Σοφία Ζαράρη
Al Zekra
"Κάποτε νιώθω να’ μαι ανάμεσα σ’ αυτούς που δε γνώρισα ποτέ."
[Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον]
Με λένε Πάνδροσο.
Στα χέρια μου κρατώ το κουβάρι με τον μύθο που απόψε θα σας αφηγηθώ.
Η ιστορία αρχίζει να ξετυλίγεται Σεπτέμβρη μήνα, τη μέρα που άνοιξα εκείνο το κουτί, δώρο της αδελφικής μου φίλης Βικτωρίας από το νησί το καλοκαίρι. Ένα κρανίο νεαρού κατσικιού που δεν είχε προλάβει καλά - καλά να ενηλικιωθεί. Κοιμόταν μέσα, ήσυχο, για το ταξίδι που έμελλε να κάνει. Πέρασε θάλασσες, βουνά για να φτάσει στα χέρια μου, τέλεια χωρισμένο στα δύο.
Ένοιωσα φόβο την στιγμή που το αντίκρυσα. Πάγωσα. Το άφησα κλεισμένο στο κουτί του για καιρό. Σιωπηλό τη μέρα, να μου ψιθυρίζει τα βράδια.
Ήταν σε όνειρο που άκουσα για πρώτη φορά καθαρά τη φωνή του. Βρέθηκα λέει, με τις δυο μου αδελφές την Έρση και την Άγλαυρο, κόρες κι οι τρεις μας του βασιλιά Κέκροπα, να κρατάμε στα χέρια μας το καλάθι που εμπιστεύθηκε σε εμάς η Θεά Αθηνά, να το φυλάξουμε μέσα στον ναό του πατέρα μας. Να μην το ανοίξουμε μας όρκισε, παρά μόνο όταν εκείνη θα έλεγε πως ήρθε η ώρα. Οι αδελφές μου δεν άντεξαν και πάτησαν τον όρκο.
Ένα μωρό τυλιγμένο με φίδια φανερώθηκε μπροστά μας, ο Ερεχθέας, γιος του Ήφαιστου και της Γαίας. Σείστηκε ο κόσμος γύρω μας. Στην όψη του βρέφους, οι δυο μου αδελφές έχασαν τα λογικά τους κι έπεσαν από τον γκρεμό. Εμένα διάλεξε η Μοίρα να μεγαλώσω το αγόρι, τον βασιλιά της Αθήνας, που ήρθε από την Αίγυπτο με στάρι στα χέρια, να το μοιράσει στους πεινασμένους της πόλης.
Ξημέρωσε. Φως έλουσε τις εικόνες των προγόνων μου.
Αίγυπτος, Σουέζ, Κάσος. Σε γιορτή, όλοι μαζί, με ευχές και τραγούδια ενωμένοι κι ό,τι άλλο πολύτιμο, φορεμένο, να θυμίζει Πατρίδα. Κι ύστερα, η επιστροφή στην Αθήνα. Φόρος τιμής στη νέα γη, Ερέχθειον.
Το κρανίο ταξίδεψε από μακριά για να με συναντήσει. Ζητούσε πια να ενωθεί. Να γίνει ένα. Η ιστορία του να μην τελειώσει εδώ.
Μια δεύτερη ευκαιρία.
Σοφία Ζαράρη
"Al Zekra", έκθεση της Σοφίας Ζαράρη
Eπιμέλεια και κείμενο: Κώστας Πράπογλου
Ίδρυμα Άγγελου και Λητώς Κατακουζηνού - Λεωφόρος Βασιλίσσης Αμαλίας 4 [5ος όροφος], Αθήνα 105 57 | Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Σύνταγμα
Ωράριο έκθεσης: Τετάρτη [13/5, 20/5, 27/5, 3/6]: 17.30 - 19.30 Παρασκευή [15/5, 22/5, 29/5, 5/6]: 17.30 - 19.30
Δώδεκα χρόνια πέρασαν από εκείνον τον Σεπτέμβριο…
Ένα μικρό κρανίο ζώου ανήλικης ζωής θα ξεδίπλωνε αργά-αργά τον κόσμο της Σοφίας. Ίσως από μόνο του, έναν ολόκληρο κόσμο, ίσως πολλούς μαζί φτιαγμένους από υπομονή λεπτομέρειας, χρόνο -αργό, σταθερό, αναλλοίωτο- λαϊκής παράδοσης, αγάπη διηνεκή, υμνητικό στη ζωή, ευγνώμονα για τις απώλειες που συνθέτουν τη βεβαιότητα ότι κάποτε υπήρξαμε.
