Musidora, Nadja και Gradiva

 

Musidora, Nadja και Gradiva
Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

"Είστε τόσο μακριά από μένα όσο και ο ήλιος, και νιώθω γαληνεμένη μόνο όταν με ζεσταίνετε [...] Διατηρώ την αναπνοή σας, αυτή που δεν πεθαίνει, και θα με ακολουθήσει παντού, θα είναι το δικό μου άρωμα. Έχω επίσης το ψυχρό, γλυκό και σκληρό σας βλέμμα, την αιχμηρή αυτή λεπίδα που θα με υπερασπιστεί ... χωρίς να το ξέρετε, βρίσκεστε πίσω μου ... με προστατεύετε, με ενθαρρύνετε, με ελέγχετε ... Ω τέρας... Τι την έκανες τη ζωή μου";

Γράμμα της Léona Delcourt (Nadja) στον André Breton

 

 

 

Οι υπερρεαλιστές γοητεύτηκαν πολύ από νεαρές γυναίκες εγκληματίες. Από την αναρχική Ζερμαίν Μπερτόν που πυροβόλησε έναν συντάκτη της L'Action française. Από τη Βιολέτ Νοζιέρ που δηλητηρίασε πατέρα και μητέρα, έναν πατέρα που φέρεται να την είχε βιάσει όταν ήταν δώδεκα ετών. Από τις δύο αδελφές Παπέν, οι οποίες έσφαξαν τις δύο αφεντικίνες τους, βγάζοντάς τους τα μάτια, και διαλύοντας το κεφάλι τους. Γιατί οι υπερρεαλιστές τίμησαν τις εγκληματικές αυτές γυναίκες; Ήθελαν να ηρωοποιήσουν τις γυναίκες και να εξυμνήσουν το έγκλημα; Για να απαντήσουμε σε αυτές τις ερωτήσεις, πρέπει να πραγματοποιήσουμε μία γενεαλογική έρευνα και να δώσουμε μια εικόνα των τριών γυναικών χωρίς τις οποίες η ιστορία και το φαντασιακό της υπερρεαλιστικής ομάδας δεν θα είχαν εξελιχθεί όπως ξέρουμε. Δύο από τις γυναίκες αυτές ανήκουν στη σφαίρα της μυθοπλασίας: η ηθοποιός Musidora, η οποία δεν διστάζει να προβεί σε εγκληματικές πράξεις στην ταινία Les Vampires, η ηρωϊδα του μυθιστορήματος Gradivaπου έγινε διάσημη από τα σχόλια του Φρόιντ. Η τρίτη γυναίκα είναι αληθινή, πολύ αληθινή, και ονομάζεται Nadja ή μάλλον Λεονά Ντελκούρ. [...]

 

 

Ας σημειώσουμε ότι όλες οι γυναίκες που προαναφέρονται είναι ιδιαίτερα δυναμικές ή δραστήριες. Η 'Ιρμα Βεπ επιβάλλεται με μαγκιά στη συμμορία των Βαμπίρ. Η Nadja, στην αλληλογραφία της, απαντά κάποιες φορές απότομα στον Breton. Η Σουζάν Μυζάρ εμφανίζεται ως σπαστικιά. Όταν η Γκαλά μετατρέπεται σε Γκραντίβα, εξουσιάζει ακόμη περισσότερο τον Νταλί. Όσον αφορά τη Ζακλίν, δεν της λείπει το θάρρος, κρίνοντας από ένα γεγονός που δεν αναφέρεται στο L'Amour fou: σε μια επιστολή της 15ης Δεκεμβρίου 1933, η Ζακλίν Λαμπά, άγνωστη τότε στον Μπρετόν, ζητά από τον ποιητή να της δανείσει την έκδοση των 120 μέρες στα Σόδομα που είχε επιμεληθεί ο Μωρίς Χάινε.

 

 

 

 

Γιατί όμως η εικόνα της Γκραντίβα έρχεται να επισκιάσει την Musidora; Αν μείνουμε μόνο στα φυσικά και ψυχολογικά κριτήρια, σε τίποτα δεν διαφέρει η Γκραντίβα από την Musidora, καθώς και οι δύο είναι ελκυστικές και διαθέτουν περισσή ενέργεια. Από την άλλη πλευρά, όπως έχουμε ήδη πει, διαφέρουν σημαντικά ως προς τη σχέση με το χρόνο: ενώ η 'Ιρμα Βεπ βαδίζει γρήγορα προς το θάνατο, η Γκραντίβα ξαναγεννιέται ή απλά εμφανίζεται. Οι υπερρεαλιστές, και αυτό είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό του κινήματός τους, δυναμιτίζουν τον χρόνο. Ευαισθητοποιημένοι στο αντικειμενικό τυχαίο, όπως όταν το ποιήμα Ηλιοτρόπιο συμπίπτει με τη νύχτα του ηλιοτροπίου, οι υπερρεαλιστές δεν συμμορφώνονται πλέον με τον χρονολογικό χρόνο της ιστορικής νεωτερικότητας. Ο Μπρετόν και οι φίλοι του αναζητούν μαγνητισμένες διάρκειες στο πέρασμα του ασύρματου χρόνου. Ενώ η ποντικίνα με το μαύρο κολάν τρυπώνει σε ξενοδοχεία, η Γκραντίβα που τρυπώνει στον χρόνο κάνει την εμφάνισή της ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

