Από τον Δεκέμβριο του 2019, που εμφανίστηκε ο νέος κορωνοϊός στην Κίνα, μέχρι σήμερα έχει αλλάξει ο κόσμος, αλλά οι επιστήμονες που τον μελετούν μέρα-νύχτα ακόμα προσπαθούν να τον αποκρυπτογραφήσουν, διαπιστώνοντας πως αυτά που δεν ξέρουν είναι περισσότερα από αυτά που ξέρουν. Παρ' όλα αυτά, η επιστήμη κάνει βήματα πιο γρήγορα από ποτέ. Ιός SARS-CoV-2 είναι το όνομα που δόθηκε στο νέο κορωνοϊό, ενώ COVID-19 είναι το όνομα της σχετικής νόσου. Μάθαμε γι' αυτόν όταν στην πόλη Γουχάν της επαρχίας Χουμπέι στην Κίνα εμφανίστηκαν ξαφνικά πάρα πολλά κρούσματα πνευμονίας και στις 9 Ιανουαρίου 2020 οι Αρχές της χώρας ενημέρωσαν ότι πρόκειται για ένα νέο στέλεχος κορωνοϊού. Σύντομα ο ιός εξαπλώθηκε από τη Γουχάν σχεδόν σε όλο τον κόσμο.

 

Πώς μεταδίδεται

Ο ιός Covid-19 μεταδίδεται αερογενώς, με το φτάρνισμα, τον βήχα, ακόμα και με την ομιλία. O βήχας παράγει σταγονίδια και αερολύματα, τα οποία απελευθερώνει και διασκορπίζει σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους. Αυτά μπορεί να παραμείνουν αιωρούμενα, να κινούνται στον αέρα ή να προσγειωθούν σε κάποια επιφάνεια. Επιστημονικές μελέτες υποστηρίζουν ότι τα αερολύματα μπορούν να ταξιδέψουν με τον βήχα μέχρι και τα 4,8 μέτρα, ενώ με το φτάρνισμα μπορούν να φτάσουν ακόμα πιο μακριά, μέχρι και τα 8,5 μέτρα.


Τα 2 μέτρα που συνιστούν οι ειδικοί να κρατάμε απόσταση είναι μια απόσταση ασφαλείας, αλλά όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση, τόσο μεγαλύτερη είναι και η ασφάλεια. Δεν είναι απαραίτητο, όμως, να βήξει ή να φταρνιστεί κάποιος για να μεταδώσει τον κορωνοϊό. Σε κλειστούς χώρους αυτό μπορεί να συμβεί με την ομιλία και μόνο. Ο ιός μεταδίδεται, επίσης, όταν κάποιος έρθει σε επαφή με επιφάνειες στις οποίες έχουν προσγειωθεί τα σταγονίδια και στη συνέχεια αγγίξει το πρόσωπό του (μύτη, στόμα, μάτια). Η περίοδος επώασης, δηλαδή ο χρόνος μεταξύ της έκθεσης στον ιό και της έναρξης της νόσου, εκτιμάται μεταξύ μίας και δεκατεσσάρων ημερών. Η νόσος διαρκεί συνήθως 7-14 μέρες.


Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ακόμα ερωτήματα για τον τρόπο μετάδοσης του ιού από τα ασυμπτωματικά άτομα.

 

Μέσα στην ακραία αβεβαιότητα, τα λίγα πράγματα για τα οποία είμαστε πια βέβαιοι είναι πως σίγουρα δεν πρόκειται για μια «γριπούλα», όπως χαρακτήριζαν τη νόσο που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός ακόμα και κάποιοι διάσημοι επιστήμονες στην αρχή. Αποδεδειγμένα, πλέον, πρόκειται για έναν πολύ πιο μολυσματικό και θανατηφόρο ιό από αυτόν της γρίπης.

 

Πού βρισκόμαστε με το εμβόλιο

Προς το παρόν, δεν υπάρχει εμβόλιο για τον κορωνοϊό, γι' αυτό θεωρούνται τόσο σημαντικές η προφύλαξη και οι αποστάσεις. Αυτήν τη στιγμή, ωστόσο, έχουν αναπτυχθεί περισσότερα από 90 εμβόλια, τα οποία βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο. Αρκετές φαρμακευτικές εταιρείες και ερευνητικά κέντρα ξεκίνησαν να εργάζονται για να βρουν το αποτελεσματικό εμβόλιο αμέσως μόλις διαβάστηκε το γενετικό υλικό (RNA) του ιού. Θα χρειαστεί, όμως, πολύς χρόνος γι' αυτό, καθώς απαιτούνται εκτεταμένες κλινικές δοκιμές για να εξασφαλιστούν η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητά του.