Η φύση, η τύχη, η πίστη, άνθρωποι, με τη θάλασσα πάντοτε παρούσα και τα νερά άγρια και ήρεμα μαζί, ενώθηκαν και έφεραν από το Αιγαίο, την Ικαρία, τη Μυτιλήνη, τη Σαμοθράκη, το Δεσποτικό, κερασφόρα κρανία ακέραια σαν προτομές που άγνωστο πως, άγνωστο για πόσο, άγνωστο γιατί έμειναν χωρίς σώμα, έρμαια στους καιρούς να υπονοούν τη διαδρομή τους, ανοιχτή σε ερμηνείες, σε εκδοχές, σε εικασίες για το τι μπορεί να συνέβη, γιατί αυτή η βεβήλωση, γιατί αυτή η περιφρόνηση, η αφροντισιά;
Ίσως σε ενήλικες εποχές, που ο διάλογος με τον θάνατο έχει ανοίξει και τρέφεται πια καλά, να δόθηκε η υπόσχεση να έχουν την τιμή που αρμόζει στην ύπαρξη όταν πια δεν θα υπάρχει, πόσο μάλλον σε ζώα που μας πρόσφεραν αγάπη, τροφή, θυσίες, τα δέοντα σε Θεούς και ανθρώπους, αδιάλειπτα. Αποτέλεσαν τέχνη ασύλληπτη, πολιτισμό συγκινητικό άυλο, της καθημερινότητας, της λύπης και της χαράς, της αγροτικής και κτηνοτροφικής ζωής, της οικοτεχνίας. Έκαναν τους ανέμους ούριους, τους χρησμούς να λυθούν, τους ανθρώπους να πιστεύουν, να κατευνάζουν τον θυμό, να ζητούν με ευγένεια, να λύνουν τα σκοτάδια.
Η πρώτη ψηφίδα έφερε την άλλη, την επόμενη, την τρίτη, τη διπλανή. Πολλαπλασιάστηκαν πριν φτάσουν να γίνουν τελικά αμέτρητες και να μεταφραστούν σε ώρες ατελείωτες, μήνες που περνούσαν, εποχές που άλλαζαν, με μια λάμπα ανοιχτή μέρα-νύχτα. Με την αβεβαιότητα του καλλιτέχνη αλλά και την ικανότητα να τη μετατρέπει σταδιακά σε πίστη, ώρες περισυλλογής και πράξης τεχνίτη φιλότιμου, νυχθημερόν στο εργαστήρι του να ντύνει και να γυμνώνει την πρώτη ύλη και μαζί την ψυχή του. Να συνδέει πρόσωπα, γενιές, τόπους, χρόνους, εποχές, έχοντας για προσφάι στο δισάκι του χαρτιά, πούλιες, χάντρες, κλωστές, κουβαρίστρες, πέρλες, βελόνες, κουμπιά, ματάκια, πλαστικά μπιχλιμπίδια, κεντήματα, στοιβάδες εξαίρετης αισθητικής που βρήκαν τόπο να απλωθούν, έδωσαν νόημα αυτά τα χρόνια, αν όχι μια ολόκληρη ζωή.
Τα κρανία έπαψαν να είναι νεκρά, άψυχα, απρόσιτα, παρατημένα.
