Roberto Scarpinato:
Η συστημική εγκληματικότητα ως μέθοδος διακυβέρνησης
Ο Ρομπέρτο Σκαρπινάτο 1989 εντάχθηκε στο "pool anti-mafia" του Παλέρμο και εργάστηκε μαζί με τον Τζοβάνι Φαλκόνε και τον Πάολο Μπορσελίνο (οι οποίοι δολοφονήθηκαν από τη μαφία). Έκτοτε ζει υπό συνεχή αστυνομική προστασία. Στην εισαγγελία του Παλέρμο διηύθυνε τα τμήματα της οικονομικής μαφίας, της μαφίας του Τράπανι και του οικονομικού εγκλήματος. Εισαγγελέας κατά τη διάρκεια της δίκης Αντρεότι, ο Ρομπέρτο Σκαρπινάτο διεξήγαγε την ανάκριση στις πιο σημαντικές δίκες κατά της μαφίας και των διασυνδέσεών της εντός του πολιτικού και θεσμικού κόσμου. Διετέλεσε Προϊστάμενος της Εισαγγελίας της Καλτανισσέτα (2010) και Γενικός Εισαγγελέας στο Εφετείο του Παλέρμο (2013), αρμόδιος για τις έρευνες σχετικά με τις πολιτικο-μαφιόζικες δολοφονίες του 1992 και του 1993, μέχρι τη συνταξιοδότησή του τον Ιανουάριο του 2022. Ιστορική μνήμη της δικαιοσύνης κατά της μαφίας, εκλέχτηκε γερουσιαστής το 2022.
Cosmopolis. Rivista di Filosofia e Teorica politica - XIX, 1/2022
Αν συγκρίνει κανείς την ιταλική ιστορία με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών με προηγμένη δημοκρατία, παρατηρεί μια σοβαρή ανωμαλία. Σε εκείνες τις χώρες, η εγκληματικότητα δεν γράφει ιστορία. Το εγκληματικό ζήτημα αποτελεί ένα περιθωριακό κεφάλαιο των εθνικών εξελίξεων, που ενδιαφέρει μόνο τους ειδικούς του κλάδου επειδή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αφορά αποκλειστικά τις πράξεις του κοινού εγκλήματος και του λιγότερο καλλιεργημένου και ενταγμένου τμήματος της κοινωνίας των πολιτών.
Στην Ιταλία, αντιθέτως, το εγκληματικό ζήτημα είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την εθνική ιστορία —αυτήν με το "Ι" κεφαλαίο— καθώς πρωταγωνιστές των εγκληματικών γεγονότων υπήρξαν και σημαντικά τμήματα της άρχουσας τάξης. Η ιταλική ιστορία σημαδεύεται από μια μακραίωνη εγκληματικότητα των ισχυρών, η οποία εκδηλώθηκε ουσιαστικά σε τρία επίπεδα: τις σφαγές και τις δολοφονίες για πολιτικούς σκοπούς, τη συστημική διαφθορά και τη μαφία.
Εφόσον οι ηγετικές τάξεις κατέχουν την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και από εκείνο το σημείο κατευθύνουν την εξέλιξη ολόκληρης της χώρας, το ζήτημα της εγκληματικότητας της εξουσίας δεν είναι μόνο άρρηκτα συνυφασμένο με την εθνική ιστορία, αλλά και αδιαχώριστο από το ίδιο το ζήτημα της δημοκρατίας και του κράτους. Ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η εγκληματικότητα της εξουσίας, μπορούν να μεταβληθούν οι πολιτικές ισορροπίες και να αλλάξει ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο υφίσταται η δημοκρατία.
Ένας Γάλλος, ένας Άγγλος, ένας Γερμανός, ένας Ισπανός μπορούν ήσυχα να αγνοούν τα εγκληματικά τεκταινόμενα των χωρών τους επειδή, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτά είναι ανίσχυρα να μεταβάλουν την κοινή μοίρα. Όμως ένας Ιταλός που αγνοεί την ιστορία και τις διαδρομές της εγκληματικότητας της εξουσίας, στερείται ενός απαραίτητου κλειδιού ερμηνείας για την αποκωδικοποίηση της πραγματικότητας. Δεν είναι σε θέση να καταλάβει γιατί σε ορισμένες κρίσιμες καμπές η ιστορία πήρε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση αντί για μια άλλη, γιατί μεταβάλλεται το θεσμικό σκηνικό, ούτε ποια είναι τα πραγματικά κίνητρα πίσω από τη θέσπιση ορισμένων νόμων, πέρα από τις επίσημες αιτιολογίες. Δεν είναι σε θέση να καταλάβει γιατί η χώρα κινδυνεύει περιοδικά με οικονομική χρεοκοπία εξαιτίας μιας παλιάς και μόνιμης ανικανότητας για αυτοέλεγχο των ηγετικών της τάξεων. Δεν είναι σε θέση να καταλάβει πώς και γιατί η εγκληματικότητα των ισχυρών συμβάλλει στην καταδίκη της χώρας σε παρακμή, και μέσω ποιων οδών επηρεάζει την έμπρακτη ποιότητα ζωής εκατομμυρίων συμπολιτών του.
Συνοψίζοντας, σε μια χώρα όπως η δική μας, η εγκληματικότητα των ισχυρών αποτελεί θεμελιώδες συστατικό των μακροοικονομικών και μακροπολιτικών δυναμικών, η οποία επηρεάζει όχι μόνο τις διαδικασίες συγκρότησης και αποσύνθεσης της εξουσίας, αλλά και το οικονομικό πεπρωμένο ολόκληρου του έθνους.
Όπως επισήμανα και προηγουμένως, η εγκληματικότητα της εξουσίας στην Ιταλία έχει εκδηλωθεί με τρεις μορφές: τις σφαγές και τις πολιτικές δολοφονίες, τη συστημική διαφθορά και τη μαφία. Λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτές οι τρεις εγκληματικές μορφές διαρκούν αδιάλειπτα εδώ και αρκετούς αιώνες, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το να τις υποβαθμίζουμε σε απλές παροδικές παθογένειες ισοδυναμεί με το να εθελοτυφλούμε μπροστά στην ιστορική πραγματικότητα. Το μάθημα της ιστορίας μάς αναγκάζει να αναγνωρίσουμε ότι οι σφαγές, η διαφθορά και η μαφία αποτελούν οργανικό κομμάτι της πραγματικής συγκρότησης της χώρας, της πολιτισμικής της ταυτότητας, του συγκεκριμένου τρόπου ύπαρξής της. Αφηγούνται την κανονικότητα του ιταλικού κακού· αφηγούνται αυτό που ανέκαθεν στις ευρωπαϊκές χώρες με προηγμένη δημοκρατία εκλαμβάνεται ως η τερατώδης ιταλική κανονικότητα.
Αν θέλει κανείς να κατανοήσει τις απαρχές και τα κίνητρα αυτής της τερατώδους κανονικότητας, οφείλει να χειραφετηθεί από την "κουλτούρα της ειδησεογραφίας" — δηλαδή την κουλτούρα του τελευταίου κρίκου, που κυνηγά κάθε φορά την είδηση της ημέρας, το τελευταίο αστυνομικό γεγονός — και να επιχειρήσει να ανατρέξει εν συντομία προς τα πίσω σε ορισμένους σταθμούς της εθνικής ιστορίας. Μια ιστορία που αποδεικνύει πόσο παλιές είναι οι ρίζες αυτής της τερατώδους κανονικότητας. Για να μη χαθούμε στα βάθη των αιώνων, μπορούμε να ξεκινήσουμε από το "οικογενειακό λεύκωμα" της ιταλικής άρχουσας τάξης του 16ου αιώνα.
Ένας από τους πρωταγωνιστές της άρχουσας τάξης της εποχής ήταν ο Καίσαρας Βοργίας, ο επονομαζόμενος δούκας του Βαλεντίνο, νόθος γιος του πάπα Αλέξανδρου ΣΤ΄ —ενός από τους πλέον διεφθαρμένους στην ιστορία της Εκκλησίας— και ένας ακόμα άνδρας-σύμβολο της ηγετικής τάξης. Ο Βοργίας, ως γνωστόν, ήταν ένας κατά συρροή δολοφόνος και υπεύθυνος σφαγών, ένας άνθρωπος χωρίς αρχές και χωρίς τιμή.