Αφού αναπτυχθεί σε πρώτη φάση το εμβόλιο, στη συνέχεια δοκιμάζεται σε υγιείς εθελοντές, για να διερευνηθούν τυχόν παρενέργειες. Στη δεύτερη φάση δοκιμάζεται σε βαριά πληττόμενες περιοχές και υπολογίζεται πως χρειάζεται διάστημα από έξι μήνες έως έναν χρόνο για να δοκιμαστεί σε χιλιάδες ανθρώπους, ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι μπορεί να προστατεύσει από τον συγκεκριμένο ιό.

 

Έξι από τα εμβόλια που αναπτύσσονται, έχουν προχωρήσει σε στάδια κλινικών δοκιμών σε εθελοντές, ώστε να ελεγχθεί η ασφάλειά τους. Οι πιο αισιόδοξοι λένε ότι μπορεί τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο να έχουμε το αποτελεσματικό εμβόλιο, παρότι ο χρόνος που απαιτείται για την ανάπτυξή του είναι 12-18 μήνες. Αυτήν τη φορά, όμως, οι διαδικασίες επιταχύνονται πάρα πολύ και δοκιμάζεται κάθε νέα τεχνολογία που μπορεί να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Πρόσφατη δημοσίευση στο περιοδικό «Science» περιγράφει επιτυχημένες δοκιμές ενός νέου εμβολίου που αφορά εξασθενημένη εκδοχή του ιού και φέρεται να παρέχει προστασία σε πιθήκους, χωρίς να προκαλεί παρενέργειες, για το οποίο έχουν ξεκινήσει ήδη κλινικές δοκιμές σε ανθρώπους.

 

Πού βρισκόμαστε με τα φάρμακα

Θεραπεία για την ασθένεια Covid-19, ως γνωστόν, δεν υπάρχει ακόμα. Έτσι, οι γιατροί χρησιμοποιούν κατά βάση μια συμπτωματική προσέγγιση, δηλαδή αντιμετωπίζουν τα συμπτώματα, αντί να στοχεύουν στον ιό, και παρέχουν υποστηρικτική φροντίδα (π.χ. θεραπεία οξυγόνου), η οποία σε πολλές περιπτώσεις είναι αποτελεσματική.
Στους ασθενείς που νοσούν βαριά δοκιμάζονται κάποια φάρμακα με τα οποία προσπαθούν να χτυπήσουν τον ιό, αλλά η χρήση τους πρέπει να αξιολογηθεί πιο προσεκτικά σύμφωνα με το ECD (European Centre for Disease Prevention and Control) και αρκετές κλινικές δοκιμές βρίσκονται σε εξέλιξη για να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητά τους.

 

Αυτήν τη στιγμή δοκιμάζονται περισσότερες από 130 θεραπείες, όπως τα ανθελονοσιακά φάρμακα, τα αντιικά και οι ανοσοθεραπείες. Οι 68 από αυτές είναι νέες θεραπείες που βρίσκονται στα αρχικά στάδια των δοκιμών, ενώ οι υπόλοιπες σχετίζονται με ήδη υπάρχοντα φάρμακα, των οποίων η δραστικότητα δοκιμάζεται τώρα κατά του νέου κορωνοϊού.


Το αμερικανικό εργαστήριο της Gilead έχει ανακοινώσει ότι με βάση σημαντικής έκτασης κλινική δοκιμή το φάρμακο της ρεμδεσιβίρης έχει επιταχύνει την ανάκαμψη σοβαρών περιστατικών κατά αρκετές ημέρες. Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να υπάρξει βιασύνη για την εξεύρεση μιας θεραπείας, καθώς χρειάζεται να γίνουν πρώτα δοκιμές που έχουν ελεγχθεί με ασφάλεια. Το Remdesevir, για το οποίο γίνεται μεγάλη συζήτηση τελευταία, έχει δοκιμαστεί στον ιό του Έμπολα και άλλους κορωνοϊούς και θεωρείται πως έχει κάποια δραστικότητα και εναντίον του νέου κορωνοϊού, χωρίς κανείς όμως να ισχυρίζεται πως πρόκειται για το θαυματουργό φάρμακο. Κανείς επίσης δεν γνωρίζει ακόμα σε πόσους θα δράσει αποτελεσματικά και τι παρενέργειες μπορεί να έχει σε κάποιους. Μερικά από τα υπόλοιπα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις δοκιμές είναι η χλωροκίνη, που είναι φάρμακο κατά της ελονοσίας, φάρμακα κατά του AIDS, το Αbidol, και αντιφλεγμονώδη σκευάσματα. Μεγαλύτερη αισιοδοξία για την ώρα υπάρχει για το Remdesivir που δοκιμάζεται στην Κίνα και στην Αμερική.