Ντύθηκαν με τα ωραιότερα, τα καλύτερα, τα πιο ταιριαστά, την ευγένεια των πιο ευτελών που μετατρέπονται σε αμύθητα. Πήραν νέα υλική υπόσταση και την ψυχή εκείνη που τους έδωσε η Σοφία για να αφηγηθούν τη δική της ιστορία, ίσως την ιστορία του καθενός μας, των προγόνων του, των σπιτιών που έζησε, αγάπησε, νοστάλγησε, έφυγε και έκτοτε επιστρέφει ξανά και ξανά, βλέπει και ξαναβλέπει με άλλα μάτια που τον αξίωσε η ζωή και μόχθησε για να το καταφέρει.
Έγιναν μύθος δικός της, μύθος κυριολεκτικός και σήμερα για πρώτη φορά παρουσιάζονται ως ολότητα στον έξω κόσμο, για να αναμετρηθούν με τη φθορά, τη ματαιότητα.
Σαν τη Διώρυγα που ενώνει, μοιάζει να ενώνονται τα πάντα τώρα.
Ένα ταξίδι αυτογνωσίας, επίγνωσης, μνήμης γιατί σημασία έχει να μαθαίνεις παρά να ξέρεις, να θυμάσαι αντί να ξεχνάς, να γνωρίζεις για να μην αγνοείς, να μη γίνεις επιλήσμων για να μη σε έχει του χεριού της η ανυπαρξία, η αδιαφορία, η άγνοια, η λησμονιά. Γιατί τελικά η ψυχή, η μνήμη, η αγάπη είναι οι πραγματικοί εγγυητές. Για ένα σπίτι, έναν άνθρωπο, την ίδια τη ζωή…
Τι είναι πραγματικό δικό μου; Τίποτα ή σε ό,τι βάζω μέσα ψυχή;
Τώρα ξέρω πως η προγιαγιά, η γιαγιά, οι αδελφές, οι θείες, η μητέρα, γυναίκες από τέσσερις γενιές και ιστορία ενός αιώνα και, έστησαν Ιερό Χορό με πρώτο χορευτή τον Γηραιό. Φορούν για φυλαχτά φωτογραφίες και τα αντικείμενά τους επάνω στις δεμένες σιαγόνες των ζώων και κοσμήματα από οστά, ξύλα, μαργαριτάρια από τα δικά τους κοσμήματα τότε, εκεί ή εδώ. Ένα απόγευμα, σε μια βόλτα στου Φιλοπάππου, στον Βράχο της Ακρόπολης, στη Διώρυγα του Σουέζ, στη Μπούκα, τον Εμπορειό, το Πόλι, το Φρυ σε εκείνη την κουκίδα του Αιγαίου, την Κάσο.
Με όλη μου την ταπεινότητα, τα κρανία, τα φυλαχτά, τα κοσμήματα ίσως είναι και η ιστορία μιας φιλίας, σχεδόν μισού αιώνα. Η χαρά, η συγκίνηση, η τιμή να βλέπεις τον φίλο σου από νήπιο, παιδί, έφηβο, νέο, ενήλικα στο μέσον της ζωής του να αποτιμά, να στέκεται, να υπερασπίζεται, να επιμένει, να συνεχίζει…
Βικτωρία Καβουριάρη, Δημοσιογράφος, Πρώτο Πρόγραμμα Ελληνικής Ραδιοφωνίας
Σοφία Ζαράρη: Al Zekra
Eπιμέλεια και κείμενο: Κώστας Πράπογλου
Η έκθεση Al Zekra της Σοφίας Ζαράρη αναπτύσσεται ως μια πράξη ανάκλησης, μια περιοχή εσωτερικής αφύπνισης, με την καταγωγή να παύει να αποτελεί απλή αναφορά και να αποκτά το βάρος μιας ενεργού, σχεδόν βιολογικής εγγραφής. Η σημασία της λέξης στα Αραβικά (الذكرى) είναι "μνήμη" και εγκιβωτίζει μια πυκνότητα που υπερβαίνει την έννοια της ανάμνησης. Αγγίζει κάτι πρωτογενές, ένα υπόστρωμα που προϋπάρχει της γλώσσας και διατηρείται μέσα στο σώμα σαν άδηλη γνώση, σαν κυτταρικό αποτύπωμα· ένα ψυχικό ίζημα που δεν εκλείπει με το πέρασμα του χρόνου.