Η κανονικότητα της βίας των σφαγών και της διαφθοράς στην Ιταλία του 16ου αιώνα αποδεικνύεται από τη στάση ενός άλλου σημαντικού εκπροσώπου της άρχουσας τάξης εκείνης της εποχής: του Νικολό Μακιαβέλι. Όλοι γνωρίζουν ότι ο Μακιαβέλι είχε γράψει τον Ηγεμόνα εμπνευσμένος ακριβώς από τον Καίσαρα Βοργία, πολλοί όμως αγνοούν ότι είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει προσωπικά και ότι είχε εξιστορήσει και εκτιμήσει τα κατορθώματά του στο έργο του "Περιγραφή του τρόπου που μεταχειρίστηκε ο Δούκας του Βαλεντίνο για να σκοτώσει τον Βιτελότσο Βιτέλι, τον Ολιβερότο ντα Φέρμο, τον κύριο Πάολο και τον δούκα της Γκραβίνα Ορσίνι", θεωρώντας την πράξη αυτή ως "εγχείρημα σπάνιο και θαυμαστό".
Οι Βοργίες —των οποίων η εξουσία διαπερνούσε οριζόντια τόσο την κοσμική όσο και τη θρησκευτική εξουσία— δεν αποτελούσαν εξαίρεση στο σκηνικό της άρχουσας τάξης της εποχής. Το γεγονός ότι ο Μακιαβέλι εκτιμούσε τα κατορθώματά τους και τους υιοθετούσε ως πρότυπο συμπεριφοράς, έστω και με σκοπό την οικοδόμηση ενός ιταλικού κράτους που θα χειραφετούνταν από τις ξένες κυριαρχίες, αποδεικνύει την "κανονικότητα" της πρακτικής της δολοφονίας και της δόλιας πανουργίας στον πολιτικό αγώνα, κατά παρέκκλιση κάθε κανόνα και κάθε κριτηρίου εντιμότητας, ακόμη και στη στρατιωτική σύγκρουση. Η τερατωδία αυτής της "ιταλικής κανονικότητας", που ουδέποτε έγινε αντιληπτή στην Ιταλία ακριβώς επειδή θεωρείται "φυσιολογική" σε μια χώρα που επί αιώνες συνεχίζει να αποδίδει θαυμασμό στους πανούργους και τους βίαιους, έγινε αντίθετα αισθητή σε άλλες χώρες με παλιές δημοκρατικές και πολιτικές παραδόσεις —όπως για παράδειγμα η Αγγλία— στις οποίες θεωρείται ότι η πολιτική αντιπαράθεση οφείλει να σέβεται, ακόμη και μέσα στη βίαιη και ένοπλη σύγκρουση, κανόνες εντιμότητας και τιμής.
Ο 'Ανταμ Σμιθ, για παράδειγμα, ο διάσημος Σκωτσέζος οικονομολόγος και φιλόσοφος που έζησε τον δέκατο όγδοο αιώνα, ένιωσε αποτροπιασμό από τον θαυμασμό που επεφύλασσε ο Μακιαβέλι στον Βοργία για τη σφαγή των αντιπάλων του μέσω προδοσίας, και στη Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων σχολίασε ως εξής τον κυνισμό του δικού μας: "[...] δείχνει μεγάλη περιφρόνηση για την αφέλεια και την αδυναμία των θυμάτων, αλλά καμία συμπόνια για τον θλιβερό και πρόωρο θάνατό τους, κανενός είδους αγανάκτηση για τη σκληρότητα και τη δολιότητα της δολοφονίας τους". Πριν από τον Άνταμ Σμιθ, ο Γερμανός Μαρτίνος Λούθηρος είχε αγανακτήσει από τη συστημική διαφθορά που κυριαρχούσε σε ένα άλλο σημαντικό τμήμα της ιταλικής άρχουσας τάξης της εποχής: τον καθολικό κλήρο. Και, ως γνωστόν, ήταν ακριβώς πάνω στο κύμα αυτής της αγανάκτησης που ξεκίνησε η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.
Ακόμη και σε εκείνες τις χώρες υπήρξαν και υπάρχουν προσωπικότητες όπως οι Βοργίες. Το ζήτημα είναι ότι αυτοί έχουν ξεπεραστεί από την ιστορική και πολιτισμική εξέλιξη, με αποτέλεσμα σήμερα να μη χαίρουν καμίας αποδοχής και να είναι αναγκασμένοι να δρουν στο σκοτάδι.
Στην Αγγλία, μετά από αιώνες ληστρικής συσσώρευσης και επιδρομών από την πλευρά των ηγετικών τάξεων, εδραιώθηκε γύρω στον 19ο αιώνα μια παράδοση δημόσιας ηθικής, εμβληματικά στοιχεία της οποίας είναι το απόφθεγμα honesty is the best policy (η ειλικρίνεια είναι η καλύτερη πολιτική) και η παράδοση της accountability (λογοδοσίας). Βάσει αυτής, μόλις τα μέλη της άρχουσας τάξης έρθουν έστω και σε απλή επαφή με κάποιο σκάνδαλο, υποβάλλουν αμέσως την παραίτησή τους ή περιθωριοποιούνται, ακόμη και για γεγονότα που στην Ιταλία θα θεωρούνταν συγχωρητέα αμαρτήματα. Πρόσφατα, ένας σημαντικός Άγγλος πολιτικός κατέληξε στη φυλακή για να εκτίσει μια βαριά ποινή στερητική της ελευθερίας, επειδή είχε πει ψέματα αρνούμενος ότι ο λογαριασμός του ξενοδοχείου της κόρης του —ύψους λίγων εκατομμυρίων λιρετών— είχε πληρωθεί από μια ιδιωτική εταιρεία. Επίσης, στη Γαλλία και στη Γερμανία υπάρχει μια πολύ αυστηρή παράδοση εντός της δημόσιας διοίκησης, της οποίας τα στελέχη επιλέγονται με εξαιρετική σχολαστικότητα. Σε εκείνες τις κουλτούρες, το να νικά κανείς δόλια και ενάντια στους κανόνες θεωρείται σήμερα, σε αντίθεση με την Ιταλία, ατιμωτικό και επομένως άξιο κοινωνικής περιφρόνησης.
Μετά τους Βοργίες, ακολούθησαν οι αιώνες των αναρίθμητων Ντον Ροντρίγκο. Ο Ντον Ροντρίγκο δεν είναι απλώς ένα αποκύημα της λογοτεχνικής φαντασίας του Αλεσάντρο Μαντσόνι, αλλά το αρχέτυπο του Ιταλού ισχυρού που κυριάρχησε στο προσκήνιο μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα και που τώρα επέστρεψε για να καθορίσει ξανά την πορεία της ιστορίας.
Στο μυθιστόρημα I promessi sposi (Οι Αρραβωνιασμένοι), ο Μαντσόνι περιγράφει την κανονικότητα της μαφιόζικης μεθόδου ως μέθοδο διαχείρισης της εξουσίας στην Ιταλία του 17ου αιώνα. Μια προσεκτική ανάγνωση αυτού του έργου μάς κάνει να καταλάβουμε ότι η μαφιόζικη μέθοδος δεν εφευρέθηκε καθόλου από πρόσωπα όπως ο Ριίνα και ο Προβεντσάνο, αλλά αποτελεί, αντίθετα, δημιούργημα των ηγετικών τάξεων της χώρας. Η ουσία της μαφιόζικης μεθόδου συνίσταται πράγματι στην οργανωμένη αυθαιρεσία· δηλαδή μια ιδιοποίηση της εξουσίας για προσωπικό όφελος από οργανωμένες μειοψηφίες οι οποίες, κάνοντας χρήση της εκφοβιστικής δύναμης που απορρέει από την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική εξουσία που διαθέτουν, δημιουργούν μια διάχυτη κατάσταση εξάρτησης των ατόμων, υποτάσσοντάς τα στη βούλησή τους.