 

Ποια καινούργια συμπτώματα προστέθηκαν

Τα συμπτώματα του Covid-19 διαφέρουν μεταξύ των νοσούντων και ποικίλλουν από το να μην παρουσιάζει κάποιος καθόλου συμπτώματα (οι λεγόμενοι ασυμπτωματικοί) μέχρι να έχει πυρετό, βήχα, πονόλαιμο, αδυναμία, κόπωση, μυϊκούς πόνους, πονοκέφαλο. Πολλά άτομα με Covid-19 έχουν ήπια συμπτώματα, που μοιάζουν με αυτά της γρίπης. Πρόσφατα προστέθηκαν και άλλα συμπτώματα, όπως η ανοσμία, δηλαδή η απώλεια της όσφρησης και η απώλεια της αίσθησης της γεύσης.

 

Πόσα τελικά ξέρουμε γι' αυτόν τον ιό

Ο συγκεκριμένος κορωνοϊός, ο SARS-COV-2, είναι καινούργιος ιός και δεν υπάρχει ακόμα μεγάλη εμπειρία επ' αυτού. Αυτό που δεν ξέραμε από την αρχή και το γνωρίζουμε τώρα είναι ότι η νόσος που προκαλεί τον Covid-19 έχει αποδειχθεί ότι βλάπτει πολλά ανθρώπινα όργανα και όχι μόνο τους πνεύμονες: την καρδιά, τα νεφρά, τον εγκέφαλο κ.ά. Αρχικά, όλοι νόμιζαν ότι ο Covid-19 είναι μια ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος, όμως στην πορεία ανακάλυψαν ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ιογενής πνευμονία και ότι η βλάβη που προκαλεί δεν περιορίζεται στην καταστροφή των πνευμόνων.


Ο Covid-19 μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα νεφρά, να «τρελάνει» το ανοσοποιητικό σύστημα, να προκαλέσει θρόμβωση, να βλάψει την καρδιά ή ακόμα και τον εγκέφαλο. Είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη ασθένεια (για σύνδρομο μιλούν κάποιοι), όπως μαθαίνουμε τώρα, την οποία οι γιατροί δυσκολεύονται ακόμα να καταλάβουν.


Πολλοί επιστήμονες μιλάνε σήμερα για ακραία επιστημονική αβεβαιότητα και φαίνεται ότι αυτά που δεν γνωρίζουν ακόμα είναι πάρα πολλά και κρίσιμα. Μέσα στην ακραία αυτή αβεβαιότητα, τα λίγα πράγματα για τα οποία είμαστε πια βέβαιοι είναι πως σίγουρα δεν πρόκειται για μια «γριπούλα», όπως χαρακτήριζαν τη νόσο που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός ακόμα και κάποιοι διάσημοι επιστήμονες στην αρχή. Αποδεδειγμένα, πλέον, πρόκειται για έναν πολύ πιο μολυσματικό και θανατηφόρο ιό από αυτόν της γρίπης και μπορεί να προκαλέσει, μεταξύ άλλων, εγκεφαλικό, πνευμονική εμβολή κ.ά.

 

Τι άλλο μάθαμε τελευταία

Σύμφωνα με δημοσίευση του επιστημονικού περιοδικού «Nature», είναι αδύνατο να κατασκευάστηκε ή να «ξέφυγε» από εργαστήριο, σύμφωνα με τις θεωρίες που κυκλοφόρησαν ευρέως. Ωστόσο, η Κίνα φαίνεται ότι καθυστέρησε δραματικά να ενημερώσει τη διεθνή κοινότητα και δεν έδωσε ακριβή στατιστικά στοιχεία που θα βοηθούσαν. Σύμφωνα με τους ειδικούς, έχουμε ακόμη καιρό μπροστά μας για να τελειώσουμε με την πανδημία και να νικηθεί ο ιός. Όμως υπάρχει αισιοδοξία ότι με τις νέες έρευνες και τις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται θα γίνουν πολύ πιο γρήγορα βήματα και για το εμβόλιο εναντίον του νέου κορωνοϊού αλλά και για τις θεραπείες που θα αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά και δραστικά τη νόσο. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO.