Στα ράφια της Αιγύπτου. Από την Ελένη Ψυχούλη

Στα ράφια της Αιγύπτου. Από την Ελένη Ψυχούλη Facebook Twitter
2

Tα έθνικ μπακάλικα είναι σαν τις πρεσβείες και τα προξενεία. Στη μέση του πλανήτη, αρκεί να διαβείς το κατώφλι τους για να σε πάρει πάραυτα από τη μύτη η μυρωδιά της χώρας που προξενεύουν. Η γαλλική πρεσβεία μυρίζει κάτι αδιόρατο από βούτυρο και κρουασάν, η ινδική κάρυ και καπνό από μπίντις, η αγγλική δέρμα από Chesterfield καναπέ με καπνό από πούρο, η κινέζικη σουσαμέλαιο και stir fry.

Άλλες πατρίδες έχουν πιο έντονο άρωμα, άλλες πιο διακριτικό, άλλες πιο εξωτικό άλλες πιο οικείο. Έτσι και τα μπακάλικα. Κι ενώ τα βαλκάνια ίσα που αναδύουν μια διακριτική οσμή από καπνιστό σολομό και ξινό ψωμί με σπόρους carraway, τα αιγυπτιακά σε τραβάνε κυριολεκτικά από τη μύτη σε μια βαριά χαύνωση που φτάνει κατευθείαν από τις υπαίθριες αγορές του Λούξορ και του Καϊρου. Κάτι σε σαπισμένο μοσχολέμονο, μάνγκο και γουάφα, κύμινο και τηγανητό κρεμμύδι.

 

Όποτε με πιάνει η νοσταλγία μιας χώρας που κάποτε αγάπησα, τώρα που δεν μου περισεύουν για εισητήρια, παίρνω το μετρό και πάω να τη μυρίσω στα μπακάλικα της πρωτεύουσας, μέσα από το άρωμά της να ξετυλίξω εντός μου την ταινία του τοπίου της, τις φωνές των ανθρώπων της, χαζεύοντας ρύζια και πολύχρωμες κονσέρβες στα ράφια. Φτηνό και πολύτιμο ταξίδι, κάπως έτσι μου μοιάζει ο διακτινισμός.

 

Στα ράφια της Αιγύπτου. Από την Ελένη Ψυχούλη Facebook Twitter

Από όλα, πιο αγαπημένα τα αιγυπτιακά παντοπωλεία. Τίποτα δεν σε ταξιδεύει γρηγορότερα στο χάος του Καϊρου, στην ακαταστασία, τη σκόνη, το αλαλούμ μιας χώρας που απορείς πώς βρίσκει ειρμό μέσα στον απόλυτο σουρεαλισμό της. Το μόνο που σου λείπει είναι ίσως η ηχητική υπόκρουση από τις κόρνες στους δρόμους που δεν σταματούν ποτέ, ωστόσο, τα αυτιά σου λες και κορνάρουν από μόνα τους καθώς αναζητάς ένα φακελάκι κύμινο πατώντας πάνω σε κασόνια, κονσέρβες με ζαμπόν κότας, χαλάκια προσευχής και αργιλέδες.

Το αιγυπτιακό μπακάλικο διαθέτει όλα όσα σιχαίνεται ο ευρωπαίος καταναλωτής. Την έλλειψη τάξης, λογικής, καθαριότητας, αισθητικής.  Κι όμως, όλα εδώ έχουν μια δικιά τους, γλυκιά λογική, που απλά δεν μοιάζει με τη δική σου. Ένα γεμάτο, πολύχρωμο ράφι, δίπλα πέντε σειρές άδειες προθήκες, μετά ξανά στριμωγμένο εμπόρευμα. Νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε επιχείρηση υπό πτώχευση, ότι μόλις έγινε ληστεία, ότι πάει, τους κλείνει κι αυτούς η κρίση. Καθόλου. Την επόμενη φορά που θα επιστρέψεις, η αδειοσύνη θα’χει μεταφερθεί στα απέναντι ράφια, στο ψυγείο, κάπου παραπέρα.


Στα ράφια της Αιγύπτου. Από την Ελένη Ψυχούλη Facebook Twitter

Στο ταμείο το αφεντικό,  πάντα κάποιος Φουάντ, Καρίμ ή Μοχάμαντ, που εδώ τον λένε Τάκη, Γιάννη ή Σωτήρη, με κείνη τη βαθιά αραβική ευγένεια στο λόγο, τη ζεν νιρβάνα ακόμη κι όταν-ο δικός σου-κόσμος καίγεται. Η μικρή οθόνη συντονισμένη στα κύματα της πατρίδας, ο λαός αλληλοσκοτώνεται στην Ταχρίρ, αν τον ρωτήσεις πώς πάνε τα πράγματα θα σου απαντήσει «πολύ προσεχώς όλα θα πάνε τέλεια!». Η αραβική ευγένεια δεν επιτρέπει τον αρνητισμό, να στεναχωρέσεις τον ξένο σου με δυσάρεστα και γκρίνιες. Η οποία ευγένεια έχει και τα στραβά της, αν τον ρωτήσεις σε ποιό ράφι άραγε να είναι οι κόκκινες φακές. Οι φακές έχουν τελειώσει αλλά εκείνος θα σου υποδείξει κάπου αόριστα στο χάος, καθότι το σαβουάρ βιβρ του δεν του επιτρέπει το «όχι», το «δεν» (έχω, μπορώ, διαθέτω, ξέρω) γενικότερα. Για την ταλαιπωρία, θα σε δροσίσει κερνώντας ένα μάνγκο χυμό στο au revoir.