Έτσι, στο μυθιστόρημα Οι Αρραβωνιασμένοι, ο Ντον Αμπόντιο συμμορφώνεται με τις επιταγές του Ντον Ροντρίγκο όχι μόνο επειδή φοβάται τους "μπράβους" του —αυτούς που σήμερα θα αποκαλούσαμε μαφιόζους του στρατιωτικού σκέλους, τους ειδικούς της βίας— αλλά και επειδή βρίσκεται σε μια κατάσταση ψυχολογικής υποταγής που πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι ο Ντον Ροντρίγκο ανήκει σε έναν κόσμο ισχυρών που βρίσκονται πάνω από τον νόμο: ή μάλλον, σε έναν κόσμο που ορίζει ο ίδιος τον νόμο.
Στο ίδιο καθεστώς υποταγής βρίσκεται ο δικηγόρος Ατζέκα-Γκαρμπούλι, στον οποίο είχε απευθυνθεί ο αφελής Ρέντσο Τραμαλίνιο με την ελπίδα να βρει ένα νομικό μέσο ενάντια στην αυθαιρεσία. Όταν ο δικηγόρος συνειδητοποιεί ότι θα έπρεπε να κινηθεί βάσει του νόμου εναντίον ενός ισχυρού άνδρα όπως ο Δον Ροντρίγκο, ο οποίος βρίσκεται πάνω από τον νόμο, περιέρχεται σε σύγχυση και αρνείται την ανάθεση της υπόθεσης.
Ο Δον Ροντρίγκο έχει πλήρη επίγνωση ότι οι προσωπικές του διασυνδέσεις τον αφήνουν στο απυρόβλητο από κάθε νομική συνέπεια για την εγκληματική του συμπεριφορά. Όταν οι "μπράβοι" του αποτυγχάνουν να απαγάγουν τη Λουτσία από το χωριό της, ο Δον Ροντρίγκο, μαζί με τον ξάδελφό του, τον κόμη Αττίλιο, αποφασίζει να τρομοκρατήσει τον πρόεδρο του χωριού, να πείσει τον τοπικό άρχοντα να μην παρέμβει και να ασκήσει πιέσεις στον θείο Κόμη, ώστε να μετατεθεί ο αδελφός Χριστόφορος. Τελικά, καταφέρνει να απαγάγει τη Λουτσία από το μοναστήρι της Μόντσα, όπου είχε καταφύγει, χάρη στη συνέργεια δύο άλλων εκπροσώπων του κόσμου των ισχυρών: της αδελφής Γερτρούδης και του Ακατονόμαστου. Σε μια Ιταλία του 17ου αιώνα, όπου δεν υπάρχουν κοινωνικά και νομικά αντισώματα απέναντι σε ένα μαφιόζικο σύστημα εξουσίας, ο Μαντσόνι αναγκάζεται να επιστρατεύσει τη Θεία Πρόνοια για να έχει η ιστορία αίσιο τέλος: ο Ακατονόμαστος απελευθερώνει τη Λουτσία επειδή, μετά από μια ξαφνική υπαρξιακή κρίση, μεταστρέφεται. Τον Δον Ροντρίγκο τον σταματά ο θάνατος, καθώς τον αρπάζει η πανώλη.
Συμπερασματικά, η ιστορία αποτελεί παράδειγμα του πώς το άθροισμα της στρατιωτικής ισχύος (οι "bravi") και της κοινωνικής ισχύος (ο δεσμός συνεργασίας που απορρέει από την εσωτερική αλληλεγγύη του κόσμου των ισχυρών) μεταφράζεται σε κατάχρηση προσωπικής εξουσίας, η οποία στοιχειοθετεί τη μαφιόζικη μέθοδο.
Αυτή η μέθοδος άσκησης της εξουσίας αναγνωριζόταν ως νόμιμη από το φεουδαρχικό νομικό σύστημα, το οποίο βασιζόταν στη θεωρητικοποίηση της θεϊκής φύσης της απονομής της εξουσίας· αυτή μεταβιβαζόταν από πάνω προς τα κάτω βάσει γραμμών μετάδοσης προσωπικού χαρακτήρα: από τον Θεό στον Πάπα, από τον Πάπα στον αυτοκράτορα, από τον αυτοκράτορα στους βασιλείς, από τους βασιλείς στους πρίγκιπες και ούτω καθεξής, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας καστών. Πρόκειται για μια μέθοδο με την οποία εκατομμύρια Ιταλοί έπρεπε να συνυπάρξουν για αιώνες ως θύματα ή ως θύτες, επειδή στην Ιταλία η ύστερη φεουδαρχία έφτασε μέχρι τα πρόθυρα της νεωτερικότητας. Στη Σικελία η φεουδαρχία καταργήθηκε επίσημα μόλις το 1812. Στο Πιεμόντε, μέχρι το 1789, υπήρχε ακόμη η δουλοπαροικία. Ενώ στο Παρίσι κατελάμβαναν τη Βαστίλη, σε πολλές περιοχές της Ιταλίας καίγονταν ακόμη οι τελευταίες πυρές της Ιεράς Εξέτασης.
Η τερατώδης κανονικότητα του Ηγεμόνα, των Βοργίων, των Ντον Ροντρίγκο –δηλαδή του πιο οπισθοδρομικού και προ-νεωτερικού τμήματος της ιταλικής άρχουσας τάξης– δεν σταμάτησε τον δέκατο έκτο και δέκατο έβδομο αιώνα. Οι Βοργίες, οι Ντον Ροντρίγκο και οι κληρονόμοι τους συνέχισαν να διατρέχουν τους αιώνες και, αναπαραγόμενοι από γενιά σε γενιά, έφτασαν μέχρι τις μέρες μας. Σε ορισμένες ιστορικές περιόδους μπόρεσαν να δράσουν στο φως της ημέρας, ενώ σε άλλες αναγκάστηκαν να δράσουν στο σκοτάδι.
Η τρομοκρατία των μαζικών σφαγών (stragismo) των Βοργίων, για παράδειγμα, παρέμεινε πάντα μια ιστορική σταθερά. Καμία ευρωπαϊκή εθνική ιστορία δεν σημαδεύεται, όπως η ιταλική, από μια τόσο μακρά και αδιάκοπη αλυσίδα σφαγών. Παραλείποντας χάριν συντομίας τις σφαγές της μοναρχικής και της φασιστικής περιόδου, αρκεί να αναλογιστεί κανείς τη σειρά των ιταλικών σφαγών από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι την πρόσφατη εποχή. Από την κρατική σφαγή στην Πορτέλα ντέλα Τζινέστρα την 1η Μαΐου 1947, η οποία εγκαινιάζει τη "στρατηγική της έντασης", στη σφαγή της Πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο, στη σφαγή της Πιάτσα ντέλα Λότζια στην Μπρέσια, στη σφαγή του τρένου Italicus, στη σφαγή της Μπολόνια, έως τις πολιτικο-μαφιόζικες σφαγές του 1992 στο Παλέρμο και του 1993 στη Φλωρεντία, το Μιλάνο και τη Ρώμη. Ο κατάλογος των πολιτικών δολοφονιών, μάλιστα, είναι απέραντος.
Η σφραγίδα της εξουσίας, η κρυφή καθοδήγηση από εξέχοντες ηθικούς αυτουργούς πίσω από ορισμένες από αυτές τις σφαγές και πολλές από τις δολοφονίες, αναδύεται μέσα από διάφορους δείκτες.
Πρώτον, ο αποπροσανατολισμός της δικαιοσύνης από πλευράς κρατικών μηχανισμών. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την κλασική περίπτωση της σφαγής στην Πορτέλα ντέλα Τζινέστρα, καθώς και τις αμετάκλητες καταδίκες που επιβλήθηκαν σε στελέχη των μυστικών υπηρεσιών για την παραπλάνηση των ερευνών σχετικά με τη σφαγή της Μπολόνια. Δεύτερον, η δολοφονία όλων εκείνων που ήταν θεματοφύλακες καυτών μυστικών και απειλούσαν να αποκαλύψουν τα ονόματα των εξαιρετικά επιφανών κρυφών ηθικών αυτουργών. Όλοι οι φυσικοί αυτουργοί της σφαγής στην Πορτέλα ντέλα Τζινέστρα –περίπου δέκα άτομα– δολοφονήθηκαν. Από τον λήσταρχο Τζουλιάνο μέχρι τον Γκάσπαρε Πισιότα, ο οποίος δολοφονήθηκε μέσα στη φυλακή με έναν καφέ "διορθωμένο" με στρυχνίνη, αφού προηγουμένως είχε ανακοινώσει σε δημόσια συνεδρίαση του δικαστηρίου ότι θα αποκάλυπτε τα ονόματα των ηθικών αυτουργών της σφαγής, φέρνοντας στο φως το παρασκήνιο. Ο Ερμάνο Μπούτσι, ο οποίος είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη ως ένας από τους φυσικούς αυτουργούς της σφαγής στην Πιάτσα ντέλα Λότζια στην Μπρέσια, στραγγαλίστηκε μέσα στη φυλακή στις 13 Απριλίου 1981, προτού προλάβει να αρχίσει να συνεργάζεται με τις δικαστικές αρχές.
