντούκας, αλλά με την υποτιμημένη δύναμη του χαδιού, της κατανόησης, της έγνοιας. Ανθρωπιστικό είναι το σινεμά που κάνει ο Μπάρι Τζένκινς, βαθιά συναισθηματικό και συνδεδεμένο με την ανθρώπινη κατάσταση, τόσο, που θα αντλήσει, για παράδειγμα, το σασπένς του, όχι από απίθανους ελιγμούς της πλοκής, αλλά από την ερωτική προσμονή και την αμηχανία, όπως στην καταπληκτική τρίτη ενότητα. Ευτυχώς που, χάρη στα Όσκαρ, ανακάλυψε περισσότερος κόσμος το υπέροχο σινεμά του.

 

The Return of the King (2003)

του Πίτερ Τζάκσον

Η στιγμή που η Ακαδημία αναγνωρίζει για πρώτη φορά το σινεμά του φανταστικού με την ύψιστη τιμή. Μεταφέροντας τα γραπτά του Τόλκιν στο σινεμά, ο Πίτερ Τζάκσον πραγματοποιεί έναν σκηνοθετικό άθλο, χωρισμένο σε τρία κεφάλαια, που καθόρισε και οριοθέτησε την κινηματογραφική επική φαντασία. Το τρίτο μέρος, που κλείνει την ιστορία, έχει στιγμιότυπα σαν εκείνο όπου η νίκη απέναντι στο Κακό έρχεται (και) με τη συνδρομή των Νεκρών –χρειάζεται και η ιστορική συνείδηση, σου λένε ο Τζάκσον και ο Τόλκιν–, τα οποία διαψεύδουν με εκκωφαντικό τρόπο όσους κατατάσσουν αδιαμαρτύρητα την τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών στην κατηγορία της ανώδυνης, επιφανειακής κινηματογραφικής ψυχαγωγίας. Φυσικά ο Άρχοντας παρακολουθείται ως μία ταινία, και ιδανικά στην extended εκδοχή του. Aν πρέπει σώνει και καλά να τον χωρίσουμε σε τρεις, η Επιστροφή του Βασιλιά υστερεί ελαφρώς –πολύ ελαφρώς όμως– έναντι της δεύτερης ταινίας σε επίπεδο θεάματος και έναντι της πρώτης επειδή έχει λιγότερο στοχευμένη αφήγηση.

 

No Country for Old Men (2007)

των Τζόελ και Ίθαν Κοέν

Υπάρχει η κινηματογραφική υποβολή και έπειτα υπάρχει κι αυτό που κάνουν οι Κοέν εδώ, όπου σε σημεία κρατάς ακόμα και την αναπνοή σου, μην τυχόν και σε ακούσει ο ανατριχιαστικός Αντόν Σίγκαρ του Χαβιέ Μπαρδέμ, στρίψει ένα κέρμα και σου ζητήσει να διαλέξεις ανάμεσα σε κορώνα και γράμματα. Περισσότερο από την πλοκή και τα θέματα του μυθιστορήματος του Κόρμακ ΜακΚάρθι, οι αδερφοί Κοέν καταφέρνουν να μεταφέρουν στο πανί την αίσθηση ΜακΚάρθι, εκείνη την αδιόρατη, μα υπαρκτή υποψία ενός πνευματικού κόσμου που συνυπάρχει με τον δικό μας κι ας κάνουμε πώς τον αγνοούμε.

Κατά τα λοιπά, μοναδική αισθητή σταθερά είναι ο θάνατος, που αναπόφευκτα θα έρθει. Ό,τι άλλο, πέρα από αυτόν, επαφίεται πρωτίστως στις επιλογές μας, το ξεκαθαρίζει η Kέλι ΜακΝτόνταλντ στον Μπαρδέμ λίγο πριν από το φινάλε. Το Κακό κυριαρχεί, οι λιγοστοί εκπρόσωποι του Καλού ακολουθούν ακριβώς την ίδια διαδρομή με εκείνο, αλλά καθυστερημένα, καταφέρνοντας μόνο να μαζέψουν τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του, σε μια πατρίδα αφιλόξενη προς όλους εμάς τους «μελλοθάνατους».

Μικρότεροι διαμαρτυρόμασταν που έχασε το There Will Be Blood σε εκείνη την απονομή. Καθώς μεγαλώνουμε, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί συνέβη αυτό.

 

Million Dollar Baby (2004)

του Κλιντ Ίστγουντ

Θα χρειαζόταν ένα κείμενο τουλάχιστον ίσο σε μέγεθος με όλο το υπόλοιπο αφιέρωμα για να γράψεις επαρκώς για το «μωρό» του Κλιντ Ίστγουντ. Υποχρεούσαι να μιλήσεις για τη ρηξικέλευθη δομή του, καθώς στα 2/3 του έργου μοιάζει να τελειώνει η ταινία που παρακολουθούσες ως εκείνη τη στιγμή και να ξεκινά μια άλλη. Πρέπει να το να επαινέσεις για την προοδευτική του στάση απέναντι σε ένα πολύκροτο κοινωνικό ζήτημα και μάλιστα από έναν δημιουργό «δεξιό» – για εκείνους που λογαριάζουν περισσότερο τι ψηφίζει ο άλλος και όχι τι λέει με το έργο του, φυσικά. Οφείλεις να το εκθειάσεις για τον τρόπο με τον οποίο βγάζει νοκάουτ το ανθρωποφαγικό μότο στο οποίο στηρίχθηκε το σύγχρονο αμερικανικό ιδεώδες, αυτό που θέλει μόνο τον πρώτο νικητή και τον δεύτερο ένα τίποτα.

Κι αν θες να βρεις τον λόγο που εντάσσεται δικαιωματικά στα μεγάλα αμερικανικά δράματα, θα τον εντοπίσεις στο σημείο εκείνο που αντιλαμβάνεσαι ποιος πραγματικά αφηγείται την ιστορία και για ποιον λόγο. Θα τον αλιεύσεις μέσα από το δράμα ενός πατέρα που πασχίζει να λυτρωθεί για τα κρίματα του, τα οποία βαραίνουν σαν σκιές το πρόσωπο του. Κρίματα τόσο φριχτά, που τον στέλνουν τακτικά στον οίκο του Θεού, παρά τη δεδηλωμένη αθεΐα του, που γιγαντώνονται στο μυαλό σου από την εικόνα ενός ηθοποιού με παρελθόν γεμάτο από τέτοια. Κρίματα για τα οποία, σε μια αβάσταχτη συγκυρία, θα κληθεί να επανορθώσει θυσιάζοντας το «αίμα του», για να καταλήξει αναπόφευκτα σε ένα diner, εκεί, στο αντίο και στο πουθενά, στο σταυροδρόμι του Παραδείσου του κυρίου Butterfly στο The American (2010) και εκείνου του Καρλίτο.

 

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