Το έργο της Ζαράρη γεννιέται μέσα από αυτήν την ανάγκη επαφής με όσα προηγήθηκαν. Πρόσωπα, γενεαλογίες, θαλάσσιες διαδρομές, οικογενειακές μετακινήσεις, μυθολογικές προσχώσεις, θραύσματα τόπων και μεταβιβασμένες σιωπές συνυφαίνονται σε μια ενιαία τοπογραφία όπου η Αρχαία Αθήνα, η Κάσος, το Σουέζ, η Αίγυπτος, η νεότερη Αθήνα και το σήμερα εμφανίζονται ως διαδοχικά στρώματα μιας κοινής ενδοχώρας. Η μνήμη κυκλοφορεί, επιστρέφει, επιμένει, διεισδύει. Υπομένει σαν υλικό εν υπνώσει που ζητά να πάρει μορφή.
Η εννοιολογική αφετηρία αυτής της έκθεσης βρίσκεται σε ένα κρανίο νεαρού κατσικιού που έφτασε στα χέρια της καλλιτέχνιδας σαν να είχε ήδη διανύσει τη δική του τελετουργική διαδρομή. Κλεισμένο για καιρό σε ένα κουτί, αδρανές μόνο φαινομενικά, υπήρξε δέκτης μιας ανένδοτης επιταγής. Κάτι ζητούσε να επανενωθεί και να διεκδικήσει μια νέα κατάσταση παρουσίας. Η Ζαράρη αφουγκράστηκε αυτό το κάλεσμα και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε μια πορεία φροντίδας, προσήλωσης και επανόρθωσης.
Τα κρανία, οι γνάθοι, τα οστά, τα ζωικά υπολείμματα που αποτελούν τον πυρήνα των έργων, μετατρέπονται σε πομπούς ενός σύνθετου βιωματικού κόσμου. Νήματα, χάντρες, κλωστές, κοχύλια, μέταλλα, πέτρες, υφάσματα, κεντήματα, φωτογραφικά αποσπάσματα, μικρά ευρήματα και στιλπνά θραύσματα επικάθονται πάνω τους με τρόπο μυστηριακό, σαν να συντελείται μια αργή φάση αποκατάστασης της φθοράς με νέα επιδερμίδα. Η επιφάνεια κάθε έργου αποκτά τη λογική ενός επενδεδυμένου δέρματος, ενός περιβλήματος που φέρει επάνω του ίχνη αφής, επιθυμίας και φυλακτικής έντασης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η δουλειά της Ζαράρη αγγίζει μια βαθιά ψυχαναλυτική διάσταση. Το οστό απαλλάσσεται από την έννοια του οργανικού κατάλοιπου. Καθίσταται υποδοχέας προβολών και μεταβιβάσεων. Γίνεται πεδίο εγγραφής του οικογενειακού ασυνειδήτου, επιφάνεια πάνω στην οποία το πένθος, η επιταγή της συνέχειας, η ανάγκη προστασίας και η αδιόρατη προγονική ροή αποκτούν υπόσταση. Τα έργα ενσωματώνουν το φορτίο αυτό αβίαστα. Το καθιστούν ορατό μέσα από μια χειρωνακτική και απτική διεργασία που θυμίζει ράψιμο τραύματος, κατασκευή φυλαχτού, επεξεργασία λειψάνου, ιδιωτική τελετή επανόδου.
Η Πάνδροσος διαπερνά την έκθεση σαν υπόγειος άξονας. Εισέρχεται ως μυθολογική αναφορά, αλλά πρωτίστως υπάρχει ως ενεργή δύναμη. Η γυναίκα που κρατά το κουτί, που κουβαλά την ευθύνη του μυστικού, που επιζεί για να φροντίσει και παραμένει δεμένη με τη μοίρα ενός παιδιού γεννημένου μέσα από σκοτεινές καταβολές, γίνεται εδώ αγωγός μιας αρχέγονης θηλυκής γνώσης. Το δοχείο, το κρυμμένο περιεχόμενο, η απαγόρευση, η αποκάλυψη, η καταβύθιση στη γνώση, η σχέση με τη γη και τη γονιμότητα, όλα επανενεργοποιούνται μέσα στο έργο της Ζαράρη σαν πυρήνες που δεν έπαψαν ποτέ να κατοικούν τη συλλογική φαντασία.