Όμως η σφραγίδα της εξουσίας, πέρα από την αδυναμία της δικαιοσύνης να στοιχειοθετήσει δικαστικά την ευθύνη των εξαιρετικά επιφανών ηθικών αυτουργών, αποκαλύπτεται επίσης και στην αδυναμία του ίδιου του Κοινοβουλίου να ρίξει φως στο πολιτικό παρασκήνιο των σφαγών.
Έτσι, δεν κατέστη εφικτό να συσταθεί μια κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή για τη σφαγή στην Πορτέλα ντέλα Τζινέστρα, παρόλο που είχε ζητηθεί επιτακτικά. Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τις νεοφασιστικές σφαγές της δεκαετίας του '70 αφέθηκε να πεθάνει με τη σιωπηρή, διακομματική συμφωνία όλων των πολιτικών δυνάμεων, χωρίς να καταθέσει τελικό πόρισμα με την ολοκλήρωση των εργασιών της, και αφού προηγουμένως είχε συγκεντρώσει επί χρόνια τόνους εγγράφων και είχε εξετάσει εκατοντάδες μάρτυρες, κάνοντας χρήση των εξουσιών της δικαστικής αρχής. Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή κατά της Μαφίας απέφυγε επιμελώς –παρά τις επανειλημμένες ανακοινώσεις– να ανοίξει μια έρευνα για την εξακρίβωση του πολιτικού παρασκηνίου των σφαγών του 1992 και του 1993.
Είναι σαν να υπάρχει η επίγνωση ότι το να ριχτεί φως σε αυτές τις σφαγές θα ισοδυναμούσε με το άνοιγμα του κουτιού της Πανδώρας. Ένα τμήμα του κράτους θα έπρεπε να δικάσει ένα άλλο τμήμα του κράτους. Ή, αν προτιμάτε, ένα μέρος της άρχουσας τάξης θα έπρεπε να δικάσει ένα άλλο μέρος της άρχουσας τάξης, με αποσταθεροποιητικές συνέπειες για τις γενικές ισορροπίες της χώρας.
Έτσι, η σκόνη κρύβεται κάτω από το χαλί και οι σκελετοί επιστρέφουν στις ντουλάπες. Έπειτα, στις 2 Αυγούστου, επέτειο της σφαγής της Μπολόνια, στις 23 Μαΐου και στις 19 Ιουλίου, επετείους των σφαγών στο Καπάτσι και στην οδό Ντ' Αμέλιο, χτυπάμε όλοι υποκριτικά το στήθος μας και κρύβουμε τις πληγές του έθνους πίσω από το πέπλο της επίσημης ρητορείας.
Πέρα από τη στρατηγική των μαζικών σφαγών, η μαφιόζικη μέθοδος, ως μέθοδος διαχείρισης της εξουσίας, έφτασε κι αυτή μέχρι τις μέρες μας διατρέχοντας τους αιώνες. Δικαστικοί λειτουργοί και εγκληματολόγοι ανησυχούν σήμερα για ένα φαινόμενο που εξαπλώνεται σαν κηλίδα λαδιού με καλπάζουσα ταχύτητα. Πρόκειται για τη σταδιακή διάχυση της μαφιόζικης μεθόδου στον κόσμο των "λευκών κολάρων", έξω από αυτό που θεωρείται ο παραδοσιακός της βιότοπος, δηλαδή τις τοπικές μαφίες (Κόζα Νόστρα, Ντρανγκέτα, Καμόρα, Σάκρα Κορόνα Ουνίτα). Σε εκατοντάδες έρευνες σε ολόκληρη τη χώρα έρχονται στο φως εγκληματικές οργανώσεις, "επιτροπές επιχειρηματικών συμφερόντων" και δίκτυα εξουσίας αποτελούμενα από λευκά κολάρα, τα οποία επιστρατεύουν μαφιόζικες μεθοδολογίες για να κατακτήσουν παράνομα χώρους εξουσίας και να διεξάγουν τις δουλειές τους. Άλλωστε, αν διαβάσει κανείς την περιγραφή που δίνει ο ποινικός κώδικας για το αδίκημα της μαφιόζικης οργάνωσης, μπορεί να διαπιστώσει ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει πως για την τέλεση αυτού του αδικήματος δεν είναι απαραίτητη η χρήση όπλων ή η άσκηση πράξεων υλικής βίας. Η χρήση όπλων συνιστά απλώς επιβαρυντικό περιστατικό. Υπάρχουν, πράγματι, χίλιες άλλες εξίσου αποτελεσματικές μέθοδοι για την άσκηση οργανωμένης αυθαιρεσίας, οι οποίες δημιουργούν μια γενικευμένη κατάσταση υποταγής και κάμπτουν τη βούληση των ατόμων.
Η διάχυση της μαφιόζικης μεθόδου στο εσωτερικό του κόσμου των "λευκών κολάρων" αποτελεί καινοτομία μόνο για όποιον δεν γνωρίζει την ιστορία της χώρας μας. Όπως παρατήρησα και προηγουμένως, η μαφιόζικη μέθοδος είναι πράγματι, ήδη από τις απαρχές της, ένα δημιούργημα των κυρίαρχων τάξεων: ένα δημιούργημα το οποίο από την ύστερη φεουδαρχία –η οποία παρατάθηκε στην Ιταλία μέχρι τις πύλες του εικοστού αιώνα– πέρασε απευθείας στη νεωτερικότητα του μοναρχικού-φιλελεύθερου κράτους, φτάνοντας στη συνέχεια μέχρι τις μέρες μας.
Ο πρώτος που αντιλήφθηκε ότι η μαφιόζικη μέθοδος ήταν ένα δημιούργημα της άρχουσας τάξης ήταν ο Λεοπόλντο Φρανκέτι, ένας Τοσκανός ευγενής, άνθρωπος της φιλελεύθερης δεξιάς, ο οποίος το 1876 δημοσίευσε μια έρευνα για τη μαφία η οποία, μετά από περισσότερο από έναν αιώνα, παραμένει ένα ανυπέρβλητο αριστούργημα και διατηρεί μια συγκλονιστική επικαιρότητα. Ο Φρανκέτι, μετά από μήνες παραμονής στη Σικελία, συνειδητοποίησε ότι η μαφία δεν ήταν, όπως πίστευαν πολλοί καλόπιστα, ένα πρόβλημα κοινού εγκλήματος, διαχειρίσιμο με τα συνήθη μέσα της αστυνομίας και της δημόσιας τάξης. Κατάλαβε ότι η μαφία ήταν ένα θανατηφόρο μείγμα αστικού εγκεφάλου και προλεταριακού κυνηγετικού όπλου (lupara). Διαπίστωσε ότι οι σημαντικότεροι αρχηγοί της μαφίας ήταν λευκά κολάρα, τους οποίους ο ίδιος όρισε επί λέξει ως "ταραχοποιούς της μεσαίας τάξης" (facinorosi della classe media), δηλαδή εκπροσώπους της άρχουσας τάξης που χρησιμοποιούσαν τη μαφιόζικη μέθοδο ως μέθοδο διαχείρισης της εξουσίας και ως εργαλείο πολιτικού αγώνα για τη διατήρηση ενός στάτους κβο που βασιζόταν στα προνόμια των λίγων εις βάρος των πολλών. Η συγκεκριμένη επιβολή της βίας αναπαραγόταν μέσω ανάθεσης στους μαφιόζους με το στραβοφορεμένο κασκέτο (coppola storta) –τους κληρονόμους των bravi του Ντον Ροντρίγκο, τους προγόνους των σημερινών Ριίνα και Προβεντσάνο – οι οποίοι, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους, απολάμβαναν προστασία και ελευθερία λεηλασίας στην περιοχή μέσω των εκβιασμών. Από εδώ πηγάζει, σύμφωνα με τον Φρανκέτι, το αδιέξοδο και το αθεράπευτο του προβλήματος της μαφίας. Και πράγματι, εφόσον η μαφία αποτελεί εγκληματική έκφραση των κυρίαρχων τάξεων, μόνο η εθνική κυβέρνηση θα μπορούσε να την πατάξει. Όμως, επειδή οι εθνικές κυβερνήσεις –παρατηρεί ο Φρανκέτι– για να σταθούν χρειάζονται την καθοριστική στήριξη των κυρίαρχων τάξεων του Νότου, δεν μπορούν να παρέμβουν. Με άλλα λόγια, η μαφία είναι μια οικογενειακή υπόθεση εσωτερική της εθνικής άρχουσας τάξης, στη ρίζα της οποίας υπάρχει ένα μακροπολιτικό πρόβλημα που αφορά τις γενικές ισορροπίες της χώρας.
Η διάγνωση του Φρανκέτι διατηρεί μια εξαιρετική επικαιρότητα. Όπως ακριβώς και τον δέκατο ένατο αιώνα, με εξαίρεση το μεσοδιάστημα των Κορλεόνε που διήρκεσε από το 1980 έως το 1992, ανέκαθεν οι σημαντικότεροι αρχηγοί της μαφίας ήταν λευκά κολάρα. Ο αρχηγός της μαφίας του Κορλεόνε, πριν από τους Ριίνα και Προβεντσάνο, ήταν ο Μικέλε Ναβάρα, γιατρός χειρούργος. Ο αρχηγός της μαφίας του Παλέρμο τη δεκαετία του '80 ήταν ο Μικέλε Γκρέκο, ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, προσκεκλημένος στα καλύτερα σαλόνια του Παλέρμο. Και σήμερα, παρόλο που οι τηλεοπτικές σειρές τροφοδοτούν την πολιτισμική απάτη ότι η μαφία υποτίθεται πως είναι μια ιστορία κοινών εγκληματικών σφαγών με πρωταγωνιστές αποκλειστικά χαρακτήρες όπως ο Ριίνα και ο Προβεντσάνο, η δικαστική πραγματικότητα αφηγείται μια άλλη ιστορία, αποσιωπημένη από τα μέσα ενημέρωσης.
Σε εκατοντάδες ποινικές διαδικασίες αναδύεται ο αιώνιος εγκληματικός πρωταγωνιστικός ρόλος της μαφιόζικης αστικής τάξης: εκατοντάδες γιατροί, επαγγελματίες, επιχειρηματίες, λευκά κολάρα που κατέχουν ρόλους οργανικών αρχηγών και διευθύνουν την οργάνωση. Όταν στην Ιταλία συντάσσεται η λίστα με τα ισχυρά κατεστημένα συμφέροντα, αναφέρονται πάντα η Ένωση Βιομηχάνων (Confindustria), το Βατικανό, οι χρηματοπιστωτικοί κύκλοι, αλλά ξεχνούν να συμπεριλάβουν στον κατάλογο τη μαφιόζικη αστική τάξη. Από την ενοποίηση της Ιταλίας μέχρι σήμερα, κανείς δεν μπόρεσε να κυβερνήσει αυτή τη χώρα χωρίς να λάβει υπόψη του την πολιτική ισχύ αυτού του κομματιού της άρχουσας τάξης και του κοινωνικού μπλοκ που αυτό εκφράζει. Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1996, όταν η αριστερά άρχισε να αναλαμβάνει κυβερνητικές ευθύνες, διέγραψε εντελώς από την πολιτική της ατζέντα το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων μεταξύ μαφίας και πολιτικής.
Πέρα από τη στρατηγική των μαζικών σφαγών, τις πολιτικές δολοφονίες και τη μαφιόζικη μέθοδο, ένας άλλος τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε ανά τους αιώνες η εγκληματικότητα των ισχυρών στην Ιταλία ήταν η διαφθορά. Αν εξετάσει κανείς την ιστορία της διαφθοράς στην Ιταλία, μπορεί να διαπιστώσει ότι ήδη από την εποχή της Μοναρχίας καταγράφεται μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη χώρα μας και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η διαφορά έγκειται στο ότι αλλού η διαφθορά αποτελεί ένα άθροισμα μεμονωμένων περιπτώσεων, ατομικών παραπτωμάτων που καταδικάζονται δημόσια. Στην Ιταλία, αντιθέτως, η διαφθορά εκδηλώνεται ευθύς εξαρχής ως συστημική, ως ένας πολιτισμικός κώδικας της άρχουσας τάξης, η οποία αυτοεξασφαλίζει την ατιμωρησία της.
Ενδεικτική ως προς αυτό είναι η περίπτωση του σκανδάλου της Ρωμαϊκής Τράπεζας (Banca Romana) που ξέσπασε το 1893. Η Ρωμαϊκή Τράπεζα ήταν μία από τις πέντε εθνικές τράπεζες που είχαν την εξουσιοδότηση να τυπώνουν χαρτονόμισμα για λογαριασμό του Κράτους. Ανακαλύφθηκε ότι τα διευθυντικά στελέχη της Τράπεζας, με την κάλυψη της κορυφής της εθνικής πολιτικής σκηνής, είχαν τυπώσει πλαστά τραπεζογραμμάτια, διπλασιάζοντας τους σειριακούς αριθμούς για ένα δυσθεώρητο χρηματικό ποσό. Επιπλέον, η Τράπεζα είχε χορηγήσει δάνεια χωρίς εγγυήσεις –και ως εκ τούτου ανεπίδεκτα είσπραξης– στην αφρόκρεμα της τότε νομενκλατούρας της εξουσίας: μεγαλοεργολάβους ακινήτων (palazzinari) συνδεδεμένους με τη βασιλική οικογένεια, βουλευτές της δεξιάς και της αριστεράς, υπουργούς, πρώην υπουργούς και δημοσιογράφους της πρώτης γραμμής. Συνολικά περίπου 150 "μεγάλα κεφάλια" (pezzi da novanta). Η κατάρρευση κατέστη κάποια στιγμή αναπόφευκτη και ξεκίνησε ποινική έρευνα. Η δίκη, η οποία άνοιξε στη Ρώμη το 1894, ολοκληρώθηκε μετά από εξήντα μία συνεδριάσεις με την αθώωση όλων των κατηγορουμένων: των υπευθύνων της τράπεζας, ενός βουλευτή και δύο υπαλλήλων επιφορτισμένων με την εποπτεία του ιδρύματος. Τα διαπιστωμένα γεγονότα παρέμειναν, επομένως, χωρίς ενόχους. Στις έρευνες είχε εμπλακεί και ο Πρωθυπουργός Τζολίτι, κατόπιν εντολής του οποίου πρόθυμοι αστυνομικοί υπάλληλοι είχαν εξαφανίσει κιβώτια με καυτά έγγραφα που ενοχοποιούσαν πολιτικούς και μέλη της βασιλικής οικογένειας.
Το σκάνδαλο της Ρωμαϊκής Τράπεζας ακολούθησαν δεκάδες άλλα σκάνδαλα, όπως εκείνο της Ιταλικής Τράπεζας Προεξοφλήσεων (Banca italiana di sconto), το οποίο ενέπλεξε, εκτός από πολυάριθμα λευκά κολάρα, και τέσσερις γερουσιαστές του βασιλείου, για τους οποίους η Γερουσία συγκροτήθηκε σε Ανώτατο Δικαστήριο· και έπειτα το σκάνδαλο της Τράπεζας της Νάπολης (Banco di Napoli), εκείνο της Τράπεζας της Σικελίας (Banco di Sicilia), καθώς και τα σκάνδαλα με τις απάτες που σχετίζονταν με τις στρατιωτικές προμήθειες: σκάνδαλα που ολοκληρώθηκαν όλα με γενικές αθωώσεις.
Η ιταλική "Tangentopoli" (πόλη των μιζών) δεν σταμάτησε ποτέ και διαπέρασε τον Φασισμό, την Πρώτη και τη Δεύτερη Δημοκρατία, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. Οι σημερινές ιστορίες αποτελούν επανάληψη και αναβίωση εκείνων του χθες και του προχθές, ακόμη και ως προς την κατάληξή τους: την αιώνια ατιμωρησία που διασφαλίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για όλους τους κύριους πρωταγωνιστές των υποθέσεων διαφθοράς.