Απαραιτήτως, σε κάποια γωνιά, μια ολόκληρη προθήκη με λαχανικά, θα βιώνει την προχωρημένη της σήψη, λεμονάκια-απολιθώματα σε φαιό χρώμα, μαυρισμένα μάνγκο, όλο το φυτικό βασίλειο όπως δεν θα ήθελε ποτέ να εκτεθεί σε ξένα μάτια. Κι αυτό θα σε αποτροπιάσει εσένα τον ευρωπαίο. Έχει, ωστόσο, την εξήγησή του. Λαός απέραντα μιλιούνια οι αιγύπτιοι, με εκατομμύρια να επιβιώνουν στο πολύ πιο κάτω από το όριο της πείνας, εκεί τίποτα δεν πάει χαμένο. Και για το σάπιο υπάρχει πελατεία, και για το ληγμένο και για το κακομούτσουνο και για το ακατάλληλο. Φόρος τιμής στα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας ή πραμάτεια για τους μετανάστες της εξαθλίωσης, δεν ξέρω να απαντήσω.

Στα ράφια της Αιγύπτου. Από την Ελένη Ψυχούλη Facebook Twitter

Κι αν σας στεναχώρησα με εικόνες που δεν θυμίζουν αστραφτερή διαφήμιση πολυεθνικής, να σας εξηγήσω πώς σ’αυτό εδώ το μικρό κομμάτι παραλογισμού, υπάρχει λόγος σοβαρός να έρθεις να ψωνίσεις. Δυό-τρία εξαιρετικά πράγματα που δεν θα βρεις αλλού. Σοβαρά ντελικατέσεν πωλούν μερικά μόνο απ’αυτά στο υπερτριπλάσιο απλά και μόνο επειδή τα έχουν ξεσκονίσει και τα έχουν πλασάρει με όλους τους κανόνες του μάρκετινγκ στο εκλεκτό τους κοινό: το ροδόνερο και το ανθόνερο, τα φρέσκα λεμονάκια της Αιγύπτου με κείνο το μεθυστικό άρωμα λιβανιού που δεν διαθέτει κανένα μοσχολέμονο του πλανήτη, οι χυμοί από γουάφα, μάνγκο και λοιπά εξωτικά φρούτα, το φιτίρ-η δικιά τους πίτα με μπόλικο βούτυρο που τρώγεται ζεστή με μέλι ή τυρί, το αιγυτιακό νόστιμο ρύζι που κάνει τα καλύτερα πιλάφια, οι πορτοκαλί φακές, η ένταση στο εξαιρετικό τους κύμινο, οι καυτερές κόκκινες σάλτσες στο ψυγείο, τα υπέροχα κατεψυγμένα φελάφελ στον καταψύκτη.

Κλεοπάτρα, πλ. Δημαρχείου στην Αθηνάς, 2105227975

Αλεξάνδρεια, Παράσχου 104, Γκύζη, 2106450419

Γεύση
2

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρύσανθος Πανάς

Γεύση / Χρύσανθος Πανάς: «Η διασκέδαση χωρίς γεύση, χωρίς αισθητική, χωρίς καλό φαγητό δεν έχει νόημα»

Ο άνθρωπος που επέμενε να μιλά για «αθηναϊκή Ριβιέρα» όταν η ιδέα ακουγόταν ουτοπική επιστρέφει τώρα στις ρίζες της οικογένειάς του μέσα από τη «Ζαΐρα», ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια και την ανάγκη να αφήσεις πίσω σου κάτι που να αντέχει στον χρόνο.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
«Το κρασί έχει μέσα του και επιστήμη, αλλά το μεγάλο κρασί ανήκει στην τέχνη»

Το κρασί με απλά λόγια / Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί.

Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί. Μιλά για τη Σαντορίνη, τη μνήμη, τα μαθηματικά, την τέχνη και τον χρόνο. Είναι ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού κρασιού. Η Υρώ Κολιακουδάκη και ο Παναγιώτης Ορφανίδης τον συναντούν και ακούνε τη συναρπαστική διαδρομή ενός Πειραιώτη μαθηματικού που ερωτεύτηκε ξανά τον τόπο του μέσα από το αμπέλι.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
78’ με τον Ματίγια Μπάμπιτς, τον ιδρυτή του TasteAtlas

Γεύση / «Μην εμπιστεύεστε καμία λίστα απόλυτα»: Ο κύριος TasteAtlas μιλά στη LifO

Σε μια αποκλειστική συνέντευξη, ο ιδρυτής του TasteAtlas, Ματίγια Μπάμπιτς, μιλά για τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας από τις πιο επιδραστικές παγκόσμιες πλατφόρμες γαστρονομικής χαρτογράφησης και εξηγεί γιατί το φαγητό είναι για εκείνον, πάνω απ’ όλα, μια μορφή μνήμης και πολιτισμού.
M. HULOT
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Nothing Days / Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Με αφορμή μια λίστα του TasteAtlas, ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική ξεδιπλώνει την ιστορία δύο εμβληματικών πιάτων, του περουβιανού pollo a la brasa και της ajiaco, που ενώνουν τη λαϊκή απόλαυση με την πολιτισμική κληρονομιά, μετατρέποντας το φαγητό σε ζωντανή αφήγηση.
M. HULOT
«Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, κάτι έχει πάει λάθος»

Το κρασί με απλά λόγια / «Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, κάτι έχει πάει λάθος»

O Στεφάν Ντερενονκούρ, ένας από τους σημαντικότερους συμβούλους οινοποίησης στον κόσμο, μιλά για τον κόσμο του κρασιού πέρα από το marketing, την εμπειρία του από το Μπορντό μέχρι τη Συρία και εξηγεί γιατί σήμερα το πιο δύσκολο δεν είναι να φτιάξεις καλό κρασί αλλά να παραμείνεις αυθεντικός.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

σχόλια

2 σχόλια