Το Ερέχθειον αποκτά μέσα σε αυτήν την αφήγηση έναν βαθύτερο συμβολικό ρόλο. Παύει να είναι μόνο μνημείο και επανεμφανίζεται ως τόπος όπου εγκαθίσταται το παρελθόν. Το οικογενειακό σπίτι στην οδό Μονεμβασίας αναδύεται ως ένα ιδιωτικό Ερέχθειο, ένας οίκος παρακαταθήκης, όπου οι φωτογραφίες, ο απόηχος των προγόνων, τα απομεινάρια ζωής και τα φορτισμένα αντικείμενα συγκροτούν μια σχεδόν ιερατική ατμόσφαιρα. Εκεί, η γραμμή της καταγωγής παραδίδεται στην ύλη. Χαράσσεται στις επιφάνειες. Επιζεί στα δωμάτια σαν παλμός που δεν τα εγκαταλείπει.
Η επιλογή της οικίας Κατακουζηνού δεν είναι ουδέτερη, ούτε τυχαία. Πρόκειται για έναν χώρο όπου η κατοίκηση έχει αφήσει πίσω της έντονα ενσώματα κατάλοιπα, μια οικία που εξακολουθεί να στεγάζει την αίσθηση της εσωτερικής ζωής. Η σχέση της με την ψυχανάλυση, το ιδιωτικό αρχείο, τη λεπτή συνομιλία ανάμεσα στο ορατό και το άρρητο, δημιουργεί μια ιδιαίτερη ανταπόκριση με την έκθεση· σαν να βρίσκει εδώ ένα έδαφος συγγενές προς τη βαθύτερη λογική της.
Τα έργα της έκθεσης υπάρχουν ως αποτροπαϊκές μορφές, ως σκεύη προστασίας, εξευμενισμού και μυστικής επιβίωσης. Καθένα μοιάζει να κρατά μέσα του μια ιδιωτική επίκληση, μια απόπειρα να μη σφραγιστεί ένα κανάλι με εκείνους που συνεχίζουν να ζουν. Οι τίτλοι, Ulysses, Theseus, Zeus, Pan, Plato, Anna, Nina, Nonna, The Widow, Prince of Fields, Summer Night Dancer, αποκαλύπτουν πρόσωπα μιας μακράς γενεαλογίας, αρχετυπικές σκιές που έχουν βρει προσωρινό σώμα μέσα από το οστό, τη ραφή, τη λάμψη, το κόσμημα, τη θραυσματική εικόνα.
Η Σοφία Ζαράρη συνθέτει ένα σύμπαν όπου η ύλη συγκρατεί τον χρόνο. Το κρανίο, η γνάθος, το νήμα με όλα τα υπόλοιπα υλικά, τα ίχνη της προέλευσης, η οντότητα του ζώου και η ακατάλυτη έλξη της συνέχειας συνενώνονται σε ένα πλέγμα αρχαίας συγγένειας. Καθεμία έχει υποβληθεί σε μια άσκηση σιωπηλής ανασύστασης, σαν να της παραχωρήθηκε μια δεύτερη βιογραφία, ένας δεύτερος κύκλος παρουσίας.
Μέσα στην έκθεση Al Zekra, η μνήμη επιστρέφει και εγκαθίσταται ως παρόν σώμα, ως αθέατη εγγύτητα, ως επίμονη συνύπαρξη με ό,τι εξακολουθεί να μας κατοικεί.
"Μέσα σε κάθε σπίτι υπάρχει ένα δωμάτιο που ποτέ δεν έπαψε να περιμένει".