Η απίθανη ιστορική συνέχεια της συστημικής διαφθοράς στην ιταλική ιστορία αποδεικνύει πόσο παραπλανητικό είναι, κατά τη γνώμη μου, να συνεχίζουμε να μιλάμε για "ηθικό ζήτημα". Μια παθογένεια της εξουσίας που διαρκεί αδιάλειπτα για περισσότερο από ενάμιση αιώνα απολαμβάνοντας –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο– αιώνια ατιμωρησία, πρέπει να ερμηνεύεται γι' αυτό που πραγματικά είναι: ένας πολιτισμικός κώδικας που διαμορφώνει την ίδια τη μορφή άσκησης της εξουσίας.
Σε σχέση με το παρελθόν, καταγράφεται σήμερα μια αλλαγή προς το χειρότερο. Παλαιότερα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσίας έπρεπε να ασκούνται στα κρυφά (κάτω από το τραπέζι)· σήμερα, αντιθέτως, η κατάχρηση εξουσίας και η διαφθορά μπορούν να ασκούνται όλο και περισσότερο στο φως της ημέρας, επειδή μέρα με τη μέρα νομιμοποιούνται. Στο βιβλίο Il ritorno del Principe (Η επιστροφή του Ηγεμόνα), ανέλυσα τα ιστορικά στάδια αυτής της διαδικασίας νομιμοποίησης. Στο σημείο αυτό περιορίζομαι μόνο σε μερικές σύντομες αναφορές.
Τον Ιούλιο του 1997, μια πλειοψηφία της κεντροαριστεράς, με την ενθουσιώδη προσχώρηση της μειονότητας της κεντροδεξιάς, θέσπισε μια μεταρρύθμιση για τα αδικήματα κατά της δημόσιας διοίκησης, η οποία συνέβαλε ουσιαστικά στη νομιμοποίηση της πελατοκρατίας, του κομματικού διαμοιρασμού του κράτους (lottizzazione) και της φεουδαρχοποίησης των θεσμών, επιτρέποντας την επιλογή του δημόσιου προσωπικού όχι βάσει αξιοκρατίας, αλλά βάσει του βαθμού πίστης σε διάφορους νονούς και αφεντικά. Το αποτέλεσμα επήλθε καταργώντας την κατάχρηση καθήκοντος που δεν αφορά οικονομικό όφελος και "ευνουχίζοντας" την περιουσιακή κατάχρηση, καταλήγοντας σε έναν νόμο-σκιά που "γαβγίζει αλλά δεν δαγκώνει". Η ποινή, πράγματι, μειώθηκε από τα πέντε στα τρία έτη, με τρεις συνέπειες: τέλος στην προσωρινή κράτηση για τα λευκά κολάρα· τέλος στις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις και συντόμευση των προθεσμιών παραγραφής στα πέντε έτη με τις γενικές ελαφρυντικές περιστάσεις. Μέσα σε πέντε χρόνια, το να τελεσιδικήσει μια υπόθεση περνώντας και από τα τρία δικαστήρια με τον καινούργιο κώδικα ποινικής δικονομίας είναι ακατόρθωτο έργο. Ως εκ τούτου, τα αδικήματα είναι καταδικασμένα σε παραγραφή.
Όπως τεκμηριώνουν οι δικαστικές στατιστικές, το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας μετατράπηκε σε ζόμπι· οι καταδίκες κατέρρευσαν από τις 1035 που ήταν το 2000 σε μόλις 45 το 2006. Ήταν το πρώτο πράσινο φως για τις χίλιες μορφές διαφθοράς που υλοποιούνται μέσω της κατάχρησης καθήκοντος. Ήταν το "πάρτι" της οικογενειοκρατίας (parentopoli), των σκανδάλων με τις στάρλετ (vallettopoli), των σκανδάλων με τα κρατικά ακίνητα (affittopoli) και ούτω καθεξής: όλα με μηδενικό κόστος. Κανένας ποινικός κίνδυνος, όπως συνέβαινε στην Πρώτη Δημοκρατία, τότε που το σύστημα δεν είχε ακόμη τελειοποιηθεί.
Μετά τη νομιμοποίηση της κατάχρησης εξουσίας, πραγματοποιήθηκε η νομιμοποίηση της σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η νομιμοποίηση του ιδιωτικού συμφέροντος σε υπηρεσιακές πράξεις, και η οποία έχει πλέον καταστεί η εμφανής και αποδεκτή μορφή διαφθοράς. Μόνο οι νεόπλουτοι της εξουσίας και ορισμένοι αθεράπευτα οπισθοδρομικοί εμμένουν σήμερα να εφαρμόζουν το παλιό σύστημα της απαίτησης μίζας με το "φακελάκι" (bustarella). Οι καταξιωμένοι, εκείνοι που καταλαμβάνουν τα υψηλότερα σκαλοπάτια της πυραμίδας, ασκούν πλέον την παρανομία στο φως της ημέρας. Είναι σχεδόν απέραντος ο κατάλογος των υπουργών, υφυπουργών, βουλευτών, περιφερειακών συμβούλων, δημάρχων, διοικητών και ούτω καθεξής, οι οποίοι χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους για να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα, χορηγώντας δημόσιες χρηματοδοτήσεις, παραχωρήσεις και χαμηλότοκα δάνεια σε οικογενειακές επιχειρήσεις ή σε εταιρείες στις οποίες έχουν κοινά συμφέροντα· που μοιράζουν "χρυσές" συμβάσεις για εικονικές συμβουλευτικές υπηρεσίες σε δικά τους πρόσωπα· που προσλαμβάνουν συγγενείς και πελάτες στο δημόσιο κάτω από την "αστρική ασπίδα" της πολιτικής και διοικητικής διακριτικής ευχέρειας. Η νέα διαφθορά υπονομεύει τα θεμέλια του κοινωνικού κράτους.
Μέχρι το πρώτο μισό της δεκαετίας του '90, η διαφθορά χρηματοδοτούνταν μέσω της συνεχούς διόγκωσης των δημόσιων δαπανών και, ως εκ τούτου, μέσω του πληθωρισμού. Η διαφθορά είχε συμβάλει στο να εκτιναχθεί η σχέση μεταξύ δημόσιου χρέους και ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) από το 60% το 1980 στο 118% το 1990. Η Ιταλία κινδύνευσε με μια στάση πληρωμών τύπου Αργεντινής.
Αφότου η Συνθήκη του Μάαστριχτ επέβαλε αυστηρά ανώτατα όρια στις δαπάνες, δεν είναι πλέον εφικτό να χρηματοδοτείται η διαφθορά μέσω του πληθωρισμού. Μόλις εξαντλήθηκε το "λίπος" των δημόσιων δαπανών, η νέα νομιμοποιημένη διαφθορά άρχισε έτσι να τρέφεται από τον μυϊκό συνδετικό ιστό του κοινωνικού σώματος: δηλαδή τα αποθεματικά που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους και τη διασφάλιση ενός "κοινωνικού χαρτοφυλακίου" δωρεάν παροχών προς τους λιγότερο ευνοούμενους, που λειτουργούν ως συμπλήρωμα του εισοδήματος από την εργασία.
Η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους συντελείται επίσης μέσω "ιδιωτικοποιήσεων ιταλικού τύπου»" δηλαδή μέσω της εκτροπής των πόρων που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση της υγείας, της παιδείας, της διαχείρισης των απορριμμάτων κ.λπ., από τον δημόσιο τομέα προς ιδιωτικές εταιρείες. Σε εκατοντάδες ποινικές δίκες από τον Βορρά έως τον Νότο έχει αναδειχθεί πώς συχνά, πολύ συχνά, οι εταιρείες που λαμβάνουν αυτά τα κονδύλια συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με πρόσωπα που αποτελούν μέρος της νομενκλατούρας της εξουσίας. Ορισμένες ποινικές δίκες αποκάλυψαν στη συνέχεια ποια ήταν η κατάληξη ορισμένων ιδιωτικοποιήσεων των κυριότερων δημόσιων επιχειρήσεων σε στρατηγικούς τομείς, όπως αυτός των τηλεπικοινωνιών. Ξεπούλημα κρατικών περιουσιακών στοιχείων κάτω του κόστους και δυσθεώρητος πλουτισμός οικονομικών κερδοσκόπων που απολάμβαναν κρυφή προστασία. Διαμοιρασμός στρατηγικών τομέων της εθνικής βιομηχανικής κληρονομιάς μεταξύ μερικών δεκάδων μεγα-ομίλων: των γνωστών-αγνώστων, οι οποίοι μέσω της απόκτησης στρατηγικών πακέτων μετοχών και ενός ιστού διασταυρούμενων συμμετοχών ελέγχουν –ανεξέλεγκτοι– κρίσιμα κομβικά σημεία ολόκληρης της οικονομίας.
