Θυμάστε τις παλιές καλές μέρες που στα ράφια των σουπερμάρκετ περίσσευε το χαρτί υγείας; Θυμάστε τότε που ελάχιστοι άνθρωποι ήταν εξοικειωμένοι με τον όρο «κοινωνική απόσταση»; Θυμάστε τότε που μπορούσες να βήξεις δημοσίως χωρίς αυτομάτως να γίνεις παρίας; Θυμάστε τον Φλεβάρη;

 

Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νοσταλγήσει τόσο πολύ την «κανονικότητα». Ποτέ μου δεν έχω λαχταρήσει τόσο πολύ μια βαρετή, συνηθισμένη μέρα που μετά την δουλειά πηγαίνεις για πιλάτες ή για ένα ποτό ή για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο. Κοινές δραστηριότητες που τις θεωρούσα δεδομένες. Από χθες όμως τίποτα από όλα αυτά τα πράγματα δεν μπορείς να κάνεις στη Νέα Υόρκη. Τα πάντα έχουν κλείσει. Η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ κατέβασε τον διακόπτη κι έκλεισε το φως.

 

Δεν ήταν κάτι απροσδόκητο φυσικά και έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα. Το να λες στον κόσμο να μη βγει έξω ενώ τα πάντα παραμένουν ανοιχτά αποτελεί δείγμα άθλιας και δειλής ηγεσίας. Και σίγουρα δεν λειτουργεί. Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε τα μπαρ και τα εστιατόρια ήταν γεμάτα στη Νέα Υόρκη, παρά τις εκκλήσεις για κοινωνική απόσταση.

 

Όταν αντιμετωπίζεις μια κρίση τόσο μεγάλη, τα μικρά πράγματα είναι πιο σημαντικά από ποτέ.

 

Ακούσαμε πολλές επικρίσεις, πολλές ηθικολογίες για τους millennials που σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους, αλλά δεν μπορείς να κατηγορείς τον κόσμο επειδή βγαίνει έξω. Έχουμε βομβαρδιστεί από συγκεχυμένα μηνύματα και έντονη παραπληροφόρηση για τον ιό. Πώς μπορείς να απαιτείς από κάποιον να αλλάξει τόσο δραστικά την συμπεριφορά του μέσα σε ένα βράδυ όταν πριν από λίγο καιρό μας έλεγε ο Πρόεδρος να χαλαρώσουμε αφού ο κορωναϊός είναι σαν μια εποχική γρίπη;

 

Το κλείσιμο των κοινόχρηστων χώρων ήταν η σωστή απόφαση αλλά δεν παύει να μοιάζει ως αίσθηση τόσο τρομακτικά λάθος. Περπατώντας στην πόλη και βλέποντας όλα τα κλειστά μπαρ και εστιατόρια, σου σφίγγεται η καρδιά. Δεν ήταν απλά μέρη που πήγαινες να περάσεις την ώρα σου. Ήταν η καρδιά και η ψυχή της πόλης.

 

Ήδη οι δεκαετίες αμείλικτης «ανάπλασης» έχουν διώξει τις περισσότερες μικρές επιχειρήσεις. Οι οικονομικές επιπτώσεις του ιού θα σκοτώσουν και τις υπόλοιπες. Δεν ξέρω πώς θα επιζήσουν οι εργαζόμενοι στις υπηρεσίες εστίασης. Δεν ξέρω πώς θα επιζήσουν οι δημιουργικοί και οι freelancers. Δεν ξέρω πώς θα επιζήσει η Νέα Υόρκη. Οι μόνοι που θα μπορούν στο εξής να ζουν εδώ θα είναι οι αρουραίοι και οι σούπερ πλούσιοι...

 

Όλα αυτά αποτελούν μια έντονη υπενθύμιση να μην παίρνουμε ποτέ τίποτα ως δεδομένο. Πριν την άφιξη του Covid-19, μπορούσα να μπω ανά πάσα στιγμή σε ένα αεροπλάνο και να πάω οπουδήποτε χωρίς να σκέφτομαι ότι η ελεύθερη διακίνηση αποτελεί πολυτέλεια για λίγους, όχι δικαίωμα για όλους.

 

Μέρη όπως η Γάζα είναι απόλυτα εξοικειωμένα με τη ζωή σε συνθήκες διαρκούς lockdown. Στη Δυτική Όχθη, αν θες να πας να επισκεφτείς έναν συγγενή σου σε μια γειτονική πόλη, θα πρέπει να περάσεις από έναν κυκεώνα γραφειοκρατίας και στρατιωτικών μπλόκων. Αυτό που για κάποιον είναι μια τρομακτική νέα πραγματικότητα, για κάποιον άλλον είναι καθεστώς.

 

Προσπαθώ να καταπολεμήσω την αγωνία και την ανασφάλεια εκτιμώντας κάθε αδιάφορη στιγμή, κάθε μικρό πράγμα. Μια βόλτα στο πάρκο με τον σκύλο και τον ήλιο να μου χαϊδεύει το πρόσωπο. Όταν αντιμετωπίζεις μια κρίση τόσο μεγάλη, τα μικρά πράγματα είναι πιο σημαντικά από ποτέ.

 

Πηγή: The Guardian