Με αφορμή τη σκέψη της Hélène Cixous
Ο προπατορικός κόσμος της Σοφίας Ζαράρη
ὡς ἐμεγαλύνθη τὰ ἔργα σου, Κύριε· πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, ἐπληρώθη ἡ γῆ τῆς κτίσεώς σου. (Ψαλμός 103.24)
Ο προπατορικός κόσμος της Σοφίας Ζαράρη γεννήθηκε από ένα κιβώτιο που δεν έπρεπε να ανοίξει. Οφείλει δηλαδή την ύπαρξή του στην εγγενή ανάγκη της να μετουσιώσει ένα εγκιβωτισμένο κρανίο εριφίου σε έναν πυκνό και δαιδαλώδη κόσμο, σαν τον δικό μας. Όπως αφηγείται η ίδια, η συλλογή των έργων της προέκυψε με αφορμή ένα αναπάντεχο δώρο από την Βικτωρία Καβουριάρη, ένα κιβώτιο που περιείχε το κρανίο ενός αιγοειδούς, ξεπλυμένο από τη θάλασσα και αλιευμένο από μια ακτή. Ο προπατορικός κόσμος της Σοφίας Ζαράρη γεννήθηκε από την ακατανίκητη επιθυμία της να μην κρατήσει κλειστό το αποτρόπαιο κιβώτιο με το ανεξήγητο δώρο.
Για την ακρίβεια η ίδια ιστορία ξεκίνησε με την απείθεια της πρώτης γυναίκας που έπλασε ο Γεννήτορας του κόσμου: της Εύας στην μεσανατολική Εδέμ της Παλαιάς Διαθήκης, της Πανδώρας στην Ησιόδεια Βίβλο της αρχαίας Ελλάδας και της Πανδρόσου στην αθηναϊκή μυθολογία. Της ίδιας, αρχετυπικής γυναίκας, που εμφανίζεται με προσχηματική διαφορά σε τρεις αρχαίες γενεαλογίες: την εβραϊκή, την αρχαία ελληνική κι εκείνη της αρχαίας Αθήνας.
Η Εύα, σύμφωνα με την παράδοση παράκουσε την εντολή του Πατρός και ακολούθησε την παρότρυνση του αρχαίου όφεως, του "φρονιμωτάτου πάντων των θηρίων", που υπαγόρευσε ως εξής:
Αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί γιγνώσκοντες καλόν και πονηρόν. (Γένεσις 3.5)
Η πρόκληση για την Εύα ήταν η κατοχή της αλήθειας, του καλού και του κακού και η τιμωρία της ήταν η σκληρή ζωή κι ο θάνατος του ανθρώπου, η μοίρα που μας κληρονόμησαν οι προπάτορες γονείς.
Η Πανδώρα σύμφωνα με τον Ησίοδο (Θεογονία, Έργα και Ημέραι) πλάστηκε από τον Ήφαιστο κατά παραγγελία του Διός. Η Αθηνά κι ο Ερμής της εμφύσησαν τη ζωή και τα πάθη. Δόθηκε δώρο στον Επιμηθέα κι αποτέλεσε την πρώτη γυναίκα επί γης και ταυτόχρονα την πρώτη σύζυγο. Η ανήσυχη φύση της της υπαγόρευσε να ανοίξει το απαγορευμένο πιθάρι (που αργότερα παρανοήθηκε ως "πύξος", δηλαδή κουτί) και να απελευθερώσει άθελά της τα πάθη, την αρρώστια και τη μοιραία φθορά, που αφανίζουν τους ανθρώπους, αφήνοντας μέσα μόνον την ελπίδα. Η Πανδώρα, απελευθέρωσε την σκληρή αλήθεια του θανάτου και τιμωρήθηκε να γεννάει γυναίκες και άνδρες που προορίζονται να πεθάνουν με κάθε τρόπο ως τις μέρες μας.
