Έχουμε τονίσει κατ' επανάληψη πόσο καλή ιδέα γενικώς είναι η μεταφορά μυθιστορημάτων στην τηλεόραση υπό τη μορφή αυτοτελούς μίνι σειράς.

 

Παρέχεται χώρος για να αναπτυχθεί η πλοκή του βιβλίου χωρίς την αναγκαστική συμπίεση που επιβάλλουν οι χρονικοί περιορισμοί μιας ταινίας και χωρίς την υποχρέωση και το άγχος να μείνει μετέωρο το αφηγηματικό παζλ εν αναμονή ενός δεύτερου ή και περισσότερων κύκλων.

 

Ακόμα κι όταν το πρωτότυπο υλικό δεν αποτελεί κάποιο λογοτεχνικό ορόσημο, όπως στην περίπτωση του Big Little Lies που αποτέλεσε υπόδειγμα καλογυαλισμένης και εθιστικής σειράς και έγινε μεγάλο σουξέ, παρότι βασίστηκε σε μπεστ σέλερ του συρμού.

 

Το Sharp Objects συγκριτικά παρουσιάζει από την ίδια την ερμητικά μονόχνοτη και κατατονική φύση του ένα βασικό μειονέκτημα. Στερείται αναπνοών και κυρίως στερείται κάποιου είδους (αυτό)σαρκασμού, έστω και καταχθόνιου.

 

Υποθέτει κάποιος ότι η επιτυχία ακριβώς εκείνης της σειράς συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην απόφαση του καναλιού ΗΒΟ να επιχειρήσει την (ακριβή) τηλεοπτική μεταφορά ενός άλλου «πιασάρικου» βιβλίου, παραδίδοντας τη σκηνοθετική ευθύνη στα χέρια του ίδιου σκηνοθέτη (Ζαν-Μαρκ Βαλέ) και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην εγνωσμένης ισχύος κλονισμένη ευαισθησία της Έιμι Άνταμς.

 

Ο στόχος δηλαδή ήταν μάλλον να κάνουν τα «Αιχμηρά αντικείμενα» (που στηρίχθηκαν στο ομώνυμο βιβλίο της Γκίλιαν Φλιν, συγγραφέως και του μετέπειτα κινηματογραφικού Gone Girl) με τους κώδικες του pulp μυστηρίου ό,τι έκαναν τα «Μικρομέγαλα ψέματα» με τα δομικά υλικά του μελοδράματος και της σαπουνόπερας υψηλού πρεστίζ.

 

Μια σειρά από θεαματικές υπερβάσεις των περιορισμών του είδους δηλαδή σε συνδυασμό με μπόλικη πικάντικη σάλτσα από σύγχρονες αιτιάσεις περί κατακερματισμένης γυναικείας (κυρίως) ψυχοσύνθεσης.

 

Μόνο που το Sharp Objects συγκριτικά παρουσιάζει από την ίδια την ερμητικά μονόχνοτη και κατατονική φύση του ένα βασικό μειονέκτημα. Στερείται αναπνοών και κυρίως στερείται κάποιου είδους (αυτό)σαρκασμού, έστω και καταχθόνιου.

 

Η Καμίλ Πρίκερ είναι μια ρεπόρτερ έγκυρης εφημερίδας του Σεντ Λιούις με φιλοδοξίες για βραβείο Πούλιτζερ. Είναι επίσης αλκοολική, κόβεται σε βαθμό body art.
Η Καμίλ Πρίκερ είναι μια ρεπόρτερ έγκυρης εφημερίδας του Σεντ Λιούις με φιλοδοξίες για βραβείο Πούλιτζερ. Είναι επίσης αλκοολική, κόβεται σε βαθμό body art.

 

Κι αυτό είναι μόνο ένα από τα προβλήματά του. Ακόμα και μια σύνοψη της βασικής πλοκής χτυπάει πολλά ανησυχητικά καμπανάκια σχετικά με τα βαριά κλισέ που έχει να αντιμετωπίσει ο θεατής, ασχέτως της διαχείρισής τους από συγγραφείς, σκηνοθέτη, καστ και τεχνικούς.

 

Η Καμίλ Πρίκερ είναι μια ρεπόρτερ έγκυρης εφημερίδας του Σεντ Λιούις με φιλοδοξίες για βραβείο Πούλιτζερ. Είναι επίσης αλκοολική, κόβεται σε βαθμό body art (στο σώμα της είναι χαραγμένες σημαδιακές λέξεις και ονόματα) και μόλις έχει ολοκληρώσει άλλον έναν κύκλο εντατικής ψυχοθεραπείας.

 

Παρόλ' αυτά, ο διευθυντής της αποφασίζει να τη στείλει πίσω στους εφιάλτες της παιδικής της ηλικίας, αναθέτοντάς της τη δημοσιογραφική έρευνα των πρόσφατων τελετουργικών φόνων δύο έφηβων κοριτσιών που συνέβησαν στην κωμόπολη που μεγάλωσε.

 

Παρά τις εύλογες αντιρρήσεις της, αποδέχεται την πρόκληση και επιστρέφει στα μέρη όπου πέθανε από μια μυστηριώδη ασθένεια η αδελφή της και ζει ακόμα η αβάσταχτα ιδιοσυγκρασιακή μητέρα της μαζί με διάφορους άλλους συγγενείς και γνωστούς, κοινό γνώρισμα των περισσοτέρων εκ των οποίων είναι ότι το τσούζουν από το πρωί ως το βράδυ.

 

 

 

Σ' αυτό το οικείο καθαρτήριο, θα εμπλακεί ποικιλοτρόπως και με έναν ντετέκτιβ που έχει αναλάβει την υπόθεση εκ μέρους των ομοσπονδιακών αρχών, ενώ συγχρόνως βασανίζεται από μια σειρά φλασμπάκ και οράματα που σκάνε ανεξέλεγκτα, στέλνοντάς την πίσω στο χρόνο.

 

Ακόμα κι αυτά τα οπτικά ηλεκτροσόκ όμως, μαζί με διάφορα άλλα στοιχεία ονειρικής, μη γραμμικής αφήγησης, και πολλά κοντινά πλάνα σε αντικείμενα-κλειδιά μιας υπόθεσης που φαίνεται να έχει να κάνει πολύ περισσότερο με την προσωπική οδύσσεια της πρωταγωνίστριας, παρά με την επίλυση των φόνων ή της εξαφάνισης έφηβων κοριτσιών, δύσκολα επαναφέρουν τον θεατή στα δρώμενα που μοιάζουν κάποιες στιγμές να κυλάνε οδυνηρά αργά και απελπιστικά προβλέψιμα στο επίπεδο των διαλόγων κυρίως.

 

Μπορεί να φταίω εγώ ή η κακιά η ώρα, αλλά ο πιλότος της σειράς μου εξάντλησε σταλιά-σταλιά κι αχόρταγα την υπομονή. Και μένουν ακόμα επτά ολόκληρα ωριαία επεισόδια που θα προβληθούν μέσα στον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

 

Μαρτυρικό μου φαίνεται αλλά θα το παλέψω μάλλον, έστω και μόνο από την υπόσχεση συντριπτικών ανατροπών στο φινάλε.