 

Στην αρχή του L'Amour fou [Ο τρελός 'Ερως -σ.σ.], ο Μπρετόν επιχειρεί, όπως λέει ο ίδιος, "να ισορροπήσει πάνω στην προδότρια ιπτάμενη μπάρα του χρόνου". Χρησιμοποιεί την ακροβατική αυτή εικόνα για τον χρόνο, καθώς φαντάζεται μια θεατρική σκηνή που καταλαμβάνεται πρώτα από επτά ή εννέα χορευτές στη σειρά ντυμένους στα μαύρα και καθισμένους σε παγκάκι, και που στη συνέχεια χωρίζεται από άλλη μία σειρά επτά ή εννέα γυναικών με ανοιχτόχρωμες τουαλέτες καθισμένες κι αυτές σε παγκάκι. Ποια είναι αυτά τα κορίτσια; Είναι οι γυναίκες που αγάπησε ο Μπρετόν και που τον αγάπησαν. Και ποια είναι αυτά τα αγόρια που είναι σαν να έχουν βγει από σκηνή του music-hall; Eίναι οι διαδοχικοί εραστές που τον απαρτίζουν. Αλλά ποιο πρόσωπο κυριαρχεί σε αυτή τη σειρά των κοριτσιών; Για τον Μπρετόν δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το τελευταίο αγαπημένο πρόσωπο αποτυπώνει τα χαρακτηριστικά του σε ολόκληρη τη σειρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η γυναίκα που αγαπάει τη δεδομένη στιγμή σβήνει τις προηγούμενες ερωμένες, αλλά αντίθετα ότι η τωρινή μοναδική αγάπη αγκαλιάζει όλες τις προηγούμενες. Ο Μπρετόν είχε ήδη κατά νου ένα είδος παράδοσης σκυτάλης όταν έγραφε στις 15 Απριλίου 1930, ότι "η Νάντια, από ένα θαύμα χάρης και ανιδιοτέλειας, που την ώθησε να εξαφανιστεί", τον είχε ίσως σπρώξει στην αγκαλιά της Σουζάν Μυζάρ. 'Οπως και νάχει, ο Μπρετόν δεν επιθυμεί να απωθήσει σε κάποια γωνία του υποσυνείδητου κανέναν από τους εραστές που υπήρξε, και καμία από τις ερωμένες που τον εγκατέλειψαν ή που ο ίδιος άφησε. Ο Μπρετόν δεν ξεχνά τη Σουζάν, ούτε τη Νάντια, ούτε τη Σιμόν. Αλλά η μοναδική και αμοιβαία αγάπη που ποθεί ο Μπρετόν μοιάζει με αδύνατη αγάπη. Γιατί, πώς αυτή η αγάπη μπορεί, σαν καθαρό διαμάντι, να αστράφτει με χίλιες λάμψεις και να αντανακλά ταυτόχρονα τις χιλιάδες όψεις των προηγούμενων ερώτων;

 

Ποιος; Ποια είνα; Ποιοι είναι αυτοί;  Όταν η 'Ιρμα Βεπ [η ηθοποιός που υποδύεται τη Musidora -σ.σ.] και η συμμορία των Βαμπίρ εμφανίζονται στον κινηματογράφο, πυροδοτούν αμέσως το ζήτημα της ταυτότητάς τους.

 

Ποιος είμαι; Ποια είνα; Όταν ο Μπρετόν και η Νάντια συναντιούνται στο δρόμο, το ζήτημα της προσωπικής τους ταυτότητας ανακύπτει ξανά. Μήπως ετοιμάζονται να ερμηνεύσουν Τα μάτια που μαγεύουν, το έκτο επεισόδιο των Βαμπίρ, ο Αντρέ στον ρόλο του Μορένο, η Νάντια ως 'Ιρμα Βεπ;

 

Πού βρίσκονται; Θα ξανάρθουν; Το φθινόπωρο του 1928, τα δύο αυτά ερωτήματα απασχόλησαν τον Αραγκόν και τον Μπρετόν, σχετικά με τη Νάνσυ Κιουνάρ, τη Νάντια Ντελκούρ και τη Σουζάν Μυζάρ. Ως ύστατη λύση, οι δύο υπερρεαλιστές προσκαλούν την Musidora να ανέβει στη σκηνή και να παίξει στο Le Trésor des jésuites [Ο Θησαυρός των Ισουητών, το θεατρικό έργο που έγραψαν μαζί οι δύο συγγραφείς το 1928 -σ.σ.].

 

Επιστρέφει ή προκύπτει εκ νέου; Ο Νταλί είναι πεπεισμένος ότι η Γκαλά είναι μία Γκραντίβα που ανασταίνει τις παιδικές του αγάπες, ενώ ο Μπρετόν βλέπει στο πρόσωπο της Ζακλίν Λαμπά μία Γκραντίβα που ξεδιπλώνει τις προσωπικότητες διαφόρων γυναικών, μία αιφνίδια αγγελιοφόρο του ασύρματου χρόνου.

 

Georges Sebbag

Musidora, Nadja et Gradiva

Histoires littéraires, n° 37, janvier-février-mars 2009, "Dossier Surréalisme"

 

Μτφ. Σ.Σ.