Όμως τι ήταν αυτό που προκάλεσε την κατάρρευση όλων των φραγμάτων που υπήρχαν προηγουμένως;
Πιστεύω ότι συνέβαλε η εκλείπουσα επίδραση ενός παράγοντα ο οποίος, μέχρι το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας, λειτουργούσε ως αφανής ρυθμιστής και ως αντίβαρο στη διαχρονική ανικανότητα αυτορρύθμισης των αρχουσών τάξεων. Αναφέρομαι στον κίνδυνο της ανατροπής από τα αριστερά, ο οποίος χαρακτήρισε την ιστορία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Η άρχουσα τάξη όφειλε να αυτοπεριορίζεται και να συμβιβάζεται, καθώς ήταν αναγκασμένη να αναμετράται με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα του ισχυρότερου κομμουνιστικού κόμματος της Ευρώπης και, κυρίως, με μια εργατική τάξη που φιλοδοξούσε να καταστεί η κυρίαρχη τάξη και να αναλάβει τη διακυβέρνηση του κράτους, μέσω στρατηγικών συμμαχιών με τον μεταρρυθμιστικό καθολικό κόσμο και το πιο προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας των πολιτών.
Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την επακόλουθη ιστορική και κοινωνική περιθωριοποίηση της εργατικής τάξης, ο κοινωνικός ανταγωνισμός αποδομήθηκε πλήρως, χάνοντας τη δυνατότητα πολιτικής διοχέτευσης. Η εκλείπουσα επίδραση του αντίβαρου που συνιστούσε ο κίνδυνος της ανατροπής από τα αριστερά εγκαινίασε την εποχή των "λύσεων με λυμένα τα χέρια", η οποία μεταφράζεται σε απορρύθμιση –δηλαδή στη συστηματική κατάργηση των κανόνων και των ελέγχων στην οικονομία και την πολιτική.
Ένα Σύνταγμα -αυτό του 1948- βιώνεται ως ζουρλομανδύας, επειδή δεν εκφράζει τις αυθεντικές ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές κουλτούρες της πλειοψηφίας των κυρίαρχων τάξεων της χώρας, των ίδιων ακριβώς που είχαν γεννήσει τον Φασισμό: τη μοναρχία, το Βατικανό, τη βαριά βιομηχανία, τους μεγαλογαιοκτήμονες, τη Βασιλική Ακαδημία. Ένα σύνταγμα που βιώνεται ως ζουρλομανδύας επειδή σχεδιάστηκε και οικοδομήθηκε από προοδευτικές μειοψηφίες της χώρας –τους ανθρώπους της Αντίστασης, τους εκπροσώπους της μεταρρυθμιστικής καθολικής διανόησης που είχαν εξαναγκαστεί σε εξορία– οι οποίοι, μέσα στο κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε λόγω της πτώσης του Φασισμού, είχαν για ένα σύντομο διάστημα τα ηνία της χώρας και τη δυνατότητα να μεταγγίσουν στο Σύνταγμα όλα τα απαραίτητα αντισώματα ώστε να εμποδίσουν την εξουσία να εκφυλιστεί ξανά σε απόλυτη και ανεξέλεγκτη: και ως εκ τούτου, τον διαχωρισμό και την εξισορρόπηση των εξουσιών, την ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας από την πολιτική εξουσία, τον έλεγχο της κοινής γνώμης επί της άσκησης της εξουσίας μέσω του ελεύθερου τύπου και ούτω καθεξής. Ένα Σύνταγμα το οποίο, ακριβώς επειδή δεν αντανακλούσε τις πραγματικές κουλτούρες της πλειοψηφίας, επιχειρήθηκε να σαμποταριστεί με χίλιους τρόπους μόλις αποκαταστάθηκαν οι παλιές ισορροπίες δυνάμεων ήδη από τη δεκαετία του '50. Χρειάστηκαν πολλοί αγώνες και έπρεπε να χυθεί πολύ αίμα για να μετουσιωθούν ορισμένα τμήματα αυτού του Συντάγματος σε πραγματικότητα και να μην παραμείνουν ένα "βιβλίο των ονείρων". Σήμερα το Σύνταγμα είναι αφοπλισμένο, αφημένο αποκλειστικά στον εαυτό του και στις μειοψηφίες της χώρας, κληρονόμους εκείνων των ίδιων προοδευτικών μειοψηφιών που το συνέλαβαν.
Έτσι, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια εντυπωσιακή επιστροφή στο παρελθόν. Υπάρχει μια εξαιρετική εσωτερική συνοχή στο σχέδιο που εμψυχώνει την αλληλουχία των πολιτικών πρωτοβουλιών και των νόμων οι οποίοι, εδώ και μια δεκαπενταετία, διαβρώνουν εκ των έσω το Σύνταγμα του 1948, πραγματοποιώντας μια αναδιάρθρωση του κράτους και της δημοκρατίας προς μια αυταρχική κατεύθυνση. Αρκεί να αναφερθούμε τηλεγραφικά σε μερικά από τα κυριότερα στάδια.
Η απογύμνωση της λαϊκής κυριαρχίας από το περιεχόμενό της μέσω της αποστέρησης του δικαιώματος επιλογής των ίδιων των αντιπροσώπων στις εκλογές με τον σταυρό προτίμησης. Η επακόλουθη υποβάθμιση του Κοινοβουλίου σε μια συνέλευση διορισμένων από τον Ηγεμόνα –λιγότερο από μισή ντουζίνα ολιγάρχες που επιλέγουν το κοινοβουλευτικό προσωπικό με βάση κριτήρια πολιτικής νομιμοφροσύνης και υποτέλειας. Η αντίστοιχη ντε φάκτο κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, επειδή μια συνέλευση διορισμένων από τα πάνω, χωρίς δεσμούς με την τοπική κοινωνία δεν μπορεί παρά να επικυρώνει μέσα σε ένα τέταρτο της ώρας τους νόμους που έχουν κατασκευαστεί από τους ολιγάρχες που κατέχουν την εκτελεστική εξουσία. Και επιπλέον, η σταδιακή κατάργηση του διαχωρισμού μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, μέσω απλών νόμων για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος που αποσκοπούν στην επαναφορά της δικαιοσύνης υπό τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Και έπειτα, ο περιορισμός της ελεγκτικής ισχύος της κοινής γνώμης, μέσω της συστηματικής κατάληψης όλων των χώρων της ενημέρωσης από τους ολιγάρχες, και η εξάλειψη κάθε εναπομείναντος ίχνους ορατότητας του πραγματικού μηχανισμού εξουσίας (αρκεί να αναλογιστεί κανείς τη μεταρρύθμιση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και την απαγόρευση δημοσίευσης δικονομικών εγγράφων, ακόμη και εκείνων που δεν καλύπτονται πλέον από το απόρρητο). Από τον διαχωρισμό και την εξισορρόπηση των εξουσιών περνάμε, επομένως, στην κάθετη συγκέντρωση της εξουσίας μοναρχικού τύπου.
Και φυσικά, ο νέος ιταλικός φεουδαρχισμός δεν μπορεί παρά να προβλέπει την κατάργηση μιας ενιαίας δικαιοσύνης για όλους τους πολίτες, και τη δημιουργία –όπως ακριβώς συνέβαινε στον Μεσαίωνα– προνομιακών δικαιοδοσιών για τους ισχυρούς και ενός κοινού δικαστηρίου για τους πολίτες χωρίς εξουσία. Στο φεουδαρχικό σύστημα, άλλωστε, η κοινή δικαιοσύνη προοριζόταν για την πλέμπα. Οι ισχυροί –οι αριστοκράτες, οι κληρικοί, οι συμβολαιογράφοι, όσοι είχαν ισχύ– διέθεταν τα δικά τους ειδικά δικαστήρια, όπου δικάζονταν από τους ομοίους τους σύμφωνα με ξεχωριστούς κανόνες. Στην Ιταλία περνάμε από ένα δίκαιο των τάξεων που ασκούνταν στα κρυφά, στην απροκάλυπτη οικοδόμηση ενός δικαίου της ανισότητας, το οποίο υλοποιείται μέσω της ποινικοποίησης του κοινωνικού αποκλεισμού και της ταυτόχρονης συστηματικής αποποινικοποίησης των παράνομων συμπεριφορών των ισχυρών.
Ο νέος ιταλικός φεουδαρχισμός, γεμάτος από τόσους υποτελείς που αναζητούν τον ηγεμόνα τους, από τόσους υπηκόους που είναι ευτυχείς που είναι υπήκοοι, από τόσους διανοούμενους των οποίων η μέγιστη φιλοδοξία είναι να γίνουν consigliori του εκάστοτε ηγεμόνα και να εγγραφούν στο μισθολόγιό του, δεν είναι παρά μια αναβίωση της πιο αληθινής και αυθεντικής ιστορίας της χώρας. Μιας χώρας που έχασε το ραντεβού της με τη νεωτερικότητα, περνώντας απευθείας από την προ-νεωτερικότητα της ύστερης φεουδαρχίας –όταν το κράτος δικαίου δεν είχε ακόμη γεννηθεί– στη μετα-νεωτερικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από την παγκόσμια κρίση του κράτους δικαίου, χωρίς να έχει προλάβει να ζήσει την εποχή της νεωτερικότητας: εκείνους τους δύο-τρεις αιώνες κατά τους οποίους σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες εδραιώθηκαν οι κουλτούρες της νεωτερικότητας: ο Διαφωτισμός, ο φιλελευθερισμός, ο σύγχρονος συνταγματισμός, που αποτελούν τα θεμέλια του σύγχρονου δημοκρατικού κράτους δικαίου. Έτσι, η παλιά κουλτούρα της προσκόλλησης στη γη (cultura della roba) ενώθηκε σχεδόν χωρίς καμία διακοπή με τη νέα κουλτούρα του κέρδους χωρίς κανόνες και χωρίς όρια. Τι πρέπει να γίνει; Ποιος θα σώσει αυτή τη χώρα από τον ίδιο της τον εαυτό;
Το μάθημα της ιστορίας αποδεικνύει ότι σε ορισμένες κρίσιμες καμπές η χώρα δεν σώθηκε από τις πλειοψηφίες της, αλλά από τις μειοψηφίες της. Ήταν οι μειοψηφίες που πέτυχαν την Ιταλική Ενοποίηση (Risorgimento), μετατρέποντας έναν λαό από φυλές σε έθνος. Ήταν οι μειοψηφίες που οργάνωσαν την Αντίσταση και συνέλαβαν το Σύνταγμα. Και στις μειοψηφίες άλλωστε επαφίεται σήμερα η περιφρούρηση του Συντάγματος. Η υπεράσπιση του Συντάγματος παραμένει το τελευταίο καταφύγιο. Όσο αυτό το Σύνταγμα παραμένει ζωντανό, θα ξέρουμε πάντα από πού να κάνουμε μια νέα αρχή μετά τα συντρίμμια. Όσο αυτό το Σύνταγμα παραμένει ζωντανό, θα είναι πάντα εφικτό να ακυρώνεται από το Συνταγματικό Δικαστήριο ο εκάστοτε "νόμος της ντροπής" που η μία πολιτική παράταξη ψηφίζει και η άλλη παράταξη διατηρεί σε ισχύ. Το να σώσουμε το Σύνταγμα σημαίνει να σώσουμε το καλύτερο κομμάτι της ιστορίας μας. Το να αποτελεί κανείς μέρος μιας μειοψηφίας δεν πρέπει να τον αποθαρρύνει.
Οι ιστορικοί και οι αναλυτές της εξουσίας γνωρίζουν καλά ότι την ιστορία δεν τη γράφουν ούτε οι ανοργάνωτες πλειοψηφίες ούτε οι παραλυτικές ολιγαρχίες. Η ιστορία –όπως δίδασκε ένας δάσκαλος της δημοκρατίας, ο Γκαετάνο Σαλβέμινι – γράφεται από τη διαλεκτική και τη σύγκρουση ανάμεσα σε οργανωμένες, συνειδητοποιημένες και ενεργές μειοψηφίες, οι οποίες, νικώντας την αδράνεια της ανοργάνωτης πλειοψηφίας, τη συμπαρασύρουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, προς μια νέα ή μια παλιά τάξη πραγμάτων.
Σήμερα ζούμε σε μια φάση της ιστορίας κατά την οποία οι μειοψηφίες που αποτελούν κληρονόμους εκείνων που θέλησαν το Σύνταγμα, που θέλησαν τη Δεύτερη Σύνοδο του Βατικανού (Concilio Vaticano II), που θέσπισαν τον Χάρτη των Δικαιωμάτων των Εργαζομένων και οι οποίες είναι ο σπόρος και το σύμβολο μιας άλλης δυνατής Ιταλίας, έχουν μείνει ορφανές από πολιτική εκπροσώπηση και καθοδήγηση· και αυτό διότι προδόθηκαν για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από παραλυτικές, αυτοαναφορικές κομματικές ολιγαρχίες, οι οποίες ενδιαφέρονται αποκλειστικά για την προσωπική τους αναπαραγωγή.
Είναι καιρός να πεθάνει κάτι, ώστε να μπορέσει να γεννηθεί κάτι νέο. Είναι καιρός ο καθένας να αναλάβει πάνω του το βάρος και την ευθύνη να βοηθήσει το παλιό να πεθάνει, προκειμένου να επιτραπεί στο νέο να γεννηθεί. Διότι το μέλλον δεν είναι ο χρόνος που έρχεται και καταφθάνει. Το μέλλον είναι ο χρόνος που οικοδομείται. Και –για να αναφέρουμε άλλη μια φορά τον Σαλβέμινι– ο καθένας μας θα βρει στο αύριο τόσα όσα θα έχει καταθέσει εκεί από τον ίδιο του τον εαυτό. Μόνο όποιος παραδίνεται στα γεγονότα δεν θα βρει τίποτα εκεί, επειδή δεν θα έχει καταθέσει τίποτα.
______
Η πρώτη απόπειρα [αλλοίωσης του Συντάγματος] χρονολογείται τον Νοέμβρη του 2023, όταν ανακοίνωσε [η Μελόνι] τη "μητέρα όλων των μεταρρυθμίσεων": το νέο σύστημα θα επέτρεπε την άμεση εκλογή πρωθυπουργού και τη νικήτρια συμμαχία να κερδίσει το 55% των εδρών. Αλλά μετά την αρχική έγκριση στη Γερουσία (Ιούνιος 2024), η κυβέρνηση δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 2/3, οπότε θα έπρεπε να γίνει δημοψήφισμα, το οποίο, δεδομένων των δημοσκοπήσεων, οδηγούσε σε ήττα της. [...]
Η δεύτερη απόπειρα αλλοίωσης του Συντάγματος έγινε τώρα, με την υλοποίηση του δημοψηφίσματος για την υπαγωγή της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν απόλυτα τεχνικό, με στόχο την κυβερνητική επιρροή στη σύνθεση και λειτουργία των ανώτατων δικαστικών θεσμών. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν έγκριση ή όχι του εκλογικού σώματος στη διακυβέρνηση Μελόνι.
Το "Όχι" κέρδισε με 53,7% των ψήφων (14.461.074 ψήφοι). Το "Ναι" έλαβε 46,3%, με διαφορά μεγαλύτερη από 7% και περίπου δύο εκατομμύρια λιγότερες ψήφους.
Λευτέρης Στουκογεώργος
Η Εποχή - 01.04.2026
Δείτε ακόμα στο Αλμανάκ:
Giovanni και Francesca, η πρόκληση της αγάπης στα χαρακώματα
Zero zero zero, ταξίδι στην οικονομία της κοκαΐνης
Ρομπέρτο Σαβιάνο. Μία πικρή νίκη.