Στην αθηναϊκή γενεαλογία αυτή η γυναίκα ήταν η Πάνδροσος. Κόρη του δίμορφου Κέκροπα, που ήταν άνθρωπος από τη μέση και πάνω, και φίδι ο υπόλοιπος. Μαζί με τις αδελφές της Έρση (δροσιά) και Άγλαυρο (αυτή που κατοικεί στους αγρούς) δέχτηκαν να φυλάξουν το κιβώτιο που τους εμπιστεύθηκε η Αθηνά. Κι ενώ είχαν υποσχεθεί να μην το ανοίξουν, το έκαναν. Είδαν μέσα του τον νεογέννητο Ερεχθέα να κρατά δυο φίδια και να τις κοιτά. Είδαν δηλαδή το μέλλον της πόλης και τρελάθηκαν για πάντα, στη θέα της αλήθειας. Σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου, η Πάνδροσος δεν συμμετείχε στην διάρρηξη του ιερού κιβωτίου, παρέμεινε σώα και μεγάλωσε τον Ερεχθέα στο σημείο του Βράχου που κτίστηκε το πρώτο τέμενος της πόλης: ο Νεώς και κατόπιν το Ερέχθειο. Στον αθηναϊκό μύθο – σε αντίθεση με εκείνον της Βίβλου και του Ησιόδου - η Πάνδροσος επιβιώνει από το προπατορικό αμάρτημα και γίνεται η μάνα του νεαρού ημίθεου και βασιλιά Ερεχθέα, η μάνα δηλαδή της πόλης, η μόνη γυναίκα που βλέπει την απαγορευμένη αλήθεια και που της επιτρέπεται να μας την διηγηθεί.
Η Σοφία Ζαράρη είναι η Πάνδροσος. Δεν είναι η Εύα και η Πανδώρα. Άνοιξε το απαγορευμένο κιβώτιο με το αποτρόπαιο περιεχόμενο, είδε την αλήθεια του θανάτου (είδον τα οστά τα γεγυμνωμένα) και δεν τιμωρήθηκε από κάποια θεϊκή δύναμη. Αντίθετα αφέθηκε να πλάσει έναν κήπο του καλού και του κακού μετουσιώνοντας τα άψυχα μέλη σε πυκνοκατοικημένα όνειρα του δικού της κόσμου. Εκεί κατοικεί ο χρόνος, τα πρόσωπα που αγαπήθηκαν κι έτσι δεν πέθαναν ποτέ, η μνήμη του πόνου, τα σημάδια του θανάτου, η παιδική ηλικία, τα πετεινά του ουρανού, τα βότσαλα, τα άνθη, τα μάτια του υποσυνείδητου, τα λευκά βότσαλα, τα ανάγλυφα κοχύλια, τα ‘Θεός φυλάξοι’ των παλαιών γυναικών, τα Κοινωνικά των εφημερίδων, οι χάνδρες της βροχής, οι δανδελένιες ακτές που φιλοξενούν γεγυμνωμένα κρανία, τα δάκρυα των πραγμάτων.
Ο πυκνοκατοικημένος κόσμος της Σοφίας Ζαράρη θυμίζει τις ψυχεδελικές συνθέσεις της αρχαίας υαλουργίας του millefiori, τα ρευστά και ανεξήγητα όνειρα του Dali, τις παράξενες προσφορές που είδα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στο ερειπωμένο νεκρομαντείο του Ποσειδώνα στο Ταίναρο και δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω. Ο προπατορικός κόσμος της Σοφίας Ζαράρη οφείλει την ύπαρξή του στο γεγονός πως δεν φοβήθηκε να ανοίξει το κιβώτιο της αλήθειας και να μπει βαθιά μέσα του, όπως η Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων. Ο κόσμος της Σοφίας είναι τα όνειρα που βλέπουν τα μικρά παιδιά όταν κοιμούνται σ΄ ένα κιβώτιο, στο πρώτο τους κρεβάτι.
Κώστας Πασχαλίδης, Δρ. Αρχαιολογίας, Τμήμα Συλλογών Προϊστορικών, Αιγυπτιακών, Κυπριακών και Ανατολικών, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο